
Β. Ζωγράφος στο “Π”: Το Χρηματιστήριο Ενέργειας και η αλγοριθμική φτωχοποίηση της κοινωνίας

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]
Η δημιουργία του χρηματιστηρίου ενέργειας παρουσιάστηκε ως μια θεσμική τομή που θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό, θα εξορθολογούσε την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και θα οδηγούσε σε χαμηλότερες τιμές για καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η πραγματικότητα, όμως, εξελίχθηκε με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η αγορά, που λειτουργεί θεωρητικά προς όφελος της κοινωνίας, διαμορφώνει ένα εξαιρετικά σύνθετο και αδιαφανές σύστημα τιμολόγησης, μεταφέροντας το κόστος, την αβεβαιότητα και τις στρεβλώσεις της αγοράς σχεδόν αποκλειστικά στους πολίτες.
Η λειτουργία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας βασίζεται σε τέσσερις κύριες αγορές, διαμορφώνοντας καθημερινά την τιμή και τη διαθεσιμότητα της ηλεκτρικής ενέργειας. Η Αγορά Επόμενης Ημέρας καθορίζει από την προηγούμενη ημέρα το ύψος της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την τιμή ανά ώρα για το επόμενο εικοσιτετράωρο. Η Ενδοημερήσια Αγορά πραγματοποιεί διορθωτικές κινήσεις όταν μεταβάλλονται οι προβλέψεις κατανάλωσης ή παραγωγής, σε περιπτώσεις καύσωνα ή μειωμένης απόδοσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Την Αγορά Εξισορρόπησης τη διαχειρίζεται ο ΑΔΜΗΕ και παρεμβαίνει σε πραγματικό χρόνο για την κάλυψη αιφνίδιων μεταβολών ζήτησης ή βλαβών μονάδων παραγωγής. Πρόκειται για την ακριβότερη αγορά του συστήματος, καθώς απαιτεί άμεση ενεργοποίηση διαθέσιμων μονάδων. Η Προθεσμιακή Αγορά επιτρέπει τη σύναψη συμβολαίων μελλοντικής προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, παρέχοντας σε εταιρείες και προμηθευτές τη δυνατότητα περιορισμού του κινδύνου από μελλοντικές διακυμάνσεις των τιμών.
Η ηλεκτρική ενέργεια παρουσιάζει μία θεμελιώδη ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλα αγαθά, καθώς δεν μπορεί να αποθηκευτεί εύκολα και μαζικά σε πραγματικό χρόνο. Η παραγωγή και η κατανάλωση πρέπει να παραμένουν διαρκώς ισορροπημένες. Οποιαδήποτε σοβαρή απόκλιση μπορεί να οδηγήσει σε πτώση της συχνότητας του δικτύου, αποσταθεροποίηση του συστήματος και σε γενικευμένο blackout. Το Χρηματιστήριο Ενέργειας αποτελεί έναν εξαιρετικά κρίσιμο μηχανισμό συντονισμού και σταθεροποίησης ολόκληρου του ηλεκτρικού συστήματος.
Στο Χρηματιστήριο Ενέργειας πραγματοποιείται συναλλαγή δεσμεύσεων παραγωγής και κατανάλωσης ανά συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι παραγωγοί δηλώνουν πόση ενέργεια μπορούν να διαθέσουν και σε ποια τιμή, ενώ οι προμηθευτές δηλώνουν τις ενεργειακές ανάγκες των πελατών τους. Οι μονάδες παραγωγής εισέρχονται στο σύστημα με βάση το μεταβλητό τους κόστος, από τις φθηνότερες προς τις ακριβότερες, μέχρι να καλυφθεί η συνολική ζήτηση. Καθοριστικής σημασίας είναι το μοντέλο της οριακής τιμολόγησης, όπου η τελευταία και ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης καθορίζει τελικώς την τιμή για ολόκληρη την αγορά. Το συγκεκριμένο μοντέλο ενισχύει τη ρευστότητα της αγοράς, διασφαλίζει την επάρκεια ισχύος και δημιουργεί επενδυτικά κίνητρα για νέες ενεργειακές υποδομές.
Η θεωρητική τεκμηρίωση του μοντέλου βασίστηκε στην υπόθεση ότι η αγορά θα λειτουργεί υπό συνθήκες ισχυρού ανταγωνισμού και ισορροπημένης διασποράς παραγωγικής ισχύος. Η πρακτική εφαρμογή του, όμως, ανέδειξε σοβαρές στρεβλώσεις, ιδιαίτερα σε αγορές με υψηλή συγκέντρωση ισχύος σε περιορισμένο αριθμό παραγωγών και σε μηχανισμό παραγωγής υπερκερδών μέσω της ίδιας της δομής του συστήματος. Η ενεργειακή κρίση ανέδειξε ότι η επάρκεια ισχύος και η επενδυτική σταθερότητα δεν ταυτίζονται αυτομάτως με την προστασία της κοινωνίας από ακραίες διακυμάνσεις και μηχανισμούς συστημικής αισχροκέρδειας. Η ελληνική αγορά παρέμεινε συστηματικά ακριβότερη και περισσότερο ασταθής σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η αγορά λειτουργεί σε συνθήκες ισχυρής συγκέντρωσης, όπου λίγοι μεγάλοι παραγωγοί και πάροχοι διαθέτουν καθοριστικό έλεγχο επί της προσφοράς. Η αρχιτεκτονική της αγοράς επιτρέπει την παραγωγή υπερκερδών μέσω της λειτουργίας του συστήματος τιμολόγησης. Οι μηχανισμοί εποπτείας και ελέγχου είτε αποδείχθηκαν ανεπαρκείς είτε λειτούργησαν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς απέναντι σε μια πρωτοφανή κοινωνική κρίση. Η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ο ΑΔΜΗΕ, το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας, καθώς και οι αρμόδιοι κρατικοί μηχανισμοί βρέθηκαν επανειλημμένα στο επίκεντρο κριτικής σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εποπτείας της αγοράς και την αδυναμία ουσιαστικής ανάσχεσης των τιμών.
Η κρατική πολιτική περιορίστηκε σε επιδοματικές παρεμβάσεις, λειτουργώντας ως μηχανισμός έμμεσης χρηματοδότησης της ίδιας της αγοράς. Η Ελλάδα δαπάνησε σχεδόν 10 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας κατά την περίοδο 2021 – 2023, ποσό εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της. Το κράτος επέλεξε να απορροφήσει πολιτικά και κοινωνικά την κρίση μέσω δημοσιονομικών παρεμβάσεων, μεταφέροντας τελικώς το κόστος στους ίδιους τους φορολογούμενους.
Η ενεργειακή φτώχεια εξελίχθηκε σταδιακά σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικές συνέπειες αυτής της πολιτικής. Η λειτουργία της αγοράς εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από σύνθετους αλγοριθμικούς μηχανισμούς, που παραμένουν αδιαφανείς και πρακτικά ακατανόητοι για την κοινωνία. Η πράσινη μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας συνοδεύτηκε από αυξανόμενο οικονομικό βάρος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς αντίστοιχη κοινωνική προστασία ή ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών.
Το ψηφιακό κράτος εμφανίζεται ως μηχανισμός διαχείρισης αγορών. Η τεχνολογία, οι αλγόριθμοι και οι αυτοματοποιημένες αγορές παρουσιάζονται ως ουδέτερα εργαλεία «αντικειμενικής» λειτουργίας, ενώ στην πράξη αποκρύπτουν πολιτικές επιλογές με βαθιές κοινωνικές συνέπειες. Ένα κράτος δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά από τον βαθμό ψηφιοποίησης του, αλλά από την ικανότητά του να αποτρέπει τη μετατροπή της τεχνολογίας σε μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων, αισχροκέρδειας και κοινωνικής αποδυνάμωσης.