Β. Ζωγράφος: Το σκάνδαλο των Σπιτιών Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης ως δοκιμασία της ψηφιακής θεσμικής αξιοπιστίας

Β. Ζωγράφος: Το σκάνδαλο των Σπιτιών Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης ως δοκιμασία της ψηφιακής θεσμικής αξιοπιστίας


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Η υπό διερεύνηση υπόθεση των Σπιτιών Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης δεν συνιστά δημόσια αντιπαράθεση σχετικά με το ύψος συγκεκριμένων συμβάσεων. Αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης για τη λειτουργία του ψηφιακού κράτους, αναδεικνύοντας τις θεσμικές αδυναμίες ενός διοικητικού μηχανισμού που επένδυσε σημαντικούς πόρους στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών, χωρίς να επιτύχει τον αντίστοιχο μετασχηματισμό των μηχανισμών προληπτικής εποπτείας και δημοσιονομικής λογοδοσίας.

Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται εύλογα στις αναφορές περί σημαντικής απόκλισης μεταξύ της εκτιμώμενης αξίας αντίστοιχων εγκαταστάσεων, που σύμφωνα με δημόσιους ισχυρισμούς προσεγγίζει τα 65.000 ευρώ, και του κόστους συγκεκριμένων συμβάσεων, που φέρεται να προσεγγίζει τα 300.000 ευρώ ανά μονάδα. Η διερεύνηση της ακρίβειας των στοιχείων αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστικών και ελεγκτικών αρχών. Ανεξαρτήτως της τελικής δικαστικής αξιολόγησης, το πραγματικό διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ την αριθμητική διαφορά μεταξύ δύο οικονομικών μεγεθών.

Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τη θεσμική ικανότητα του ελληνικού κράτους να ανιχνεύει εγκαίρως δημοσιονομικές αποκλίσεις πριν αυτές εξελιχθούν σε αντικείμενο εισαγγελικής διερεύνησης ή πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ψηφιακή διακυβέρνηση δεν αξιολογείται αποκλειστικά από τον αριθμό των ηλεκτρονικών υπηρεσιών που παρέχει ούτε από την ταχύτητα ολοκλήρωσης μιας διοικητικής πράξης. Η πραγματική της αξία μετράται από την ικανότητα μετασχηματισμού της διαθέσιμης πληροφορίας σε εργαλείο συνεχούς εποπτείας, πρόβλεψης κινδύνου και προληπτικής προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των κρατών που διαθέτουν ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο οικοσύστημα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Η συγκέντρωση τεράστιου όγκου πληροφοριών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αποτελεσματική αξιοποίησή τους. Η πληροφορία αποκτά αξία μόνο όταν μετατρέπεται σε γνώση και η γνώση σε επιχειρησιακή παρέμβαση.

Η φιλοσοφία του εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην ψηφιοποίηση της διαδικασίας και όχι στην αλγοριθμική διακυβέρνηση της πληροφορίας. Οι δημόσιες συμβάσεις καταχωρίζονται ηλεκτρονικά, οι αποφάσεις δημοσιεύονται, τα οικονομικά στοιχεία αποθηκεύονται σε πληροφοριακές βάσεις και οι εγκρίσεις ολοκληρώνονται μέσω ψηφιακών πλατφορμών. Απουσιάζουν ολοκληρωμένοι μηχανισμοί που αξιοποιούν το παραγόμενο πληροφοριακό κεφάλαιο προκειμένου να εντοπίζουν εγκαίρως στατιστικές αποκλίσεις, ασυνήθιστα πρότυπα κοστολόγησης ή ανωμαλίες στη διαχείριση των δημόσιων πόρων.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η μηχανική μάθηση και οι τεχνικές ανάλυσης μεγάλων δεδομένων επιτρέπουν την ανάπτυξη εξελιγμένων μοντέλων δημοσιονομικής επιτήρησης, ικανών να συγκρίνουν σε πραγματικό χρόνο χιλιάδες δημόσιες συμβάσεις, να υπολογίζουν εύλογες τιμές αγοράς, να αναγνωρίζουν αποκλίσεις από τον μέσο όρο, να αξιολογούν τη συμπεριφορά των αναδόχων και να ενεργοποιούν αυτομάτως ελεγκτικούς μηχανισμούς όταν εντοπίζονται στατιστικώς ασυνήθιστα πρότυπα. Πρόκειται για τεχνολογίες που εφαρμόζονται ήδη στον τραπεζικό τομέα για την ανίχνευση οικονομικής απάτης, στον ασφαλιστικό κλάδο για την αναγνώριση ύποπτων αποζημιώσεων και στον χώρο της κυβερνοασφάλειας για την ανίχνευση κακόβουλων ενεργειών. Η απουσία αντίστοιχης φιλοσοφίας στη δημόσια διοίκηση δεν αποτελεί τεχνολογικό περιορισμό αλλά στρατηγική υστέρηση.

Το ψηφιακό κράτος διαθέτει την πληροφορία, δίχως τον μηχανισμό αξιοποίησής της. Δημιουργεί δεδομένα, χωρίς να παράγει εγκαίρως επιχειρησιακή γνώση. Ψηφιοποιεί τη γραφειοκρατική διαδικασία, χωρίς να μετασχηματίζει την πληροφορία σε προληπτικό εργαλείο λογοδοσίας. Η διοίκηση εξακολουθεί να λειτουργεί με τη λογική της εκ των υστέρων διερεύνησης, ενώ το σύγχρονο ψηφιακό κράτος οφείλει να λειτουργεί με τη λογική της πρόβλεψης, της πρόληψης και της συνεχούς αξιολόγησης κινδύνου.

Το ψηφιακό κράτος εξακολουθεί να προσεγγίζει την τεχνολογία κυρίως ως εργαλείο διοικητικής διεκπεραίωσης και λιγότερο ως μηχανισμό στρατηγικής διακυβέρνησης. Η επιτυχία του ψηφιακού μετασχηματισμού αξιολογείται συνήθως μέσω ποσοτικών δεικτών, όπως ο αριθμός των διαθέσιμων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, ο χρόνος εξυπηρέτησης ή η μείωση της γραφειοκρατίας. Μικρότερη έμφαση αποδίδεται σε δείκτες θεσμικής ανθεκτικότητας, όπως η ικανότητα πρόληψης δημοσιονομικών αποκλίσεων, η αλγοριθμική ανίχνευση ανωμαλιών, η συνεχής αξιολόγηση κινδύνων και η έγκαιρη ενεργοποίηση μηχανισμών λογοδοσίας.

Η διαφάνεια περιορίζεται στη δημοσιοποίηση εγγράφων αντί να εξελίσσεται σε δυναμική διαδικασία συνεχούς εποπτείας. Η λογοδοσία παραμένει κατασταλτική, ενώ η σύγχρονη ψηφιακή διακυβέρνηση προϋποθέτει πρωτίστως προληπτική λειτουργία. Η υπόθεση των Σπιτιών Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης αποτελεί έναν δείκτη θεσμικής ωριμότητας του ελληνικού ψηφιακού κράτους. Η συγκρότηση νέας αρχιτεκτονικής αλγοριθμικής λογοδοσίας, με την τεχνητή νοημοσύνη, η προγνωστική ανάλυση και η αυτοματοποιημένη αξιολόγηση κινδύνων θα λειτουργούν ως θεσμικοί πολλαπλασιαστές της διαφάνειας και όχι ως απλές τεχνολογικές δυνατότητες.

Η χαρακτηριστική διάσταση της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν αφορά το οικονομικό σκέλος των συμβάσεων, αλλά την απόκλιση μεταξύ των πολιτικών εξαγγελιών και του μετρήσιμου δημόσιου αποτελέσματος. Η πολιτική ηγεσία είχε περιγράψει ένα πολυδιάστατο μοντέλο κυκλικής οικονομίας, που η ανακύκλωση θα ενίσχυε ταυτόχρονα την περιβαλλοντική προστασία, θα παρείχε οικονομικά κίνητρα στους πολίτες, θα περιόριζε τον όγκο των απορριμμάτων προς υγειονομική ταφή και θα συνέβαλλε στη μείωση των δημοτικών τελών. Επτά έτη αργότερα, οι βασικοί ποσοτικοί δείκτες δεν επιβεβαιώνουν την επίτευξη των αρχικών προσδοκιών. Η ανακύκλωση εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα των ευρωπαϊκών στόχων, το μεγαλύτερο ποσοστό των αστικών αποβλήτων εξακολουθεί να οδηγείται σε ταφή, τα οικονομικά ανταποδοτικά οφέλη προς τους πολίτες παραμένουν περιορισμένα, ενώ η επιβάρυνση των δημοτικών τελών δεν ακολούθησε την προβαλλόμενη πορεία αποκλιμάκωσης.

Η χώρα φιλοδοξεί να μεταβεί από τη στείρα ψηφιοποίηση των διοικητικών διαδικασιών σε πρότυπο ευφυούς και προληπτικής διακυβέρνησης. Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης οφείλει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία ολοκληρωμένων μηχανισμών αλγοριθμικής λογοδοσίας, διαλειτουργικότητας των δημόσιων πληροφοριακών συστημάτων και αυτοματοποιημένης ανίχνευσης δημοσιονομικών αποκλίσεων. Δεν είναι αποδεκτό το κράτος να πληροφορείται υπερκοστολογήσεις όταν αναδεικνύονται από δημοσιογραφικές έρευνες ή εισαγγελικές παρεμβάσεις. Το πρόβλημα δεν είναι τεχνολογικό αλλά πολιτικής επιλογής. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν διαθέτει την πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσει το ψηφιακό κράτος ως εργαλείο ελέγχου της ίδιας της κρατικής εξουσίας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ