
Συγκρατημένη αισιοδοξία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία
–Ανησυχητικό το πολεμικό κλίμα που επικρατεί στην Ευρώπη

Του
ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΜΠΟΤΖΙΟΥ
Κάπως απρόσμενη ήταν η πρωτοβουλία του Αμερικανού Προέδρου για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, με δημοσιοποίηση των κύριων σημείων που προτείνει να αποτελέσουν τη βάση για ειρήνευση μεταξύ των δύο εμπόλεμων χωρών. Η αναγγελία της πρωτοβουλίας συνοδεύτηκε από μία προειδοποίηση προς τον ουκρανό Πρόεδρο –υπό την μορφή Ultimatum–, σύμφωνα με την οποία είτε θα αποδεχθεί την πρόταση είτε, εφεξής, δεν θα μπορεί να υπολογίζει στην υποστήριξη των ΗΠΑ.
Η πρόταση –ή σχέδιο πρότασης– περιέχει και κάποια επίμαχα σημεία, όπως την υπαγωγή στη Ρωσία σχεδόν του συνόλου των ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έχει ήδη καταληφθεί από τα ρωσικά στρατεύματα. Ο ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι εμφανίστηκε θετικός στις προτάσεις του αμερικανού Προέδρου, εκφράζοντας, βέβαια, κάποιες ασαφείς επιφυλάξεις κυρίως για το εδαφικό. Αντίθετα, ρητές ήταν οι επιφυλάξεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, όπως και άλλων χωρών-μελών και, ορθώς, του έλληνα πρωθυπουργού και άλλων ευρωπαίων πολιτικών ηγετών.
Εύλογα τα ερωτήματα που εγείρονται για το πώς είναι δυνατό να γίνονται προτάσεις, και μάλιστα από Πρόεδρο χώρας-ηγήτορος του Δυτικού Κόσμου και μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΣΑ) του ΟΗΕ, που αποδέχονται και ευλογούν την καταπάτηση βασικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου και του ΟΗΕ για σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας των χωρών-μελών; Προφανώς, δικαιώνει όσους υποστηρίζουν ότι το ισχύον μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιο Πολέμου σύστημα βρίσκεται de facto υπό αναθεώρηση και ότι η παγκόσμια κοινότητα βρίσκεται σε κατάσταση παρακμής. Μια σύντομη αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν το επιβεβαιώνει. Από την επομένη της κατάρρευσης των καθεστώτων του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, το 1989, η διεθνής κοινότητα βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή, ενώ παρατηρείται έξαρση όσον αφορά τη διεξαγωγή περιφερειακών πολέμων, όπως στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία.
Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του διπολικού κόσμου, με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, χαρακτηρίστηκαν από αγωνιώδη αναζήτηση νέων ισορροπιών και θέσπιση νέων κανόνων συνεργασίας, αλλά στο πνεύμα της παγκοσμιοποίησης, η οποία είχε αποκλειστικά οικονομικά χαρακτηριστικά και προσανατολισμούς. Εξαίρεση αποτέλεσε η Κίνα, που διαμόρφωσε ένα παράδοξο πολιτικοοικονομικό σχήμα, καπιταλιστικού και μαρξιστικού τύπου. Η νέα τάξη πραγμάτων και οι διεθνείς εξελίξεις δεν επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες των λαών. Κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, τη συγκρουσιακή. Τα πρώτα χρόνια των εναγώνιων αναζητήσεων και ριζικών αλλαγών τα έζησα υπηρεσιακά ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ – OSCE), που εδρεύει στη Βιέννη. Άξιο αναφοράς το ότι ο ρώσος ομόλογός μου ήταν ο πρέσβης Γιούρι Ουσιακόφ, σημερινός στενός συνεργάτης και διπλωματικός σύμβουλος του Προέδρου Πούτιν. Στο Μόνιμο Συμβούλιο, που αποτελεί το εκτελεστικό όργανο και όργανο λήψης αποφάσεων του Οργανισμού, το οποίο συνήρχετο κάθε Πέμπτη, ικανό μέρος των συζητήσεων καταλάμβαναν οι εκατέρωθεν κατηγορίες και αντεγκλήσεις μεταξύ της Ρωσικής Μονίμου Αντιπροσωπείας και εκείνων των Βαλτικών Χωρών (Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία). Η Ρωσική Διπλωματική Αντιπροσωπεία κατήγγελλε ότι οι Βαλτικές Χώρες, χωρίς εξαίρεση, δεν απέδιδαν στους ρωσικής καταγωγής πολίτες την ιθαγένεια της χώρας και ότι τους στερούσαν τα δικαιώματα που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο για τις εθνικές μειονότητες. Από την πλευρά τους, οι Διπλωματικές Αντιπροσωπείες των Βαλτικών Χωρών απέρριπταν τις κατηγορίες υποστηρίζοντας ότι οι ρωσικής καταγωγής κάτοικοι δεν αποτελούσαν εθνική μειονότητα με τη ιστορική και νομική έννοια, γιατί είχαν εγκατασταθεί στις χώρες τους βιαίως, στα πλαίσια σχετικής πολιτικής της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Άφηναν, δε, σαφώς να εννοηθεί ότι μπορούσαν, εφόσον το επιθυμούσαν, να επιστρέψουν στη πατρίδα καταγωγής των.
Οι σχέσεις των Βαλτικών Χωρών με τη Ρωσία οξύνθηκαν έτι περαιτέρω μετά την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, για την οποία η Μόσχα πίστευε ότι αποσκοπούσε στην περικύκλωση και στην απομόνωσή της. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, ενέτεινε τη δυσπιστία των Βαλτικών Χωρών έναντι της Μόσχας, υπό τον φόβο ότι θα μπορούσαν να υποστούν ανάλογη με την Ουκρανία συμπεριφορά, λόγω και της γεωγραφικής τους γειτνίασης, καθώς είναι όμορες χώρες με τη Ρωσία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και κάθε χώρα-μέλος χωριστά εξέφρασαν εμπράκτως την απόλυτη συμπαράστασή τους στην Ουκρανία, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και με τη συνεχή ενίσχυσή της με προμήθεια πολεμικού υλικού. Εκείνο που παρατηρείται και προκαλεί απορίες είναι η έλλειψη, από πλευράς της, πρωτοβουλιών για κατάπαυση του πυρός και έναρξη διαπραγματεύσεων για ειρήνευση. Μάλιστα παρατηρείται το αντίθετο, ευρωπαίοι ηγέτες χωρών με επιρροή, να συνιστούν και να εισηγούνται την αποστολή στρατευμάτων, ακόμη και νατοϊκών.
Οι πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του πολέμου αφήνονται στην πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη. Συγχρόνως, έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη ένα κλίμα αντιπαλότητας προς τη Ρωσία, που δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί. Σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί σε ιδεολογικούς λόγους, όπως ίσχυε επί Σοβιετικής Ένωσης. Οι λόγοι είναι γεωπολιτικοί και πρωτίστως οικονομικοί. Οι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις και θέσεις για ρωσική απειλή κατά της Ευρώπης δεν επαληθεύονται από την Ιστορία. Έχει συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Οι πολιτικοί ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών, όπως και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, θα έπρεπε να είχαν αναλάβει από καιρό χωριστές πρωτοβουλίες για τερματισμό του πολέμου και όχι να ακολουθούν τις ΗΠΑ, τα συμφέροντα των οποίων δεν συμπίπτουν πάντοτε με εκείνα των Ευρωπαίων.