
Η πρωτοβουλία Γκουτιέρες στο Κυπριακό δεν είναι ευκαιρία, όπως παρουσιάζεται
Η υπαναχώρηση της Άγκυρας στη συμφωνία για σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως συν 1 για το Κυπριακό είναι μια σαφής ένδειξη ότι η Άγκυρα δεν έχει διαφοροποιηθεί από την αδιάλλακτη θέση των δύο κρατών, στην οποία έχει μετακινηθεί απορρίπτοντας τη διζωνική ομοσπονδία, που ήταν η προηγούμενη σημαία της. Η μόνη παραχώρηση που κάνει για λόγους διπλωματικής ευελιξίας και την οποίαν εκφράζει ο εγκάθετός της στην Κύπρο, Τουρκοκύπριος ηγέτης Ερχιουμάν, είναι η αναγνώριση στο ψευδοκράτος κυριαρχικής ισότητας και μια δήθεν ομόσπονδη λύση τύπου Βοσνίας, που θα ήταν, στην πραγματικότητα, συνομοσπονδία.

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Πώς συμβιβάζεται όμως η Τουρκική αυτή θέση με το λεγόμενο πλαίσιο Γκιουτιέρες, στο οποίο όλοι ομνύουν ότι θα είναι η βάση της σχεδιαζόμενης Πενταμερούς; Ο ίδιος ο Αντόνιο Γκουτιέρες απέφυγε στη Λευκωσία να πάρει σαφή θέση για το περίφημο δικής του εμπνεύσεως πλαίσιο. Ο λόγος είναι προφανής. Το πλαίσιο Γκουτιέρες αναφερόταν στη διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Πόσο αποδεκτό όμως είναι σήμερα από την Τουρκική πλευρά, εφόσον η ίδια έχει μετακινηθεί από την ομοσπονδία στη θέση των δύο κρατών ή της συνομοσπονδίας;
Ένα άλλο ερώτημα είναι επίσης πολύ σημαντικό. Ο Γ. Γραμματέας του ΟΗΕ είχε, πριν από την επίσκεψή του στη Λευκωσία, τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Τούρκο Πρόεδρο. Υποτίθεται ότι πήρε διαβεβαιώσεις για την ανάληψη της πρωτοβουλίας του και κατ’ αρχήν τη σύμφωνη γνώμη του Ερντογάν για τη σύγκληση νέας Πενταμερούς. Ο Τούρκος Πρόεδρος προέβαλε από την αρχή τη γνωστή θέση του για δύο κράτη. Συνέπλευσε όμως με την πρωτοβουλία. Είναι φανερό ότι η μεταγενέστερη υπαναχώρηση Ερντογάν δεν θέλει να ματαιώσει αλλά να μετατρέψει σε εργαλείο διπλωματικού εκβιασμού την προβλεπόμενη Πενταμερή. Εφόσον η Ελληνική Κυπριακή πλευρά επιδεικνύει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για την επανάληψη των συνομιλιών από το σημείο στο οποίο είχαν διακοπεί το 2017 στο Κραν Μοντανά και για τη σύγκληση νέας Πενταμερούς, η Άγκυρα ασκεί εκβιασμό και διαπραγματεύεται σκληρά τη συγκατάθεσή της με σκοπό να προκαταλάβει την ουσία με τη διαδικασία και να εξασφαλίσει τα μέγιστα δυνατά ανταλλάγματα.
Εάν κατορθώσει να επιβάλει την αποδοχή της κυριαρχικής ισότητας ως βάσεως της νέας Πενταμερούς, η Άγκυρα θα έπαιρνε το μέγιστο που ζητά από τα αποδυτήρια. Ασκεί πιέσεις γι’ αυτό στον ΟΗΕ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να αποσπάσουν υποχωρήσεις από την Ελληνική πλευρά ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκληση της Πενταμερούς. Συνυπολογίζει σ’ αυτό και το εσωτερικό μέτωπο της Κύπρου και τον προκλητικό ενδοτισμό ορισμένων κομμάτων, με πρώτο το Κομμουνιστικό ΑΚΕΛ, με το οποίο συντάσσεται και η ηγεσία του ΔΗΣΥ. Τα δύο αυτά κόμματα, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, βρίσκονται πίσω από τις κινητοποιήσεις της λεγόμενης «Κοινωνίας των Πολιτών», που συσπειρώνει παλαιμάχους του σχεδίου Ανάν. Είναι εκπληκτικό ότι τόσο η «Κοινωνία των Πολιτών» όσο και τα ίδια τα κόμματα προβάλλουν ως κύριο σύνθημα «Λύση Τώρα» και ασκούν πιέσεις στον Κύπριο Πρόεδρο, ως η λύση να εξαρτάται από την Ελληνική πλευρά. Τι σημαίνει αυτή η στάση; Οι ηγεσίες των δύο κομμάτων είναι έτοιμες να συζητήσουν υποχωρήσεις και πέρα από το πλαίσιο Γκουτιέρες, το οποίο επισείουν μέχρι τώρα ως αποδεκτή βάση για μια νέα Πενταμερή;
Το πρόβλημα με το εσωτερικό μέτωπο της Κύπρου είναι, δυστυχώς, βαθύ και συνδέεται με την πολιτική των ατελείωτων διακοινοτικών συνομιλιών και των απαράδεκτων υποχωρήσεων, στις οποίες έχει προβεί διαχρονικά η Ελληνική πλευρά από το 1974, με την ελπίδα μιας αποδεκτής λύσεως και την επιστροφή κατεχομένων εδαφών. Η διαπίστωση ότι η διαρροή του χρόνου παγίωνε τα τετελεσμένα γεγονότα συνέβαλε στην προσκόλληση της Ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες με κάθε κόστος, πληρώνοντας τίμημα κάθε φορά για την επανέναρξή τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Τουρκική πλευρά εκμεταλλεύθηκε κυνικά τον πόθο της Ελληνικής πλευράς για την κατεχόμενη γη τους και χρησιμοποίησε την ενδεχόμενη επιστροφή ορισμένων εδαφών ως δέλεαρ για την απόσπαση παραχωρήσεων.
Τη μεγαλύτερη όμως ζημιά στον αντι-κατοχικό αγώνα της Κύπρου προκάλεσε η δήθεν διεθνιστική πολιτική του Κομμουνιστικού ΑΚΕΛ για προσέγγιση με τους Τουρκοκυπρίους ως μόνης οδού για τη λύση του Κυπριακού και αποτροπή δήθεν της διχοτομήσεως. Η ανεδαφική και ουτοπική αυτή πολιτική αποπροσανατόλισε τον αντι-κατοχικό αγώνα. Πώς είναι δυνατόν να μάχεσαι κατά της Τουρκικής κατοχής, όταν οι Τουρκοκύπριοι και οι διαχρονικές ηγεσίες τους είναι ταυτισμένες με την Άγκυρα; Η θέση αυτή υποτιμά επίσης το πρώτιστο ενδιαφέρον της Άγκυρας, που είναι η γεωπολιτική και στρατηγική σημασία της Κύπρου και όχι, βεβαίως, οι Τουρκοκύπριοι.
Η Άγκυρα, με τη λογική που διέπει την πολιτική της, δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα κατεχόμενα ή για διχοτόμηση. Θέλει να ασκεί στρατηγικό έλεγχο πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο, με τη βοήθεια μιας λύσεως δικέφαλου κράτους, που θα αντικαθιστούσε την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ο στόχος αυτός αποκτά επείγοντα χαρακτήρα, μετά τις στρατηγικές αλλαγές που σημειώνονται στην περιοχή και την πολιτική που ακολουθεί η Κύπρος κατά την τελευταία περίοδο. Η τελευταία ενισχύει καταλυτικά τη στρατηγική θέση της Κύπρου και αλλάζει κατά πολύ την ισορροπία δυνάμεων που επεβλήθη, με την εισβολή, το 1974 και συντηρείται και ενισχύεται από τότε.
Η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άνοδο του κλίματος ανταγωνισμού και αντιπαραθέσεως μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, η στρατηγική συμμαχία με τη Γαλλία, η οποία θεωρεί πολύ σημαντικό έρεισμα την Κύπρο για την πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και ειδικότερα τον Λίβανο, η σχέση στρατηγικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ και ο ρόλος που μπορεί να παίξει η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Κοινή Άμυνα ανησυχούν την Άγκυρα, όπως και τη Μεγάλη Βρετανία.
Επείγονται και οι δύο χώρες να τορπιλίσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και να την αντικαταστήσουν με ένα δικέφαλο, ανίσχυρο κράτος, που θα ήταν ουσιαστικά υπό Τουρκικό γεωπολιτικό και στρατηγικό έλεγχο και θα εξυπηρετούσε τους Τουρκικούς σχεδιασμούς για ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο και προνομιακή Τουρκική συνεργασία με την Ευρώπη, ειδικότερα την Ευρωπαϊκή Κοινή Άμυνα.
Η μικρή, ημικατεχόμενη Κύπρος μπορεί σήμερα και ασκεί πολιτική συμμαχιών και περιφερειακών πολιτικών ως χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, επειδή έχει ως Κυπριακή Δημοκρατία καθεστώς ανεξάρτητης και κυρίαρχης χώρας. Ενδεχόμενη κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και υποκατάστασή της από ένα μόρφωμα δύο ίσων μερών ή κρατών θα άνοιγε τον δρόμο για την αυτοκαταστροφή του Ελληνισμού της Κύπρου και τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου από την Άγκυρα.
Έχουν γι’ αυτό μεγάλες ευθύνες οι πολιτικές ηγεσίες στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Ο θεμιτός στόχος της αναζητήσεως μιας αποδεκτής λύσεως στο Κυπριακό δεν πρέπει να γίνει παγίδα που θα απειλήσει ολόκληρη την Κύπρο.
Διαφαίνεται ήδη η Τουρκική τακτική. Η Άγκυρα έδωσε την εντύπωση στον Αντόνιο Γκουτιέρες ότι υποστηρίζει την πρωτοβουλία του, αλλά μετά υπανεχώρησε για να τον καταστήσει όργανο των επιδιώξεών της. Έστειλε, δηλαδή, το μήνυμα ότι για να συγκληθεί η Πενταμερής πρέπει να πιέσει την Ελληνική πλευρά να συμφωνήσει πάνω στη νέα βάση που προτείνει η Τουρκία. Να τα δώσει, δηλαδή, όλα εκ των προτέρων. Στο ίδιο πνεύμα, ασκεί πίεση προς την ΕΕ, για να πάρει αφενός τα ανταλλάγματα που ζητά στις Ευρω-Τουρκικές σχέσεις και αφετέρου να υπονομεύσει τη θέση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη θεωρία των δύο ίσων μερών στην Κύπρο.
Η Ελληνική πλευρά δεν μπορεί να πορεύεται με ευπιστία στις αγαθές προθέσεις του Αντόνιο Γκουτιέρες και της προσωπικής του απεσταλμένης στο Κυπριακό, Ολγκίν. Θα μπορούσαν να αποδειχθούν Δούρειος Ίππος σε βάρος της Κύπρου. Αρκεί μόνον να φαντασθεί κανείς το ενδεχόμενο να καταθέσει κάποια στιγμή η Ολγκίν σχέδιο «λύσεως» του Κυπριακού πάνω στη βάση των Τουρκικών θέσεων.
Η Αθήνα κρατά αποστάσεις ασφαλείας από το Κυπριακό, αλλά βλέπει θετικά την πρωτοβουλία Γκουτιέρες. Τι σημαίνει όμως αυτό; Το σημαντικό, και αυτό πρέπει να αποτελέσει κοινή γραμμή Αθηνών – Λευκωσίας, είναι: Πρώτον, η μη διολίσθηση της Ελληνικής πλευράς, με οποιονδήποτε τρόπο, προς τις Τουρκικές θέσεις της συνομοσπονδίας και των δύο κρατών. Δεύτερον, η διαφύλαξη του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ως εγγυητή του κεκτημένου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και ως εγγυητή του διεθνούς καθεστώτος μιας χώρας-μέλους, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την ΕΕ. Η Ελληνική πλευρά δεν πρέπει να επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ως μοχλός πιέσεως σε βάρος της, με συζητήσεις για εξαιρέσεις και ειδικές πρόνοιες σε βάρος της Κύπρου.
Η σπουδή για λύση δεν πρέπει να οδηγήσει την Ελληνική πλευρά σε εγκλωβισμό σε απαράδεκτο πλαίσιο, που θα υπονόμευε την ίδια την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το σημαντικότερο για την Κύπρο είναι η συνέχιση μιας πολιτικής που ενισχύει τη θέση της, αλλάζει την ισορροπία δυνάμεων και διανοίγει για την Κύπρο νέες, απελευθερωτικές προοπτικές. Η εμμονή σε λάθος θέσεις, όπως είναι η περιβόητη διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, φαλκιδεύει και αποπροσανατολίζει τον αγώνα της Κύπρου. Το ιδεολόγημα ότι η διζωνική αποτρέπει δήθεν τη διχοτόμηση αντιμάχεται τη λογική, γιατί η ίδια συνιστά διχοτόμηση και νομιμοποίηση των τετελεσμένων γεγονότων της Τουρκικής κατοχής.
Δεν είναι δυνατόν η Ελληνική πλευρά να προστρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Αμερικανικό Κογκρέσο και να ζητά ψήφισμα υπέρ της διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Αυτό που πρέπει σταθερά να ζητά είναι η αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και η εφαρμογή σ’ όλη την Κύπρο, χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις, του Ευρωπαϊκού κεκτημένου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Αθήνα έχει τεράστιες ευθύνες για τον Ελληνισμό της Κύπρου. Εάν επιτραπεί στην Άγκυρα να θέσει υπό τον γεωπολιτικό της έλεγχο ολόκληρη την Κύπρο, με τη φενάκη μιας δήθεν λύσεως, θα ήταν κατήφεια και όνειδος για ολόκληρο τον Ελληνισμό αλλά και μέγας κίνδυνος, εφόσον η επιτυχία αυτή θα ήταν ένα άλμα για την Τουρκική ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο.