Μ. Κρανίδης: 800.000 κενές κατοικίες και ακόμη ψάχνουμε λύση για το Στεγαστικό

Μ. Κρανίδης: 800.000 κενές κατοικίες και ακόμη ψάχνουμε λύση για το Στεγαστικό

Η Ελλάδα βιώνει μια έντονη και πλέον διαρθρωτική στεγαστική κρίση. Οι τιμές αγοράς κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά, τα ενοίκια απορροφούν μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος και χιλιάδες νέοι, οικογένειες και εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν προσιτή και αξιοπρεπή κατοικία. Την ίδια στιγμή, όμως, η χώρα διαθέτει ένα πολύ μεγάλο στεγαστικό απόθεμα που παραμένει ανενεργό.

Συνοπτικά
  • Τεράστιο απόθεμα: Περίπου 800.000 κατοικίες (12% του συνόλου) είναι πραγματικά κενές στη χώρα, με περισσότερες από 526.000 μη κατοικούμενες στην Αττική.
  • Αίτια αδράνειας: Κόστη ανακαίνισης, πολεοδομικές εκκρεμότητες, κληρονομικά προβλήματα και επιφυλακτικότητα των ιδιοκτητών κρατούν τα σπίτια κλειστά.
  • Πρόταση λύσης: Δημιουργία Μητρώου Κενών Ακινήτων και στόχος για ένταξη τουλάχιστον 20.000 κατοικιών στην αγορά εντός 4ετίας.

Διαβάστε την αναλυτική κάλυψη παρακάτω…

Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου


Τα στοιχεία της Απογραφής 2021 της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικά. Περίπου 800.000 κατοικίες μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματικά κενές, όταν από το ευρύτερο σύνολο των μη κατοικούμενων κατοικιών αφαιρεθούν οι εξοχικές και δευτερεύουσες κατοικίες. Μιλάμε για περίπου 12% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της χώρας. Στην Αττική, όπου το στεγαστικό πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο, περισσότερες από 526.000 κατοικίες καταγράφηκαν ως μη κατοικούμενες, αν και σε αυτές περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες ακινήτων.

Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσα κενά ακίνητα υπάρχουν, αλλά ποια από αυτά μπορούν πραγματικά να επιστρέψουν στην αγορά και με ποιες παρεμβάσεις.

Οι λόγοι για τους οποίους παραμένουν κλειστά είναι πολλοί. Μεγάλο μέρος του ελληνικού κτιριακού αποθέματος είναι παλιό και απαιτεί σημαντικό κόστος ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης. Υπάρχουν πολεοδομικές εκκρεμότητες, αυθαίρετες κατασκευές, προβλήματα τίτλων, συνιδιοκτησίες, κληρονομικές εκκρεμότητες και ακίνητα που οικονομικά δεν συμφέρει σήμερα να αποκατασταθούν. Παράλληλα, αρκετοί ιδιοκτήτες παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στη μακροχρόνια μίσθωση.

Δεν αρκούν, επομένως, αποσπασματικά προγράμματα επιδότησης. Χρειάζεται μια εις βάθος, ολοκληρωμένη και κυρίως μετρήσιμη κυβερνητική πολιτική για τις κενές κατοικίες και τα κενά ακίνητα, με συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους και ετήσια αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της.

Πρώτο βήμα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός πραγματικού μητρώου κενών ακινήτων, μέσα από τη διασταύρωση στοιχείων Ε9, Κτηματολογίου, ηλεκτρικής κατανάλωσης και άλλων διαθέσιμων δημόσιων βάσεων δεδομένων. Πρέπει να γνωρίζουμε πού βρίσκονται, σε ποια κατάσταση είναι, γιατί παραμένουν κλειστά και ποια μπορούν να αξιοποιηθούν.

Στη συνέχεια απαιτείται συνδυασμός πολιτικών: Ισχυρότερα κίνητρα ανακαίνισης, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση, χρηματοδότηση ενεργειακής αναβάθμισης, ταχύτερη επίλυση πολεοδομικών και ιδιοκτησιακών εκκρεμοτήτων και αξιοποίηση του ανενεργού αποθέματος του Δημοσίου, των δήμων και άλλων δημόσιων φορέων.

Ο στόχος πρέπει να είναι συγκεκριμένος: Μέσα στην επόμενη τετραετία, τουλάχιστον 20.000 πρόσθετες κατοικίες να έχουν εισέλθει στην αγορά, τόσο από το ιδιωτικό όσο και από το δημόσιο απόθεμα. Δηλαδή τουλάχιστον 5.000 κατοικίες ετησίως, με δημοσιοποιημένα αποτελέσματα και δυνατότητα ελέγχου της αποτελεσματικότητας κάθε μέτρου.

Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ενισχύοντας τη ζήτηση για τα ίδια, περιορισμένα διαθέσιμα σπίτια. Χρειάζεται να αυξήσουμε με πραγματικούς και μετρήσιμους όρους την προσφορά. Τα κενά ιδιωτικά και δημόσια ακίνητα μπορούν να αποτελέσουν ένα σημαντικό μέρος της λύσης, αρκεί από τις εξαγγελίες να περάσουμε σε ένα οργανωμένο τετραετές σχέδιο, με συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Ψηφιακή απεικόνιση / paron.gr