
Δυναμική Γαλλική παρέμβαση στον Αγωγό Ηλεκτρικής Διασυνδέσεως Ευρώπης – Ασίας (GSI)

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Η μεγάλη Γαλλική εταιρεία Meridian, ειδικευμένη σε μεγάλα έργα ενεργειακής διασυνδέσεως, εισήλθε στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας που προωθεί την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδος – Κύπρου, ως μέρους του στρατηγικού αγωγού ηλεκτρικής διασυνδέσεως Ευρώπης – Ασίας (GSI). Συγκεκριμένα, πήρε από τον ΑΔΜΗΕ το 51% των μετοχών.
Η κίνηση αυτή της Γαλλικής εταιρείας, που έχει την ισχυρή υποστήριξη της Γαλλικής κυβερνήσεως του Γάλλου Προέδρου, επιλύει τα θέματα που συνδέονται με την οικονομική βιωσιμότητα και τις τεχνικές προϋποθέσεις του έργου. Αναδεικνύει ταυτόχρονα την Ευρωπαϊκή διάσταση του έργου και προσθέτει ειδικότερα το βάρος της Γαλλίας στην ομαλή εξέλιξη και υλοποίησή του.
Παραμένει εντούτοις το ερώτημα αν και τη φορά αυτή προσπαθήσει η Άγκυρα να παρεμβληθεί, με το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», πώς θα αντιδράσει και θα προασπίσει τα δικαιώματά της η Ελλάδα.
Το προηγούμενο της Κάσου το 2020 προκαλεί θλίψη και αγανάκτηση. Η Ελλάδα επέτρεψε στην Άγκυρα να ματαιώσει την πόντιση του καλωδίου ερευνών, με το επιχείρημα ότι η περιοχή αυτή αποτελεί δήθεν μέρος της Τουρκικής «Γαλάζιας Πατρίδας» και ότι για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε ερευνών απαιτείται άδεια από τις Τουρκικές αρχές.
Προφανώς, η Άγκυρα επιδιώκει να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και να επιβάλει δυναμικά, επί του πεδίου, τις εξωφρενικές απαιτήσεις της για Τουρκική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Στο πνεύμα αυτό, είχε εξαγγείλει και τη μετατροπή της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε νόμο του κράτους, ώστε να καταστήσει εσωτερικό δίκαιο την επιβολή της και να δεσμεύσει σ’ αυτήν το Τουρκικό πολιτικό σύστημα. Με αφορμή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ανέβαλε την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, αναμένοντας την κατάλληλη συγκυρία για να το επαναφέρει.
Η Τουρκική αυτή κίνηση δείχνει σαφώς ότι ο χρόνος της αναβολής από την Ελλάδα της ασκήσεως των νόμιμων δικαιωμάτων της, που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο, έχει εξαντληθεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, έχουν εξαντληθεί οι ανερμάτιστες πολιτικές κατευνασμού, που επιτρέπουν στην Άγκυρα όχι μόνο να διατηρεί στο ακέραιο τις παράλογες διεκδικήσεις της σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου, χωρίς να πληρώνει ακριβό τίμημα, αλλά και να κλιμακώνει προκλητικά τις απαιτήσεις της. Έφτασε σήμερα στο σημείο να απαιτεί, απροκάλυπτα, το μισό Αιγαίο, πέραν του 25ου Μεσημβρινού, και την κυριότητα διάσπαρτων νησίδων στο Αιγαίο, με το επιχείρημα ότι αυτές είναι δήθεν απροσδιόριστης κυριαρχίας.
Η Ελλάδα δεν έχει πλέον κανένα περιθώριο αναβολής και παραπομπής στο μέλλον της ασκήσεως των δικαιωμάτων της, εγκλωβιζόμενη στα 6 μίλια, που είναι σήμερα τα χωρικά της ύδατα. Ακόμη και αυτά δεν γίνονται σεβαστά από την Άγκυρα για την αλιεία στο Αιγαίο. Τούρκοι αλιείς, με την ενθάρρυνση και την κάλυψη του Τουρκικού κράτους, εισβάλλουν συστηματικά στα Ελληνικά χωρικά ύδατα και παραβιάζουν σ’ όλο το Αιγαίο τους κανονισμούς που θεσπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την προστασία του θαλάσσιου γόνου.
Γιατί η Ελληνική κυβέρνηση ανέχεται παθητικά αυτήν την κατάσταση; Γιατί δεν προασπίζει τα συμφέροντα των Ελλήνων αλιέων και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, για την οποία έχει και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως; Η προάσπιση των Ελληνικών δικαιωμάτων στο θέμα της ποντίσεως των απαιτούμενων καλωδίων για τον αγωγό ηλεκτρικής διασυνδέσεως Ελλάδος – Κύπρου και Ευρώπης – Ασίας υπερβαίνει κατά πολύ σε σημασία το σημαντικό αυτό έργο. Αφορά ευθέως τη στρατηγική θέση και τον ρόλο της Ελλάδος στη Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα θέλει να εγκλωβίσει την Ελλάδα στο μισό Δυτικό Αιγαίο και ουσιαστικά να την περιθωριοποιήσει στρατηγικά, αναλαμβάνοντας η ίδια τον στρατηγικό έλεγχο του Ανατολικού Αιγαίου και προσθέτοντας τη στρατηγική αξία του σ’ αυτή των Στενών, τα οποία ελέγχει. Με το σενάριο αυτό εξωθείται η Ελλάδα και από την Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία θέλει η Άγκυρα να επιβάλει την ηγεμονία της.
Είναι διατεθειμένο όμως το Ισραήλ να επιτρέψει στην Άγκυρα να παρεμβληθεί στις επικοινωνίες του με τη Δύση και να εγκαθιδρύσει ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο; Είναι διατεθειμένη η Γαλλία να ανεχθεί μια τέτοια Τουρκική ηγεμονία, όταν επηρεάζονται άμεσα τα συμφέροντά της στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στον Λίβανο;
Η Ελλάδα στην προάσπιση των θαλασσίων δικαιωμάτων της και στην παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο έχει ισχυρούς στρατηγικούς συμμάχους, πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που βλέπει στην Ελλάδα και στην Κύπρο δύο χώρες-μέλη που αποτελούν το σύνορό της στην περιοχή και εξέδρες Ευρωπαϊκής πολιτικής γι’ αυτήν. Λαμβάνοντας επίσης υπ’ όψιν την Αμερικανική πολιτική για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα τη σύνδεσή της με την ασφάλεια του Ισραήλ, είναι προφανές ότι ούτε οι ΗΠΑ ευνοούν Τουρκική ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελληνική πολιτική έχει επομένως ισχυρές βάσεις για μια πιο ενεργητική και αποφασιστική προβολή και άσκηση των δικαιωμάτων της. Δεν είναι ακραία πολιτική η άσκηση των δικαιωμάτων που καθορίζονται από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο και τα οποία έχουν ασκηθεί από όλες σχεδόν τις επηρεαζόμενες χώρες, με μόνη εξαίρεση την Ελλάδα.
Στο πνεύμα αυτό, η Ελλάδα πρέπει να αφήσει πίσω της το προηγούμενο της Κάσου και να αντιδράσει δυναμικά στην περίπτωση Τουρκικής παρακωλύσεως των προβλεπομένων ερευνών για τον αγωγό GSI. Με το ίδιο πνεύμα, πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σταδιακή άσκηση των δικαιωμάτων ΑΟΖ, χωρικών υδάτων και προστατευόμενων θαλασσίων ζωνών της Ελλάδος, όπως επίσης των δικαιωμάτων αλιείας στο Αιγαίο.
Η Τουρκία χρησιμοποιεί, ως γνωστόν, την απειλή της ισχύος. Είναι επομένως θέμα υπαρξιακό για την Ελλάδα η δημιουργία και η διαφύλαξη ισχυρής αποτροπής, η οποία να μην επιτρέπει στην Άγκυρα να κάνει σχέδια για αρπαγή του Αιγαίου και στρατηγική περιθωριοποίηση της Ελλάδος. Ο σημερινός Τούρκος Πρόεδρος σχεδιάζει από καιρό να εξασφαλίσει στην Τουρκία αναμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή έναντι της Ελλάδος και να πάρει, από θέση ισχύος και αμαχητί, αυτά που θέλει από την Ελλάδα. Τα σχέδια αυτά πήγαν πίσω με την περιπέτεια των πυραύλων S-400 και των αεροσκαφών F-35. Η Άγκυρα όμως δεν παραιτείται από τα σχέδια αυτά και εντείνει τις προσπάθειές της στον τομέα της εθνικής πολεμικής βιομηχανίας.
Η Ελλάδα δεν πρέπει μόνο να παρακολουθεί τους Τουρκικούς εξοπλισμούς και να διατηρεί μια απαραίτητη ισορροπία. Πρέπει ταυτόχρονα να αναπτύξει τη δική της αμυντική βιομηχανία, τεχνολογία και καινοτομία και να οικοδομήσει συμπληρωματικά τις αναγκαίες στρατηγικές συνεργασίες και συμμαχίες.
Η Ελλάδα δεν είναι τόσο ανίσχυρη όσο ορισμένοι νομίζουν ούτε η Τουρκία τόσο ισχυρή όσο θέλει η ίδια να παρουσιάζεται. Η Άγκυρα προβάλλει ένα μεγαλεπήβολο στρατηγικό και ηγεμονικό σχέδιο, στο οποίο όμως πολλαπλασιάζονται οι αντιφάσεις και οι αντιδράσεις. Ο Ερντογάν προσπαθεί τώρα να κλείσει το μέτωπο των Κούρδων, το οποίο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο όσο οξύνεται η ένταση και η αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Το σχέδιο δεν είναι καινούργιο. Το είχε προβάλει και είχε προσπαθήσει να το εφαρμόσει στην αρχή της πολιτικής θητείας του. Αναγκάστηκε, όμως, να το εγκαταλείψει μπροστά στις έντονες εθνικιστικές αντιδράσεις στην Εθνοσυνέλευση και στον Στρατό. Σήμερα έχει τη συνηγορία και τη στήριξη του πολιτικού του εταίρου στην κυβέρνηση, εθνικιστή Μπαχτσελί. Το νομοσχέδιο, όμως, που εισάγει στην Εθνοσυνέλευση παραμένει πολύ περιοριστικό, αποκλείοντας από την αμνηστία τους μαχητές του ΡΚΚ που έδρασαν κατά των Τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας και τον ίδιο τον Οτσαλάν, ο οποίος θα παραμείνει στη φυλακή.
Η Άγκυρα επιδιώκει μέσα από τη «λύση» του Κουρδικού να προλάβει την εργαλειοποίησή του από ξένες δυνάμεις (βλέπε Ισραήλ) αλλά και να χρησιμοποιήσει την εξομάλυνση των σχέσεων με τους Κούρδους για την επέκταση της Τουρκικής επιρροής στους Κούρδους της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν. Προσωπικά, ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν επιδιώκει επίσης να αξιοποιήσει την Κουρδική ψήφο για να αλλάξει το Σύνταγμα και να καταστήσει εφικτή μια δική του νέα Προεδρική θητεία.
Η βασική απόφαση που βιώνει η Τουρκική πολιτική είναι η προβολή, αφενός, από την Τουρκία ενός Ισλαμικού οράματος ως κυρίαρχου ιδεώδους της Τουρκικής πολιτικής και κινητήρα των μεγαλοϊδεατικών Τουρκικών φιλοδοξιών και, αφετέρου, μιας Δυτικής, ΝΑΤΟϊκής ταυτότητας, που συνδέει την Τουρκία με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Η πραγματική αδυναμία της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας είναι το έλλειμμα στρατηγικής και αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζει την ηγεσία της. Ένα παράδειγμα σήμερα είναι η νέα πρωτοβουλία για το Κυπριακό του απερχόμενου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες. Αθήνα και Λευκωσία έσπευσαν να χαιρετίσουν την πρωτοβουλία, χωρίς να προβληματισθούν για το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναμένεται να εκδηλωθεί. Το πλαίσιο αυτό οριοθετήθηκε ουσιαστικά από τον Γ. Γραμματέα, κατά την επίσκεψή του στη Λευκωσία. Επίκεντρο δεν ήταν η Τουρκική εισβολή. Αυτή αποσιωπάται και προβάλλεται η διακοινοτική πτυχή του Κυπριακού, που αφήνει εκτός την Άγκυρα ως εισβολέα.
Εάν η πρωτοβουλία Γκουτιέρες συνεχισθεί και φτάσει στην υποβολή, είτε από τον ίδιο είτε από την προσωπική του εκπρόσωπο για το Κυπριακό, Ολγκίν, ενός σχεδίου για τη «λύση» του Κυπριακού, ποιο θα είναι το περιεχόμενό του; Ήδη γίνεται λόγος, με διαρροές στον Βρετανικό και στον Τουρκικό Τύπο, για «χαλαρή ομοσπονδία», ψευδώνυμο της διεκδικήσεως από την Τουρκική πλευρά δύο συνομόσπονδων «ίσων» μερών ή δύο κρατών. Μπορεί η Κύπρος να δεχθεί ή έχει συμφέρον να δεχθεί μια τέτοια «λύση»; Η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η υποκατάστασή της από ένα δικέφαλο κράτος, που θα κυβερνάται με Τουρκικό βέτο, θα ήταν αυτοκαταστροφική λύση για τον Ελληνισμό της Κύπρου, αλλά και για ολόκληρο τον Ελληνισμό.
Η Κύπρος, σήμερα, με τις πρωτοβουλίες που έχει πάρει κατά την τελευταία περίοδο, ενίσχυσε ουσιαστικά τη θέση της. Η ισορροπία δυνάμεων δεν είναι πλέον αυτή που εγκαθίδρυσε η Άγκυρα το 1974, με την εισβολή. Η πορεία αυτή πρέπει να συνεχισθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω και όχι να ανατραπεί με κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και υπαγωγή ολόκληρης πλέον της Κύπρου στον Τουρκικό γεωπολιτικό έλεγχο.