
Β. Ζωγράφος: Η αποτυχία του ψηφιακού κράτους στην πιστοποίηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων
Οι πρόσφατες ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας υπερβαίνουν κατά πολύ τη διάσταση μεμονωμένων διοικητικών αστοχιών και εισάγουν ένα σοβαρό ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας για το υπουργείο Παιδείας. Η πολιτική ευθύνη μιας μεταρρύθμισης τέτοιας εμβέλειας δεν εξαντλείται στη νομοθετική κατοχύρωση των μη κρατικών πανεπιστημίων ούτε στην επιτάχυνση της αδειοδοτικής διαδικασίας.

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]
Προϋποθέτει κανονιστική συνέπεια, αδιάβλητη αξιολόγηση, διοικητική ιχνηλασιμότητα και μηχανισμούς προληπτικού ελέγχου ικανούς να αποκλείουν ουσιώδεις πλημμέλειες πριν από την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων. Η εκ των υστέρων ακύρωση κρατικών αδειών από την ανώτατη διοικητική Δικαιοσύνη δημιουργεί ένα εξαιρετικά δυσάρεστο θεσμικό παράδοξο. Το κράτος πιστοποιεί, ο πολίτης εμπιστεύεται και η Δικαιοσύνη διαπιστώνει ελαττώματα στη διοικητική θεμελίωση της πιστοποίησης σε μεταγενέστερο χρόνο.
Εντονότερη εμφανίζεται η αντίφαση υπό το πρίσμα του πολυδιαφημισμένου ελληνικού ψηφιακού μετασχηματισμού. Η ηλεκτρονική πρωτοκόλληση, οι ψηφιακές υπογραφές, η διαλειτουργικότητα και η αυτοματοποίηση διοικητικών ροών στερούνται ουσιαστικής αξίας όταν περιορίζονται στην ηλεκτρονική αναπαραγωγή της συμβατικής γραφειοκρατίας. Ψηφιακή διακυβέρνηση σημαίνει ενσωμάτωση της κανονιστικής συμμόρφωσης στην ίδια την πληροφοριακή αρχιτεκτονική της διοίκησης. Ανοικτές παρατηρήσεις ελεγκτικών φορέων, εκκρεμείς επανέλεγχοι, ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια πιστοποίησης και ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων πρέπει να λειτουργούν ως αυτοματοποιημένοι ανασταλτικοί μηχανισμοί, αποκλείοντας την ολοκλήρωση της αδειοδότησης μέχρι την πλήρη θεσμική θεραπεία τους. Η τεχνολογία αποκτά διοικητική αξία όταν παύει να αποτελεί ηλεκτρονικό περίβλημα και μετατρέπεται σε αρχιτεκτονική πρόληψης του σφάλματος.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποκαλύπτει μία βαθύτερη παθογένεια του ελληνικού ψηφιακού κράτους, τη σύγχυση μεταξύ ψηφιοποίησης και θεσμικού μετασχηματισμού. Μια διοικητική πράξη μπορεί να διαθέτει ψηφιακή υπογραφή, ηλεκτρονικό πρωτόκολλο και πλήρες πληροφοριακό αποτύπωμα, παραμένοντας ταυτόχρονα ευάλωτη σε ουσιώδεις νομικές ή διαδικαστικές πλημμέλειες. Η τεχνολογική αρτιότητα της διακίνησης δεν θεραπεύει την κανονιστική ανεπάρκεια της απόφασης. Η ταχύτητα διεκπεραίωσης δεν συνιστά απόδειξη διοικητικής ποιότητας. Αντιθέτως, η επιτάχυνση μιας ανεπαρκώς θωρακισμένης διαδικασίας μπορεί απλώς να επιταχύνει την παραγωγή του σφάλματος.
Ιδιαίτερα αυξημένη καθίσταται η ευθύνη του υπουργείου Παιδείας λόγω της κοινωνικής και οικονομικής βαρύτητας των συγκεκριμένων αδειοδοτήσεων. Η κρατική έγκριση αποτελεί θεσμική εγγύηση προς χιλιάδες οικογένειες που καλούνται να επενδύσουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους και πολυετή εκπαιδευτικό χρόνο. Ο υποψήφιος φοιτητής αδυνατεί να ελέγξει την πληρότητα των φακέλων, την τήρηση των κτιριολογικών προϋποθέσεων, την αμεροληψία των αξιολογητών ή την κανονιστική επάρκεια των κριτηρίων πιστοποίησης. Η κρατική σφραγίδα υποκαθιστά ακριβώς αυτήν την αδυναμία ιδιωτικού ελέγχου. Συνεπώς, κάθε σοβαρή αστοχία της διαδικασίας δεν αποτελεί απλώς διοικητικό πρόβλημα, αλλά ρήγμα στη θεσμική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και κράτους.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε περισσότερη γραφειοκρατία, αλλά σε ριζική ανασχεδίαση της ψηφιακής εποπτείας. Ενιαίος ψηφιακός φάκελος αδειοδότησης, αμετάβλητο audit trail, ηλεκτρονικό μητρώο συγκρούσεων συμφερόντων, υποχρεωτική περάτωση κάθε ελεγκτικής παρατήρησης, ποσοτικοποιημένα κριτήρια αξιολόγησης, διαβαθμισμένη λογοδοσία και αυτοματοποιημένοι έλεγχοι κανονιστικής πληρότητας μπορούν να μετατρέψουν την τεχνολογία από μέσο διεκπεραίωσης σε μηχανισμό θεσμικής αυτοπροστασίας. Το υπουργείο Παιδείας δεν χρειάζεται απλώς ταχύτερο πληροφοριακό σύστημα, αλλά μια ψηφιακή αρχιτεκτονική διοικητικής ακεραιότητας.
Ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα αποκτά το γεγονός ότι η δικαστική ανατροπή δεν προέκυψε από κάποιον εσωτερικό μηχανισμό αυτοελέγχου της διοίκησης, αλλά κατόπιν προσφυγής του καθηγητή Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών Παναγιώτη Λαζαράτου, προσβάλλοντας τις σχετικές αδειοδοτικές πράξεις επικαλούμενος έννομο συμφέρον λόγω της ακαδημαϊκής του ιδιότητας. Η εξέλιξη γίνεται προβληματική από τη διαπίστωση του ΣτΕ ότι σε μία από τις ακυρωθείσες άδειες η σύμφωνη γνώμη της ΕΘΑΑΕ είχε διαμορφωθεί βάσει έκθεσης ειδικής επιτροπής αξιολόγησης, στην οποία συμμετείχε μέλος με σχέση προς τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα, συνθήκη ικανή, κατά το Δικαστήριο, να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας κατά το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η αντίφαση είναι εξαιρετικά αιχμηρή, ένας εξωτερικός πανεπιστημιακός χρειάστηκε να ενεργοποιήσει τον ανώτατο ακυρωτικό έλεγχο για να αναδειχθούν πλημμέλειες που ένα σύγχρονο υπουργείο Παιδείας, πλαισιωμένο από εποπτικές αρχές και ένα, υποτίθεται, ώριμο ψηφιακό κράτος, όφειλε να έχει καταστήσει ανιχνεύσιμες πριν από την έκδοση των αδειών. Η ψηφιακή διακυβέρνηση αποτυγχάνει στην ουσία όταν καταγράφει άψογα την τελική διοικητική πράξη, αλλά αδυνατεί να προειδοποιήσει εγκαίρως για ασυμβίβαστα, εκκρεμότητες και δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων στην αλυσίδα παραγωγής της.
Οι αποφάσεις του ΣτΕ αποτελούν ένα ανεπιθύμητο αλλά εξαιρετικά χρήσιμο stress test της μεταρρύθμισης. Η κυβερνητική αντίδραση θα καταδείξει εάν το ψηφιακό κράτος διαθέτει μηχανισμούς θεσμικής μάθησης ή περιορίζεται στην ηλεκτρονική διαχείριση των συνεπειών των δικών του αδυναμιών. Η επιτυχία της μεταρρύθμισης δεν θα αποδειχθεί από τον αριθμό των ξένων πανεπιστημίων που θα εγκατασταθούν στην Ελλάδα, αλλά από την αδιαμφισβήτητη αξιοπιστία της κρατικής πιστοποίησης. Το κράτος απαιτεί από τον πολίτη να εμπιστευθεί την ψηφιακή του σφραγίδα, οφείλοντας προηγουμένως να έχει κατασκευάσει ένα σύστημα όπου η διοικητική αρχιτεκτονική καθιστά το σφάλμα ανιχνεύσιμο, την παράλειψη ιχνηλάσιμη, τη σύγκρουση συμφερόντων ορατή και την ευθύνη απολύτως καταλογίσιμη. Διαφορετικά, δεν έχουμε ψηφιακή διακυβέρνηση, αλλά ψηφιακά επιταχυνόμενη διοικητική ανεπάρκεια.