Απ. Αποστόλου στο “Π”: Πολιτική ή marketing;

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Πολιτική ή marketing;

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ρώμης


Η κρίση των πολιτικών κομμάτων δεν αποτελεί πλέον ένα απλό φαινόμενο φθοράς της πολιτικής ζωής αλλά μια βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας. Σε ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο, και ιδιαίτερα στις δυτικές δημοκρατίες, οι πολίτες αισθάνονται ότι τα κόμματα δεν τους εκφράζουν, δεν αφουγκράζονται τις ανάγκες τους και δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Αντίθετα, έχει παγιωθεί η πεποίθηση ότι λειτουργούν ως κλειστοί μηχανισμοί εξουσίας, αποκομμένοι από την κοινωνία, με μοναδικό στόχο την πολιτική επιβίωση, την αυτοσυντήρηση και τη διατήρηση των προνομίων που προσφέρει η εξουσία.

Τα πολιτικά κόμματα ιδρύθηκαν, θεωρητικά, για να αποτελούν τη φωνή του λαού, να οργανώνουν τη λαϊκή βούληση και να μεταφέρουν τα κοινωνικά αιτήματα στο κράτος. Σήμερα, όμως, σε μεγάλο βαθμό έχουν μετατραπεί σε επαγγελματικούς μηχανισμούς καριέρας. Οι ιδεολογίες, οι αρχές και τα πολιτικά προγράμματα χρησιμοποιούνται κυρίως ως εργαλεία προπαγάνδας και εκλογικής εξαπάτησης. Οι προεκλογικές υποσχέσεις εκτοξεύονται με ευκολία, μόνο και μόνο για να εγκαταλειφθούν αμέσως μετά την κατάκτηση της εξουσίας. Η πολιτική έχει χάσει τον κοινωνικό και ηθικό της χαρακτήρα και έχει μετατραπεί σε μια ψυχρή τεχνική χειραγώγησης της κοινής γνώμης.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι τα κόμματα δεν ενδιαφέρονται πλέον να ενεργοποιήσουν τους πολίτες αλλά να τους ελέγξουν επικοινωνιακά. Δεν επιδιώκουν τη συμμετοχή της κοινωνίας στις αποφάσεις αλλά τη δημιουργία πειθαρχημένων εκλογικών μαζών που θα αναπαράγουν διαρκώς το ίδιο πολιτικό σύστημα. Οι πολίτες αντιμετωπίζονται όχι ως ενεργά υποκείμενα της δημοκρατίας αλλά ως αριθμοί σε δημοσκοπήσεις και ως μέσα εκλογικής νομιμοποίησης. Η λαϊκή βούληση αλλοιώνεται, κατευθύνεται και συχνά υποκαθίσταται από επικοινωνιακά επιτελεία, οικονομικά συμφέροντα και μηχανισμούς προπαγάνδας.

Παράλληλα, η εξουσία έχει μετατραπεί σε πεδίο προνομίων και συναλλαγής. Η πολιτική προσφέρει κύρος, οικονομικά οφέλη, πρόσβαση σε κρατικούς μηχανισμούς και δυνατότητα επιρροής. Έτσι δημιουργείται μια ολόκληρη πολιτική τάξη που αναπαράγει τον εαυτό της, αδιαφορώντας για τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Οι κομματικοί μηχανισμοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση των θέσεων τους, για τον έλεγχο του κράτους και για τη διαχείριση της εξουσίας, παρά για την επίλυση προβλημάτων όπως η φτώχεια, η ανεργία, η κοινωνική ανισότητα και η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Ακόμη πιο επικίνδυνο είναι το γεγονός ότι οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στα περισσότερα κόμματα μοιάζουν πλέον επιφανειακές. Παρά τις έντονες αντιπαραθέσεις και τη ρητορική σύγκρουσης, στην πράξη συχνά εφαρμόζονται παρόμοιες πολιτικές που εξυπηρετούν κυρίως οικονομικά και πολιτικά κέντρα ισχύος. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται έτσι σε θέαμα, ενώ οι ουσιαστικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τον κοινωνικό έλεγχο. Αυτό ενισχύει την απογοήτευση των πολιτών και καλλιεργεί έναν γενικευμένο κυνισμό απέναντι στη δημοκρατία.

Η νέα γενιά βιώνει αυτήν την πραγματικότητα με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν έχουν φωνή, ότι το πολιτικό σύστημα είναι κλειστό και αδιαπέραστο και ότι καμία ουσιαστική αλλαγή δεν μπορεί να προκύψει μέσα από τα υπάρχοντα κόμματα. Η αποχή από τις εκλογές, η απαξίωση της πολιτικής και η οργή απέναντι στους θεσμούς αποτελούν φυσική συνέπεια αυτής της κρίσης. Όταν η δημοκρατία μετατρέπεται σε μια τυπική διαδικασία χωρίς ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή, τότε ανοίγει ο δρόμος είτε για τον αυταρχισμό είτε για ακραίες μορφές λαϊκισμού που εκμεταλλεύονται την κοινωνική αγανάκτηση.

Παράλληλα, η λειτουργία και η οργάνωση των πολιτικών κομμάτων προσαρμόζονται ολοένα περισσότερο στη λογική της αγοράς και του σύγχρονου marketing. Οι προεκλογικές εκστρατείες δεν βασίζονται πλέον κυρίως σε ιδέες, κοινωνικά οράματα ή πολιτικές αρχές αλλά σε τεχνικές επικοινωνιακής διαχείρισης, δημοσκοπήσεις και στρατηγικές χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Οι πολίτες αντιμετωπίζονται σαν «καταναλωτές» πολιτικών προϊόντων, ενώ οι πολιτικοί μετατρέπονται σε εμπορεύσιμες εικόνες που πρέπει να προωθηθούν αποτελεσματικά στην πολιτική αγορά. Η ουσία της πολιτικής υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνιακή εικόνα, στα συνθήματα και στην κατασκευή εντυπώσεων. Έτσι, τα κόμματα λειτουργούν περισσότερο σαν επιχειρήσεις εξουσίας, παρά σαν δημοκρατικοί θεσμοί κοινωνικής εκπροσώπησης και πολιτικής συμμετοχής.

Η κρίση των πολιτικών κομμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιφανειακές αλλαγές προσώπων ή επικοινωνιακά τεχνάσματα. Απαιτείται ριζική επαναθεμελίωση της πολιτικής ζωής, με πραγματική συμμετοχή των πολιτών, διαφάνεια, λογοδοσία και περιορισμό των κομματικών προνομίων. Χωρίς ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο, τα κόμματα θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί εξουσίας και όχι ως θεσμοί εκπροσώπησης της κοινωνίας.

Αν η πολιτική εξακολουθήσει να υπηρετεί κυρίως επαγγελματίες της εξουσίας και οργανωμένα συμφέροντα, τότε η απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και τη δημοκρατία θα μεγαλώνει συνεχώς. Και όταν μια κοινωνία πάψει να πιστεύει ότι μπορεί να εκφραστεί μέσα από τους δημοκρατικούς θεσμούς, τότε η ίδια η δημοκρατία εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς παρακμής.

*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».

ΤΟ ΠΑΡΟΝ