
Υποκλοπές ΕΥΠ/Predator – Η μήνυση στελέχους της ΕΥΠ ξανανοίγει το κεφάλαιο της Κατασκοπείας
Η νέα ποινική κίνηση, τα στελέχη της ΕΥΠ που είχαν ήδη στοχοποιηθεί, οι 78 αναγκαστικές μετατάξεις και όσα προηγήθηκαν πριν από τη νέα θεσμική ανατροπή

Του
Κώστα Αγγελάκη*
Η σημερινή εξέλιξη, 1η Σεπτεμβρίου 2026, είναι ουσιαστική. Ο Γιάννης Π., εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών συνοδεία του δικηγόρου Απόστολου Πόντα, μηνυτήρια αναφορά κατά των Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιου, Γιάννη Λαβράνου και Σάρας Χάμου, οι οποίοι έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως για την υπόθεση Predator, αλλά και κατά παντός άλλου υπευθύνου. Ζητεί να διερευνηθούν, μεταξύ άλλων, παραβίαση του απορρήτου, εγκληματική οργάνωση και, κυρίως, Κατασκοπεία εις βάρος της χώρας. (Πηγές: in.gr, 1/9/2026 – «Νέα μήνυση στελέχους της ΕΥΠ»; ERTNews, 1/9/2026 – «Καταγγελία κατασκοπείας μέσω Predator»)
Η νομική του θέση έχει ένα στοιχείο που διαφοροποιεί την υπόθεσή του από τη συνήθη παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Ο Γ.Π. υποστηρίζει ότι, λόγω της υπηρεσιακής του ιδιότητας, διαχειριζόταν απολύτως ευαίσθητες, απόρρητες και διαβαθμισμένες πληροφορίες και ότι πιθανή πρόσβαση τρίτων στη συσκευή του μπορούσε να πλήξει ευθέως την Εθνική Ασφάλεια. Ζητεί συνεπώς να ερευνηθεί όχι μόνο ποιος τεχνικά πραγματοποίησε την παρακολούθηση, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα των πιθανών ηθικών αυτουργών, συναυτουργών και συνεργών. (Πηγές: in.gr, 1/9/2026 – «Νέα μήνυση στελέχους της ΕΥΠ»; ERTNews, 1/9/2026 – «Καταγγελία κατασκοπείας μέσω Predator»)
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η υπόθεση μετακινείται από το «ποιος έστειλε το μολυσμένο μήνυμα» στο «ποιος είχε λόγο να αποκτήσει κρατικά μυστικά και για λογαριασμό ποίου». Και εκεί η λέξη «Κατασκοπεία» παύει να είναι πολιτικό σύνθημα. Γίνεται συγκεκριμένο ερευνητικό ερώτημα.
«Η εξέλιξη αυτή συνιστά επαναπροσδιορισμό και μια νέα αφετηρία στη δικαστική πορεία της υπόθεσης, καθώς μεταβάλλεται και διευρύνεται ο πυρήνας της, από τη στιγμή που στέλεχος της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ζητά τη διερεύνηση της υπόθεσης για Kατασκοπεία, η οποία συνιστά απειλή για την Εθνική Ασφάλεια», δήλωσε ο δικηγόρος Απόστολος Πόντας.
Δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος της ΕΥΠ που στοχοποιήθηκε
Χρειάζεται εδώ μία σημαντική επισήμανση στη δημόσια συζήτηση. Η σημερινή περίπτωση είναι πράγματι ιδιαίτερα σημαντική επειδή ο μηνυτής είναι εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της Υπηρεσίας. Δεν είναι όμως ο μοναδικός υπάλληλος ή ανώτατος παράγοντας της ΕΥΠ που έχει δημοσίως ταυτοποιηθεί ως στόχος του Predator.
Το δημόσιο αρχείο καταγράφει, μεταξύ άλλων, τον τότε Υποδιοικητή της ΕΥΠ Βασίλη Γκρίζη, τον τότε Διευθυντή Ασφαλείας Τάσο Π., τον Γιάννη Π., την Αγγελική Ρ., η οποία σε δημοσιευμένες πηγές αναφέρεται ως πρώην επικεφαλής περιφερειακής μονάδας της ΕΥΠ, και τη Μαρία Ζ.-Σ., η οποία δημοσίως έχει αναφερθεί ως στέλεχος της Διεύθυνσης Κυβερνοχώρου και πρώην εκπρόσωπος της ΕΥΠ στο ΝΑΤΟ. Για αρκετές από αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν αναφορές Ανεξάρτητων Αρχών, καταθέσεις στο Δικαστήριο ή δικαστικές ενέργειες των ίδιων των θυμάτων. (Πηγή: Predatorgate – δημόσιος κατάλογος θυμάτων)
Αυτό αλλάζει εντελώς την αναλυτική εικόνα. Δεν έχουμε έναν τυχαίο υπάλληλο μιας δημόσιας υπηρεσίας. Έχουμε ανθρώπους που, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, βρίσκονταν σε θέσεις εσωτερικής ασφάλειας, διοίκησης, κυβερνοχώρου, περιφερειακών επιχειρήσεων και ανώτατης διοίκησης της ίδιας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Ειδικά, περίπτωση των στελεχών της ΕΥΠ είναι εξαιρετικά σοβαρή. Ως στελέχη της ΕΥΠ είχαν και έχουν αρμοδιότητα για την Εθνική Ασφάλεια της χώρας μας. Και όμως εμφανίζονται επίσης, σύμφωνα με δημόσιες πηγές και δηλώσεις συνηγόρων θυμάτων, ως στόχοι του Predator. Το ερώτημα είναι αυτονόητο… Ποιος παρακολουθεί τους ανθρώπους που είναι θεσμικά υπεύθυνοι να εντοπίζουν κινδύνους Κατασκοπείας μέσα στην χώρα τους; (Πηγές: in.gr, 1/9/2026 – δήλωση Ζαχαρία Κεσσέ για τη νέα μήνυση; Predatorgate – δημόσιος κατάλογος θυμάτων)
Το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα… γιατί δεν ερευνήθηκαν;
Η σημερινή μήνυση φωτίζει ένα κενό που πλέον είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί. Ο Ζαχαρίας Κεσσές επισημαίνει δημόσια ότι ο Γιάννης Π., παρότι η στοχοποίησή του ήταν γνωστή εδώ και χρόνια και παρότι κατείχε κομβική θέση στην ΕΥΠ, δεν κλήθηκε ποτέ να καταθέσει στην προηγούμενη εισαγγελική έρευνα ούτε εξετάστηκε για το ποια δεδομένα μπορούσαν να έχουν αποσπαστεί από τη συσκευή του. Δεν ερευνήθηκε, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη δημόσια καταγγελία, αν υπήρχαν στη συσκευή απόρρητες πληροφορίες, ποιος απέκτησε πρόσβαση σε αυτές, πού διαβιβάστηκαν και αν αξιοποιήθηκαν. (Πηγή: in.gr, 1/9/2026 – δήλωση Ζαχαρία Κεσσέ για τη νέα μήνυση)
Εφόσον αυτό επιβεβαιώνεται από τον φάκελο, δεν πρόκειται για δευτερεύουσα παράλειψη. Είναι ακριβώς το είδος ερευνητικού κενού που ενισχύει την κριτική ότι το κρατικό σκέλος του Predatorgate εξετάστηκε επιφανειακά.
Σύμφωνα με τον Κεσσέ, ο Γ.Π. είχε δεχθεί διαδοχικά Predator μηνύματα περίπου την ίδια περίοδο που στοχοποιήθηκαν κυβερνητικά στελέχη. Αυτό αποτελεί θέση του δικηγόρου και όχι αυτοτελή δικαστική κρίση, αλλά δείχνει γιατί η χρονολογική χαρτογράφηση των στόχων αποτελεί πλέον αναγκαίο ερευνητικό εργαλείο. (Πηγή: in.gr, 1/9/2026 – δήλωση Ζαχαρία Κεσσέ για τη νέα μήνυση)
Αν υπήρξε συστηματική επιλογή στόχων σε συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο, τότε η έρευνα οφείλει να αναζητήσει το κοινό κριτήριο. Και αν ανάμεσά τους υπάρχουν άνθρωποι που διαχειρίζονται κρατικές πληροφορίες, τότε η έρευνα περί Κατασκοπείας είναι όχι απλώς θεμιτή αλλά αυτονόητη.
Οι δύο γυναίκες της ΕΥΠ και το κομμάτι που δεν πρέπει να χαθεί
Η νέα εξέλιξη επαναφέρει και τις περιπτώσεις της Αγγελικής Ρ. και της Μαρίας Ζ.-Σ.. Η Α.Ρ. έχει παρουσιαστεί σε δημόσιες πηγές ως στέλεχος που υπηρέτησε σε ιδιαίτερα ευαίσθητες θέσεις και ως πρώην επικεφαλής περιφερειακής μονάδας της ΕΥΠ. Στην ποινική δίκη κατέθεσε για επανειλημμένα παγιδευμένα μηνύματα και για προηγούμενες υπηρεσιακές μετακινήσεις της. Για τη Μ.Ζ.-Σ., επίσης από δημόσιες πηγές, προκύπτει υπηρεσιακή εμπειρία στον κυβερνοχώρο και εκπροσώπηση της Υπηρεσίας στο ΝΑΤΟ. (Πηγές: Καθημερινή – κατάθεση πρώην στελέχους της ΕΥΠ στη δίκη; Predatorgate – δημόσιος κατάλογος θυμάτων)
Τον Ιούλιο 2026, οι Αγγελική Ρ. και Μαρία Ζ.-Σ. περιλαμβάνονται ονομαστικά μεταξύ των οκτώ θυμάτων που άσκησαν αγωγές κατά Intellexa και φυσικών προσώπων, ζητώντας αποζημιώσεις για την παράνομη προσβολή του απορρήτου και των προσωπικών τους δεδομένων. (Πηγή: Το Βήμα, 7/7/2026 – οι πρώτες οκτώ αστικές αγωγές θυμάτων)
Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τουλάχιστον κάτι πολύ συγκεκριμένο. Η στοχοποίηση ανθρώπων της ΕΥΠ δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό.
Οι 78 μετατάξεις και η σκοτεινή χρονική αλληλουχία
Σε αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να ξαναμπεί στο κάδρο η υπόθεση των 78 εργαζομένων της ΕΥΠ που μετατάχθηκαν υποχρεωτικά στην ΕΛ.ΑΣ. τον Δεκέμβριο του 2021. Η μεταφορά τους έγινε στην ίδια χρονική περίοδο κατά την οποία εξελίσσονταν οι στοχοποιήσεις με Predator και ακολούθησε τη δημιουργία νέας εσωτερικής δομής στην οποία είχαν μετακινηθεί δεκάδες υπάλληλοι, όπως έχει καταγραφεί σε δημόσιες δικαστικές και δημοσιογραφικές πηγές. (Πηγές: Καθημερινή, 17/2/2024 – «Δικαστική διαμάχη της ΕΥΠ με πρώην στελέχη»; Εφημερίδα των Συντακτών – «Εκδικητικές μετατάξεις υπαλλήλων της ΕΥΠ»)
19 από τους 78 προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη και δικαιώθηκαν. Σε δημοσιευμένες αποφάσεις και ρεπορτάζ καταγράφεται ακύρωση των επίμαχων μετατάξεων και κρίσιμη αμφισβήτηση της συνταγματικότητας του μηχανισμού που χρησιμοποιήθηκε, καθώς και έλλειψη τεκμηρίωσης πλεονάζοντος προσωπικού ή αδήριτης υπηρεσιακής ανάγκης. Μεταγενέστερα καταγράφηκαν επίσης διαδικασίες συμμόρφωσης και τοποθετήσεις των πρώην πλέον στελεχών της ΕΥΠ σε καθήκοντα άσχετα με την προηγούμενη εμπειρία τους. (Πηγές: Καθημερινή, 17/2/2024 – «Δικαστική διαμάχη της ΕΥΠ με πρώην στελέχη»; Εφημερίδα των Συντακτών – «Εκδικητικές μετατάξεις υπαλλήλων της ΕΥΠ»)
Υπάρχει και ένα ακόμη, αντικειμενικά διαπιστωμένο στοιχείο. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με αποφάσεις της το 2024, διαπίστωσε ότι στις 15 Δεκεμβρίου 2021 η ΕΥΠ διαβίβασε προσωπικά δεδομένα μετατασσόμενων υπαλλήλων προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και την ΕΛ.ΑΣ., πριν από τη δημοσίευση του ν. 4873/2021 που αποτέλεσε το νομοθετικό έρεισμα της διαδικασίας. Η συγκεκριμένη επεξεργασία κρίθηκε παράνομη και επιβλήθηκε διοικητική κύρωση στην ΕΥΠ. (Πηγή: ΑΠΔΠΧ – Απόφαση 40/2024)
Το προϋφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο της ΕΥΠ είχε, εξάλλου, προβλέψει ειδικές εγγυήσεις για υπηρεσιακές μεταβολές και για συνδικαλιστικά στελέχη. Αυτό αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή, σύμφωνα με τα έγγραφα που έχουν δημοσιοποιηθεί και τις δικαστικές προσφυγές, μεταξύ των μεταταγέντων περιλαμβάνονταν προϊστάμενοι και συνδικαλιστικά στελέχη. (Πηγή: Καθημερινή, 17/2/2024 – «Δικαστική διαμάχη της ΕΥΠ με πρώην στελέχη»)
Εδώ απαιτείται κρίσιμη διάκριση. Έχει δημοσιευθεί και έχει καταγγελθεί ότι οι μετατάξεις χρησιμοποιήθηκαν ως αντίποινα απέναντι σε στελέχη που δεν ήταν «αρεστά» στην τότε διοίκηση ή που αρνήθηκαν να εκτελέσουν παράνομες εντολές. Υπάρχουν δημοσιεύματα που το διατυπώνουν ρητά. Απάντηση σ΄ αυτά δεν έχει δοθεί ακόμα… (Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών – «Εκδικητικές μετατάξεις υπαλλήλων της ΕΥΠ»)
Ωστόσο, η χρονική και πραγματολογική αλληλουχία είναι αρκετά σοβαρή ώστε να μην αγνοείται. Ήδη από το 2022 είχαν δημοσιευθεί στοιχεία ότι δύο υπάλληλοι της ΕΥΠ, οι οποίοι είχαν αντιδράσει σε υπηρεσιακές μετακινήσεις και είχαν προβεί σε αναφορές ή εξώδικες ενέργειες, δέχθηκαν μολυσμένα μηνύματα Predator στα τέλη Νοεμβρίου 2021 και στη συνέχεια μετατάχθηκαν στην ΕΛ.ΑΣ. (Πηγή: GovWatch – «Απόπειρα παρακολούθησης υπαλλήλων της ΕΥΠ μέσω Predator»)
Αν υπάρχει ένας τομέας που μια νέα πραγματικά ανεξάρτητη έρευνα οφείλει να εξετάσει, είναι ακριβώς αυτός. Αν υπήρξε σχέση μεταξύ εσωτερικής υπηρεσιακής αντίδρασης, συνδικαλιστικής ή διοικητικής σύγκρουσης και εξωτερικής ψηφιακής στοχοποίησης.
Η νέα μήνυση μετά την τρίτη αρχειοθέτηση
Η νέα μήνυση έχει ιδιαίτερη νομική σημασία επειδή έρχεται λίγες εβδομάδες μετά τη νέα άρνηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να ανασύρει από το αρχείο το κρατικό σκέλος της υπόθεσης. Στις 7 Αυγούστου 2026 απορρίφθηκαν αιτήματα για νέα έρευνα με το σκεπτικό ότι δεν είχαν εμφανιστεί ουσιωδώς νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ. (Πηγή: in.gr, 7/8/2026 – το σκεπτικό της νέας άρνησης ανάσυρσης)
Η σημερινή μηνυτήρια αναφορά του Γ.Π. στενά νομικά δεν ανασύρει αυτομάτως την παλιά δικογραφία. Μπορεί όμως να δημιουργήσει νέα αυτοτελή ποινική διαδρομή, ιδίως επειδή προέρχεται από άμεσα θιγόμενο πρόσωπο με κομβική κρατική ιδιότητα και θέτει συγκεκριμένα ζητήματα Κατασκοπείας. Εάν μαζί με τη μήνυση προσκομίζονται πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία που δεν είχαν αξιολογηθεί στην προηγούμενη έρευνα, αυτά μπορούν επίσης να αποτελέσουν βάση για επανεξέταση υπό το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ. (Πηγή: in.gr, 7/8/2026 – το σκεπτικό της νέας άρνησης ανάσυρσης)
Και αυτό φέρνει την Εισαγγελία μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο θεσμικό ερώτημα… Μπορεί να αντιμετωπιστεί ως «ήδη ερευνημένη» μια καταγγελία Κατασκοπείας από ανώτερο εν ενεργεία στέλεχος της ίδιας της ΕΥΠ, όταν το πρόσωπο αυτό, σύμφωνα με τις σημερινές δημόσιες καταγγελίες, δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί;
Από το «ιδιωτικό Predator» στην Εθνική Ασφάλεια
Για χρόνια η πιο βολική θεσμική αφήγηση ήταν ότι η ΕΥΠ έκανε τις δικές της νόμιμες επισυνδέσεις και ότι το Predator ήταν μια διαφορετική, ιδιωτική παράνομη δραστηριότητα. Όσο όμως συσσωρεύονται περιπτώσεις υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών, στρατιωτικών, αστυνομικών και στελεχών της ίδιας της ΕΥΠ που στοχοποιήθηκαν, τόσο αυτό το σχήμα γίνεται ανεπαρκές.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η ΕΥΠ αγόρασε το Predator. Είναι στενότερο και ταυτόχρονα δυσκολότερο… Ποιος είχε επιχειρησιακή πρόσβαση στο σύστημα, ποιος επέλεγε τους στόχους, από πού αντλούνταν οι πληροφορίες κοινωνικής μηχανικής για τα εξατομικευμένα μηνύματα και ποιος λάμβανε τα δεδομένα μετά την επιμόλυνση;
Η ποινική δίκη των τεσσάρων δεν απάντησε ολοκληρωμένα σε αυτά τα ερωτήματα. Οι προηγούμενες εισαγγελικές έρευνες επίσης δεν έπεισαν μεγάλο μέρος της κοινωνίας και των θυμάτων ότι τα απάντησαν. Η νέα μήνυση τα επαναφέρει πλέον από το εσωτερικό της ίδιας της ΕΥΠ.
Ένα στοιχείο που η Κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ως «ιδιωτική διαφορά»
Η πολιτική διάσταση είναι αναπόφευκτη. Η ΕΥΠ υπάγεται στην Προεδρία της Κυβέρνησης υπό τον Πρωθυπουργό που είναι πλέον ο Πολιτικός Προϊστάμενος της ΕΥΠ. Όταν ανώτερο στέλεχός της υποστηρίζει ότι έπεσε θύμα κατασκοπικής δραστηριότητας που μπορούσε να εκθέσει απόρρητες πληροφορίες του ελληνικού κράτους, το θέμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως διαφορά μεταξύ ιδιωτών.
Το κράτος έχει θετική υποχρέωση να διερευνήσει ποιος επιτέθηκε στον ίδιο του τον μηχανισμό ασφαλείας. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα για την κυβέρνηση και τη διοίκηση της ΕΥΠ… Τι έκανε η ίδια η Υπηρεσία όταν έμαθε ότι στελέχη της είχαν βρεθεί στο στόχαστρο ενός κατασκοπευτικού λογισμικού;
Αν γνώριζε, γιατί δεν έγινε πλήρης αντιπληροφοριακή έρευνα;
Αν δεν γνώριζε, πώς είναι δυνατόν να μην είχε εντοπίσει ότι πρόσωπα που, σύμφωνα με δημόσιες πηγές, βρίσκονταν σε επίπεδο ανώτατης διοίκησης, εσωτερικής ασφάλειας, περιφερειακών επιχειρήσεων και κυβερνοχώρου είχαν στοχοποιηθεί;
Και αν η προηγούμενη εισαγγελική έρευνα γνώριζε τα ονόματα αλλά δεν κάλεσε ορισμένα από αυτά τα πρόσωπα, με ποια λογική θεωρήθηκε ότι είχε εξαντληθεί η διερεύνηση;
Αυτά δεν είναι αντιπολιτευτικά συνθήματα. Είναι ερωτήματα στοιχειώδους counterintelligence.
Η υπόθεση μεταφέρεται πάλι εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται εξαρχής
Predator που χρησιμοποιείται σε δημοσιογράφους είναι σκάνδαλο ελευθερίας του Τύπου.
Predator που χρησιμοποιείται σε πολιτικούς είναι σκάνδαλο Δημοκρατίας.
Predator που χρησιμοποιείται σε ανθρώπους που έχουν πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα είναι ενδεχόμενο ζήτημα Κατασκοπείας και Εθνικής Ασφάλειας.
Και Predator που χρησιμοποιείται εναντίον των ίδιων των ανθρώπων μιας Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών δημιουργεί ακόμη ένα ερώτημα… Αν το κράτος δεν μπορούσε να προστατεύσει τους ανθρώπους που ήταν επιφορτισμένοι να προστατεύουν το κράτος, ποιος ακριβώς είχε τότε τον πραγματικό έλεγχο;
Αυτό είναι το ερώτημα που δεν επιτρέπεται να αρχειοθετηθεί για τέταρτη φορά.
Ας θυμηθούμε όμως τι είχε προηγηθεί πριν από τη σημερινή «βόμβα»
Πριν «σκάσει» η σημερινή μήνυση «βόμβα» από το εσωτερικό της ίδιας της ΕΥΠ, η υπόθεση είχε ήδη διανύσει μια εξαιρετικά πυκνή διαδρομή δικαστικών αποφάσεων, νέων αποκαλύψεων, θεσμικών αντιφάσεων και ευρωπαϊκών προσφυγών. Η αναδρομή αυτή είναι αναγκαία, γιατί δείχνει ότι η 1η Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο. Είναι ο επόμενος κρίκος μιας υπόθεσης που, κάθε φορά που επιχειρείται να κλείσει, παράγει νέο υλικό που την ξανανοίγει.
Η πρωτόδικη καταδίκη της 26ης Φεβρουαρίου, η Δίκη άνοιξε νέους δρόμους
Στις 26 Φεβρουαρίου 2026 το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο. Η σημασία της απόφασης δεν περιορίστηκε στις ποινές. Το δικαστήριο διαβίβασε υλικό για περαιτέρω έρευνα πρόσθετων προσώπων και για ενδεχόμενη Κατασκοπεία. Με άλλα λόγια, η ίδια η πρωτοβάθμια δικαστική κρίση αρνήθηκε να δεχθεί ότι όλη η υπόθεση εξαντλείται σε τέσσερις ιδιώτες και στην εταιρική βιτρίνα. (Πηγές: Reuters, 26/2/2026 – πρωτόδικη καταδίκη στην υπόθεση Predator; in.gr, 24/3/2026 – κοινό κέντρο ΕΥΠ/Predator και ενδείξεις κατασκοπείας)
Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο ρήγμα στην προηγούμενη θεσμική αφήγηση. Το κρατικό σκέλος είχε αρχειοθετηθεί το 2024, όμως το ακροατήριο του 2025-2026 παρήγαγε νέα αποδεικτική σύνθεση… Καταθέσεις, τραπεζικές και τεχνικές διαδρομές, χρονικές επικαλύψεις, εταιρικές σχέσεις και μοτίβα στόχευσης που οδήγησαν το δικαστήριο στην κρίση ότι απαιτείται συνέχεια. (Πηγές: Reuters, 26/2/2026 – πρωτόδικη καταδίκη στην υπόθεση Predator; in.gr, 24/3/2026 – κοινό κέντρο ΕΥΠ/Predator και ενδείξεις κατασκοπείας)
Η κλεψύδρα της παραγραφής και οι «βόλτες» της δικογραφίας
Αμέσως μετά την καταδίκη εμφανίστηκε ένας άλλος κίνδυνος… Η παραγραφή. Πολλές πράξεις του 2021 αποδίδονταν ως πλημμελήματα, άρα ο χρόνος είχε κρίσιμη σημασία. Η δημόσια νομική συζήτηση επικεντρώθηκε στο αν οι νέες ποινικές ενέργειες θα κινηθούν αρκετά γρήγορα ώστε να μη χαθούν πράξεις μέσα στην πενταετία και στο αν η διαβίβαση φακέλων ανάμεσα σε εισαγγελικές βαθμίδες θα υπηρετήσει την έρευνα ή θα καταναλώσει πολύτιμο χρόνο. (Πηγή: in.gr, 24/3/2026 – κοινό κέντρο ΕΥΠ/Predator και ενδείξεις κατασκοπείας)
Η παραγραφή δεν είναι πολιτικό σύνθημα αλλά δικονομικός μηχανισμός. Η ανησυχία επομένως ήταν και παραμένει θεσμικά νόμιμη… Αν το δικαστήριο παραπέμπει νέα πρόσωπα και πράξεις για έρευνα, η Πολιτεία οφείλει να κινηθεί με την ταχύτητα που απαιτεί ο νόμος, χωρίς να προδικάζει την ενοχή κανενός αλλά και χωρίς να επιτρέπει στον χρόνο να υποκαταστήσει την κρίση του φυσικού δικαστή.
ΚΕΜΕΑ και ΚΕΤΥΑΚ, το σημείο όπου η «ιδιωτική εταιρεία» ακουμπά θεσμικές δομές
Την άνοιξη του 2026 ήρθαν στο φως δημοσιεύματα και έγγραφα που έθεσαν νέα ερωτήματα για τη θεσμική γειτνίαση του οικοσυστήματος Intellexa με δημόσιους φορείς ασφάλειας και κυβερνοτεχνολογίας. Στο επίκεντρο βρέθηκαν το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), φορέας εποπτευόμενος από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, και το ΚΕΤΥΑΚ της ΕΥΠ. (Πηγές: Το Βήμα – αποκαλύψεις για ΚΕΜΕΑ/ΚΕΤΥΑΚ και κυβερνοασφάλεια; in.gr, 5/4/2026 – χρηματοδοτική διαδρομή Intellexa και ΚΕΜΕΑ)
Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες αποκαλύψεις, η Intellexa εμφανιζόταν σε τεχνολογικό σχήμα που είχε επιδιώξει πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω ΚΕΜΕΑ, ενώ γινόταν αναφορά σε προσύμφωνο συνεργασίας. Ακόμη και εάν μια συγκεκριμένη χρηματοδότηση δεν ολοκληρώθηκε, το θεσμικό ερώτημα παραμένει… Πώς μια εταιρεία που συνδέθηκε με εμπορικό spyware επιχείρησε να αποκτήσει θέση μέσα σε οικοσύστημα δημόσιας ασφάλειας και ευρωπαϊκών πόρων; (Πηγή: in.gr, 5/4/2026 – χρηματοδοτική διαδρομή Intellexa και ΚΕΜΕΑ)
Παράλληλα, το ΚΕΤΥΑΚ εμφανίστηκε σε δημοσιεύματα και στην αποτύπωση της δικαστικής απόφασης ως κομβικό σημείο επαφών και τεχνικών διαδρομών. Οι συγκεκριμένες αναφορές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η ΕΥΠ αγόρασε ή χρησιμοποίησε Predator. Καταρρίπτουν όμως την άνεση του ισχυρισμού ότι οι κόσμοι της κρατικής Κυβερνοασφάλειας και του ιδιωτικού spyware ήταν απολύτως ασύνδετοι και απαιτούν πλήρη έλεγχο συμβάσεων, προσώπων, υποδομών και συναντήσεων. (Πηγές: Το Βήμα – αποκαλύψεις για ΚΕΜΕΑ/ΚΕΤΥΑΚ και κυβερνοασφάλεια; in.gr, 24/3/2026 – κοινό κέντρο ΕΥΠ/Predator και ενδείξεις κατασκοπείας)
Το έργο κυβερνοασφάλειας και η θολή γραμμή ανάμεσα στην άμυνα και την επιθετική επιτήρηση
Στην ίδια περίοδο ήρθαν στη δημοσιότητα στοιχεία για μεγάλο έργο Κυβερνοασφάλειας, με αναφορές σε ρόλο του ΚΕΤΥΑΚ και συμμετοχή εταιρικών σχημάτων που συνδέθηκαν δημοσίως με το ευρύτερο οικοσύστημα της Intellexa. Η θεσμικά ορθή διατύπωση δεν είναι ότι «το κράτος αγόρασε Predator», είναι ότι αναδείχθηκε μια πολύ πιο σύνθετη αγορά, όπου νόμιμες υπηρεσίες Κυβερνοασφάλειας, κρατικές συμβάσεις και εταιρείες με δυνατότητες offensive cyber μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο επιχειρηματικό και τεχνικό περιβάλλον. (Πηγές: Το Βήμα – αποκαλύψεις για ΚΕΜΕΑ/ΚΕΤΥΑΚ και κυβερνοασφάλεια; in.gr, 7/4/2026 – δικαστική απόφαση και κρατική επιδότηση)
Ακριβώς γι’ αυτό η έρευνα οφείλει να διακρίνει τα δύο πεδία, όχι να τα συγχέει αλλά ούτε και να τα θεωρεί εκ προοιμίου ασύνδετα. Η Εθνική Ασφάλεια απαιτεί έλεγχο των προμηθευτών της με αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα μιας κοινής αγοράς πληροφορικής.
Από το πόρισμα Ζήση στις αλλεπάλληλες αρνήσεις ανάσυρσης
Το καλοκαίρι του 2024, η έρευνα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση κατέληξε ότι δεν προέκυψε σύνδεση της ΕΥΠ ή κυβερνητικών αξιωματούχων με το Predator. Το κρατικό σκέλος αρχειοθετήθηκε. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το αποτέλεσμα αυτό ως βασικό επιχείρημα ότι η υπόθεση είχε ερευνηθεί από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. (Πηγή: Reuters, 26/2/2026 – πρωτόδικη καταδίκη στην υπόθεση Predator)
Η μετέπειτα πρωτόδικη καταδίκη και η παραπομπή υλικού για περαιτέρω έρευνα δημιούργησαν όμως μια θεσμική αντίφαση… Αν το ακροατήριο εντόπισε ζητήματα που χρειάζονται νέα διερεύνηση, ποιο ήταν ακριβώς το εύρος και η επάρκεια της προηγούμενης προκαταρκτικής έρευνας; Η αντίφαση έγινε ακόμη εντονότερη όταν τον Αύγουστο του 2026 ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απέρριψε νέα αιτήματα ανάσυρσης του κρατικού σκέλους, κρίνοντας ότι δεν είχαν παρουσιαστεί επαρκώς νέα στοιχεία. (Πηγή: in.gr, 7/8/2026 – το σκεπτικό της νέας άρνησης ανάσυρσης)
Η άρνηση ανάσυρσης δεν αποτελεί δικαστική διαπίστωση ότι κρατική εμπλοκή δεν υπήρξε. Σημαίνει ότι ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός δεν έκρινε επαρκώς νέο το υλικό που του υποβλήθηκε για να ενεργοποιήσει το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη και συχνά χάνεται στον πολιτικό λόγο. (Πηγή: in.gr, 7/8/2026 – το σκεπτικό της νέας άρνησης ανάσυρσης)
Η αμεροληψία ως αντικειμενική θεσμική απαίτηση
Το καλοκαίρι του 2026 προστέθηκε και ένα διαφορετικό θεσμικό ζήτημα. Σε δελτίο Τύπου για την προσφυγή του Θανάση Κουκάκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τέθηκε ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας, με το επιχείρημα ότι εισαγγελικός λειτουργός που χειρίστηκε κρίσιμη δικογραφία είχε προηγουμένως ασκήσει εποπτικό ρόλο στην ΕΥΠ και είχε υπογράψει διατάξεις άρσης του απορρήτου του ίδιου προσφεύγοντος. (Πηγές: Athens Legal Firm, Δελτίο Τύπου, Αύγουστος 2026 – προσφυγή Θανάση Κουκάκη στο ΕΔΔΑ; Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Έκθεση Κράτους Δικαίου 2026 για την Ελλάδα)
Η ύπαρξη προηγούμενου θεσμικού ρόλου δεν αποδεικνύει προσωπική μεροληψία και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοια. Δημιουργεί όμως νόμιμο ερώτημα αντικειμενικής αμεροληψίας… Αν ένας δικαστικός λειτουργός καλείται να αξιολογήσει έρευνα που δυνητικά αγγίζει και προγενέστερες δικές του υπηρεσιακές πράξεις, η διαδικασία πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην αφήνει εύλογες αμφιβολίες σε έναν εξωτερικό παρατηρητή.
Από την Αθήνα στο Στρασβούργο… Ανδρουλάκης, Κουκάκης και Σπίρτζης
Το ευρωπαϊκό δικαστικό μέτωπο είναι πλέον πραγματικό. Η προσφυγή Androulakis v. Greece είχε ήδη κατατεθεί από το 2024 και αφορά κυρίως τη νόμιμη παρακολούθηση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης από την ΕΥΠ, την αδυναμία του να πληροφορηθεί τους λόγους της και ζητήματα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Τον Αύγουστο του 2026 ακολούθησαν χωριστές προσφυγές του Θανάση Κουκάκη και του Χρήστου Σπίρτζη, με αιτιάσεις για την επάρκεια, ανεξαρτησία και αμεροληψία της ελληνικής διερεύνησης. (Πηγές: eKathimerini, 27/8/2026 – Κουκάκης και Σπίρτζης στο ΕΔΔΑ; Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Έκθεση Κράτους Δικαίου 2026 για την Ελλάδα; Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – συζήτηση για Predatorgate, Μάρτιος 2026; Athens Legal Firm, Δελτίο Τύπου, Αύγουστος 2026 – προσφυγή Θανάση Κουκάκη στο ΕΔΔΑ)
Οι προσφυγές αυτές δεν σημαίνουν ότι το ΕΔΔΑ έχει ήδη διαπιστώσει παραβιάσεις. Το Στρασβούργο δεν θα ασκήσει ποινική δίωξη και δεν θα υποκαταστήσει τον Έλληνα εισαγγελέα. Μπορεί όμως να κρίνει αν η Ελλάδα εκπλήρωσε τις θετικές της υποχρεώσεις για αποτελεσματική έρευνα, προστασία της ιδιωτικής ζωής, της δημοσιογραφικής ελευθερίας και της δικαστικής προστασίας. Εάν υπάρξει καταδικαστική απόφαση, το ζήτημα της επανεξέτασης και των θεσμικών αλλαγών θα επανέλθει με διαφορετικό βάρος. (Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Έκθεση Κράτους Δικαίου 2026 για την Ελλάδα)
Οι αστικές αγωγές των θυμάτων και η παραγωγή νέου αποδεικτικού υλικού
Τον Ιούλιο του 2026 οκτώ δημοσίως κατονομαζόμενα θύματα άσκησαν αστικές αγωγές κατά της Intellexa και φυσικών προσώπων που συνδέονται με το δίκτυο Predator. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται δημοσιογράφοι, δικηγόροι, ειδικός κυβερνοασφάλειας, πρώην ανώτατο στέλεχος της ΕΛ.ΑΣ. και δύο στελέχη της ΕΥΠ. Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές εμφανίζεται δημοσίως ως πληρεξούσιος των συγκεκριμένων εναγόντων. (Πηγή: Το Βήμα, 7/7/2026 – οι πρώτες οκτώ αστικές αγωγές θυμάτων)
Οι αστικές διαδικασίες δεν υποκαθιστούν την ποινική έρευνα. Μπορούν όμως να παράγουν νέα έγγραφα, μαρτυρίες, πραγματογνωμοσύνες και οικονομικά στοιχεία. Και αυτό είναι νομικά σημαντικό, επειδή το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ επιτρέπει την ανάσυρση μιας αρχειοθετημένης δικογραφίας όταν εμφανίζονται πραγματικά νέα περιστατικά ή στοιχεία που δικαιολογούν επανεξέταση.
Οι 78 μετατάξεις δεν είναι παράρτημα της ιστορίας – είναι μέρος του εσωτερικού ερωτήματος
Οι 78 υποχρεωτικές μετατάξεις του Δεκεμβρίου 2021 βρίσκονται ακριβώς στο σημείο όπου το Predatorgate συναντά την εσωτερική λειτουργία της ΕΥΠ. Ανάμεσα στους μεταταγέντες υπήρχαν, σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία και τα δικαστικά έγγραφα, προϊστάμενοι και συνδικαλιστικά στελέχη. Δύο υπάλληλοι που είχαν βρεθεί σε υπηρεσιακή σύγκρουση εμφανίζονται ταυτόχρονα ως στόχοι Predator και αργότερα κατέθεσαν στην ποινική δίκη. (Πηγές: Καθημερινή, 17/2/2024 – «Δικαστική διαμάχη της ΕΥΠ με πρώην στελέχη»; Εφημερίδα των Συντακτών – «Εκδικητικές μετατάξεις υπαλλήλων της ΕΥΠ»)
Δεν είναι νομικά ορθό να προδικαστεί ότι ο σκοπός των 78 μετατάξεων ήταν η τιμωρία όσων αρνήθηκαν παράνομες εντολές. Είναι όμως απολύτως θεμιτό να ζητηθεί να ερευνηθεί αυτή η εκδοχή, όταν συνυπάρχουν η χρονική εγγύτητα, η συνδικαλιστική διάσταση, οι δικαστικές ακυρώσεις, η παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που διαπίστωσε η ΑΠΔΠΧ και η πραγματική στοχοποίηση υπαλλήλων της Υπηρεσίας από το Predator. (Πηγές: Καθημερινή, 17/2/2024 – «Δικαστική διαμάχη της ΕΥΠ με πρώην στελέχη»; ΑΠΔΠΧ – Απόφαση 40/2024; GovWatch – «Απόπειρα παρακολούθησης υπαλλήλων της ΕΥΠ μέσω Predator»)
Πώς μπορεί να ξανανοίξει νομικά η υπόθεση των Υποκλοπών
Η αρχειοθέτηση δεν είναι αθωωτική δικαστική απόφαση και δεν δημιουργεί απόλυτο δεδικασμένο. Το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ προβλέπει ανάσυρση όταν εμφανίζονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Η σημερινή μήνυση μπορεί να αποκτήσει τέτοια σημασία εφόσον περιέχει ή οδηγήσει σε αποδεικτικό υλικό που δεν είχε αξιολογηθεί προηγουμένως. (Πηγή: in.gr, 7/8/2026 – το σκεπτικό της νέας άρνησης ανάσυρσης)
Παράλληλα, νέα αυτοτελής έρευνα μπορεί να κινηθεί για διαφορετικές πράξεις, διαφορετική χρονική περίοδο, νέα πρόσωπα ή διαφορετικό αδίκημα, εφόσον υπάρχουν νέα πραγματικά δεδομένα. Το Εφετείο των τεσσάρων καταδικασθέντων, οι αστικές δίκες, οι αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών, η διεθνής δικαστική συνδρομή και οι διαδικασίες στο ΕΔΔΑ μπορούν επίσης να παράγουν υλικό που να τροφοδοτήσει νέα ποινική αξιολόγηση.
Και πολιτικά; Τι θα μπορούσε να αλλάξει μια νέα κυβέρνηση
Μια κυβέρνηση δεν μπορεί νόμιμα να διατάξει έναν εισαγγελέα να ανασύρει μια δικογραφία ή να ασκήσει δίωξη σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτό θα ήταν ακριβώς η πολιτική παρέμβαση στη Δικαιοσύνη που το Κράτος Δικαίου απαγορεύει. Μια κυβέρνηση, όμως, μπορεί να κάνει κάτι εξίσου αποφασιστικό… Να αφαιρέσει τα διοικητικά εμπόδια στην έρευνα.
Μια νέα πολιτική πλειοψηφία θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλήρη συνεργασία της ΕΥΠ με ΑΔΑΕ και Δικαιοσύνη, διατήρηση και παράδοση αρχείων, νόμιμη πρόσβαση σε διαβαθμισμένο υλικό, νέους διοικητικούς ελέγχους και διεθνή δικαστική συνδρομή. Μπορεί να ενισχύσει θεσμικά την ΑΔΑΕ, να μεταρρυθμίσει το πλαίσιο των εμπορικών spyware και να στηρίξει νέα κοινοβουλευτική διερεύνηση.
Αν προκύψουν συγκεκριμένα στοιχεία για αδικήματα υπουργών ή υφυπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τότε ενεργοποιείται η ειδική συνταγματική διαδικασία του άρθρου 86. Μια νέα Βουλή μπορεί επίσης να συγκροτήσει νέα Εξεταστική Επιτροπή και, υπό τις συνταγματικές προϋποθέσεις, Προκαταρκτική Επιτροπή. Η πολιτική βούληση δεν επιτρέπεται να υπαγορεύει στον δικαστή το αποτέλεσμα. Μπορεί όμως να καθορίσει αν το κράτος θα συνεργάζεται με την έρευνα ή θα διατηρεί γύρω της ένα πέπλο διοικητικής αδιαφάνειας.
Το πραγματικό ερώτημα μετά τη σημερινή εξέλιξη
Η 1η Σεπτεμβρίου 2026 δεν απαντά ποιος βρισκόταν πίσω από το Predator. Δημιουργεί όμως ένα νέο, πολύ δύσκολο δεδομένο… Άνθρωπος που υπηρετεί ακόμη στον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό πληροφοριών δηλώνει επισήμως ότι υπήρξε στόχος και ζητεί διερεύνηση Κατασκοπείας.
Εφόσον η καταγγελία στηριχθεί με νέα πραγματικά στοιχεία, η Εισαγγελία θα πρέπει να εξηγήσει όχι μόνο αν θα ερευνήσει τη νέα μήνυση, αλλά και πώς αυτή επηρεάζει την προηγούμενη κρίση ότι το κρατικό σκέλος δεν έπρεπε να ανασυρθεί. Το ίδιο ισχύει για τη Διοίκηση της ΕΥΠ και για την Κυβέρνηση… Δεν αρκεί πια η γενική θέση ότι η Υπηρεσία δεν αγόρασε το Predator όπως ισχυρίζεται ο Ντίλλιαν. Το ζήτημα είναι αν το ελληνικό κράτος ερεύνησε πραγματικά ποιος το χρησιμοποίησε, ποιον στόχευσε, τι μπορούσε να συλλέξει και για ποιον. (Πηγές: in.gr, 1/9/2026 – «Νέα μήνυση στελέχους της ΕΥΠ»; ERTNews, 1/9/2026 – «Καταγγελία κατασκοπείας μέσω Predator»)
Αυτό ήταν και παραμένει το κεντρικό ερώτημα της υπόθεσης. Και μετά τη σημερινή εξέλιξη, είναι ακόμη δυσκολότερο να μπει ξανά στο αρχείο.
Σημείωση συντάκτη
Το παρόν άρθρο βασίζεται αποκλειστικά σε δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις, πράξεις ανεξάρτητων αρχών, κοινοβουλευτικά έγγραφα και ανοικτές δημοσιογραφικές πηγές. Δεν χρησιμοποιεί ούτε επιβεβαιώνει πληροφορίες που αποκτήθηκαν από μη δημόσιες ή διαβαθμισμένες υπηρεσιακές πηγές. Οι αναφορές σε υπηρεσιακές ιδιότητες ή θέσεις προσώπων αποδίδουν αποκλειστικά όσα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί και χρησιμοποιούνται μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την κατανόηση του δημοσίου ενδιαφέροντος της υπόθεσης.
*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer
Φωτο: Eurokinissi