Παραδόσεις στα ορεινά χωριά: Οι ιστορίες της γιαγιάς

Παραδόσεις στα ορεινά χωριά: Οι ιστορίες της γιαγιάς

Καθώς ο Σεπτέμβριος ξεκίνησε και μετρώντας αντίστροφα για το πρώτο κουδούνι στα σχολεία, οι αναμνήσεις από τις καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό παραμένουν ολοζώντανες. Η επιστροφή στις ρίζες μας, μακριά από τον συνωστισμό των νησιών, μας έφερε και φέτος σε επαφή με τις αυθεντικές παραδόσεις στα ορεινά χωριά που κινδυνεύουν να χαθούν στον χρόνο. Μέσα από τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων, τα λιθόστρωτα σοκάκια γέμισαν ξανά ζωή, χαρίζοντας στα παιδιά τα πιο πολύτιμα εφόδια λίγο πριν καθίσουν στα σχολικά θρανία.

Τα κύρια σημεία του ρεπορτάζ
  • Πολύτιμα βιώματα πριν τα σχολεία: Πώς οι εμπειρίες στο βουνό γίνονται τα καλύτερα μαθήματα ζωής για τα παιδιά.
  • Η τέχνη του μοιράσματος: Το παραδοσιακό ζύμωμα στον ξυλόφουρνο και η άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
  • Μνήμη και αργαλειός: Η διατήρηση των εθίμων από γενιά σε γενιά στα ορεινά της Δυτικής Μακεδονίας.

Διαβάστε το αναλυτικό οδοιπορικό στις ρίζες μας στο κείμενο που ακολουθεί…

Η επιστροφή των οικογενειών στην πόλη και η προετοιμασία των μαθητών για τη νέα σχολική χρονιά φέρνει στο προσκήνιο την αξία των καλοκαιρινών βιωμάτων στα ελληνικά χωριά και στο «ΠΑΡΟΝ» θέλουμε να καταγράψουμε τη σημασία της διατήρησης της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και των παραδόσεων της υπαίθρου ως ζωντανή παρακαταθήκη για τη νέα γενιά.

Η επιστροφή στην ορεινή αυθεντικότητα

Καθώς ο Σεπτέμβριος σηματοδοτεί την επιστροφή στην καθημερινότητα, οι ταξιδιώτες και οι οικογένειες αναλογίζονται την ουσία των αποδράσεων του καλοκαιριού. Στα χωριά της Πίνδου, της Πελοποννήσου και της ορεινής Ρούμελης, οι αυλές κάτω από τον παχύ ίσκιο του πλατάνου έκρυβαν και φέτος θησαυρούς άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Εκεί, δίπλα στο ποτάμι, ζουν ακόμα οι «κήποι» —τα περίφημα κήπια— γεμάτοι μυρωδάτες ντομάτες, φρέσκες πατάτες και κάθε λογής ζαρζαβατικά που ποτίζονται με το δροσερό νερό του βουνού. Στο ίδιο αυτό τοπίο της Ρούμελης, ο θείος Νίκος, ο τσοπάνης, και ο ξάδερφος ο Κώστας με μια κούπα γάλα με ψωμί και λίγο… αλάτι, πάνε να ετοιμάσουν από νωρίς το κοπάδι. Τα παιδιά του χωριού, λίγο πριν επιστρέψουν στα σχολικά έδρανα, τους ακολούθησαν ενθουσιασμένα μέχρι την κοίτη του ποταμού για να ποτίσουν τα ζωντανά. Η διαδρομή μετατράπηκε σε μια αξέχαστη γιορτή, γεμάτη παιχνίδια με τα μικρά κατσικάκια, με το σκαρφάλφωμα  στις αμυγδαλιές για να μαζέψουν “τσάγαλα” που ειναι έτοιμα να σκάσουν αλλά και να “κλέψουν” και λίγο απο το μέλι της θειάς της Κωστάντος. Και όλα αυτά  υπό τη στιβαρή, προστατευτική παρουσία των ελληνικών ποιμενικών σκύλων που αγρυπνούν για το κοπάδι.

Λίγο πιο πέρα, οι απογευματινές βόλτες με τον παππού στο πυκνό δάσος έγιναν το καλύτερο «βιωματικό μάθημα» πρωτού ανοίξουν τα βιβλία, καθώς εκείνος μάς έμαθε τα μυστικά των δέντρων, τα μονοπάτια και τους ήχους της φύσης. Στα μέρη αυτά, οι πρωταγωνιστές δεν είναι τα πολυτελή resorts, αλλά οι άνθρωποι του μόχθου που επιμένουν να κρατούν ζωντανές τις μνήμες του παρελθόντος.

Το προζύμι, ο ξυλόφουρνος και η τέχνη του μοιράσματος

«Το ψωμί δεν ήταν απλώς τροφή, ήταν ιεροτελεστία», αφηγείται η 82χρονη κυρά-Παναϊού από ένα ορεινό χωριό της Ελλάδας. Καθισμένη στο μπαλκονάκι του πετρόχτιστου σπιτιού της που είναι γεμάτο από γλάστρες με βασιλικούς, θυμάται τις εποχές που οι γυναίκες της γειτονιάς μαζεύονταν γύρω από τον κοινό ξυλόφουρνο. «Το προζύμι πέρναγε από χέρι σε χέρι. Δεν ζύμωνε ποτέ καμία μόνη της. Αν μια οικογένεια δεν είχε αλεύρι, το συμπληρώναμε εμείς.Το έθιμο ήθελε το πρώτο καρβέλι να κόβεται με το χέρι και να μοιράζεται στα παιδιά που έπαιζαν στον δρόμο, για να έχει το σπίτι ευλογία» Όποια άναβε τον φούρνο τό΄λεγε απο βραδύς στις γειτόνισσες. και αυτές έφερναν καμιά χορτόπιτα και καμιά τυροκλούρα (το ζυμάρι που περίσσευε το ανακάτευαν με κομμάτια από τυρί φέτας με δυόσμο ή ρίγανη και λιγο ελαιολαδο).

Σήμερα, η κυρά-Παναϊού επιμένει να ανάβει τον φούρνο κάθε δεκαπενθήμερο. Όχι γιατί της λείπει το ψωμί του φούρνου, αλλά γιατί, όπως λέει, η μυρωδιά του καμένου ξύλου και του ψημένου σιταριού είναι αυτή που φέρνει τα εγγόνια της πίσω στο χωριό κάθε καλοκαίρι και φθινόπωρο.

Ο αργαλειός που υφαίνει μνήμες

Λίγο πιο βόρεια, στα ορεινά της Δυτικής Μακεδονίας, συναντάμε την 78χρονη Ελένη. Στο σαλόνι της δεσπόζει ένας παλιός ξύλινος αργαλειός. Σε μια εποχή που όλα παράγονται μαζικά, ο ήχος της σαΐτας που πηγαινοέρχεται μοιάζει με απόηχο μιας άλλης διάστασης. «Κάθε χαλί, κάθε υφαντό είχε τα δικά του σύμβολα. Τα χρώματα τα βγάζαμε από ρίζες δέντρων, από καρύδια και από φύλλα», εξηγεί καθώς δείχνει περήφανα τα προικιά που ετοιμάζει για τη δισέγγονή της. «Το έθιμο του “στρωσίματος” πριν τον γάμο τείνει να ξεχαστεί. Παλιά, όλο το χωριό τραγουδούσε όσο τα στρώναμε. Τώρα τα υφαίνω για να θυμούνται από πού κρατάει η σκούφια τους».

Η σκυτάλη στη νέα γενιά

Τα έθιμα του βουνού —από τη φροντίδα των κήπων και τη βοσκή στο ποτάμι, μέχρι τα μοιρολόγια και τα παραδοσιακά ανταμώματα του Αυγούστου— δεν είναι απλώς φολκλόρ παραστάσεις. Είναι ο κοινωνικός ιστός που κρατούσε δεμένες τις κοινότητες στις δυσκολίες.

Τώρα που τα κεφάλια μπαίνουν πάλι μέσα και οι τσάντες ετοιμάζονται για το σχολείο, η ευθύνη βαραίνει τις νεότερες γενιές, οι οποίες καλούνται να διατηρήσουν ζωντανές αυτές τις ιστορίες της γιαγιάς και του παππού καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Αρκεί να κρατήσουμε στην καρδιά μας την πιο σημαντική ερώτηση που κάναμε φέτος στην αυλή: «Γιαγιά, πώς ήταν τα πράγματα εδώ όταν ήσουν μικρή;»

Πηγή: paron.gr | Συντάκτης: Συντακτική Ομάδα paron.gr