Β. Κορκίδης στο “Π”: Θυμωμένος καταναλωτής σημαίνει και θυμωμένος ψηφοφόρος

Β. Κορκίδης στο “Π”: Θυμωμένος καταναλωτής σημαίνει και θυμωμένος ψηφοφόρος

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΡΚΙΔΗ
Προέδρου ΕΒΕΠ


Ο θυμωμένος ψηφοφόρος δεν είναι απαραίτητα ο λιγότερο συνειδητοποιημένος πολίτης, αλλά συνήθως είναι ο πιο δυσαρεστημένος και απογοητευμένος. Είναι εκείνος που αισθάνεται πως εργάζεται περισσότερο αλλά κερδίζει λιγότερα, πως ακούει πολλές υποσχέσεις αλλά βλέπει λίγες αλλαγές, πως συμμετέχει δημοκρατικά αλλά δεν επηρεάζει ουσιαστικά τις αποφάσεις. Και όταν αυτή η αίσθηση συσσωρεύεται για χρόνια, μετατρέπεται σε πολιτικό θυμό, οδηγώντας τον συχνά σε αρνητική ψήφο, που δεν βασίζεται τόσο σε πρόγραμμα διακυβέρνησης όσο σε ανάγκη αντίδρασης στο πολιτικό σκηνικό. Ο θυμωμένος ψηφοφόρος δεν είναι απαραίτητα αντιδημοκρατικός. Αντίθετα, πολλές φορές ζητά περισσότερη δημοκρατία, ισονομία, μεγαλύτερη διαφάνεια, αξιοκρατία και δικαιοσύνη.

Στην Ελλάδα ειδικότερα, ο θυμωμένος ψηφοφόρος έχει πλέον εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού και του εκλογικού αποτελέσματος. Ο δε θυμωμένος καταναλωτής αφορά πλέον μόνο τα χαμηλά εισοδήματα και κοινωνικά αποκλεισμένους πολίτες. Συχνά ανήκει στη μεσαία τάξη, σε μικρομεσαίους επιχειρηματίες, εργαζόμενους, νέους επιστήμονες και συνταξιούχους, που θεωρούν πως η καθημερινότητά τους χειροτερεύει, παρά την οικονομική ανάπτυξη που ανακοινώνεται στους δείκτες. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η αβεβαιότητα στην εργασία, η πίεση από φόρους και υποχρεώσεις αλλά και η αίσθηση ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται τον αδικούν ενισχύουν ένα κλίμα δυσπιστίας προς τα κόμματα εξουσίας.

Ο πολίτης που κάποτε ψήφιζε με σταθερά πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια, πλέον ψηφίζει συχνά με βάση το συναίσθημα και κυρίως την αντίδραση και την αγανάκτησή του. Ο θυμός αυτός έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, δεν εκφράζεται πάντα με αποχή. Δεύτερον, εκφράζεται συχνά με ψήφο διαμαρτυρίας. Τρίτον, μετακινείται εύκολα πολιτικά και δεν παραμένει πιστός σε κόμματα. Ο ψηφοφόρος για αρκετό διάστημα πριν από τις εκλογές τρέφεται από την αίσθηση αδικίας περισσότερο, παρά από τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία. Γι’ αυτό και πολλές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να κατανοήσουν γιατί θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν μεταφράζονται σε πολιτική αποδοχή.

Η οικονομική ανάπτυξη δεν αρκεί όταν ο πολίτης δεν τη νιώθει στην καθημερινότητά του. Ένα ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ δεν μειώνει αυτόματα το άγχος του ενοικίου, του λογαριασμού ρεύματος και της ακρίβειας. Παράλληλα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής θυμού. Η ταχύτητα διάδοσης ειδήσεων, η υπερβολή, η σύγκρουση και η συνεχής πολιτική ένταση δημιουργούν ένα περιβάλλον μόνιμης αγανάκτησης. Ο θυμωμένος ψηφοφόρος δεν περιμένει πλέον μόνο λύσεις, ζητά εκτόνωση και θέλει να τιμωρήσει πολιτικά εκείνους που θεωρεί υπεύθυνους. Αυτό εξηγεί γιατί σε πολλές χώρες ενισχύονται αντισυστημικά κόμματα, ακραίες φωνές και προσωποκεντρικά πολιτικά σχήματα.

Για τα κόμματα εξουσίας, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι απλώς η εκλογική νίκη. Είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης που έχει χαθεί. Και αυτή δεν επιτυγχάνεται μόνο με έκτακτα επιδόματα και επικοινωνιακές καμπάνιες. Απαιτεί πειστικό σχέδιο για την καθημερινότητα, σταθερότητα στους κανόνες, αίσθηση δικαιοσύνης και κυρίως πολιτική ειλικρίνεια. Ο θυμωμένος ψηφοφόρος είναι τελικά το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι αλλάζει γρηγορότερα από όσο μπορεί να αντέξει. Και όσο η πολιτική αδυνατεί να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς και την πραγματική ζωή, ο θυμός θα παραμένει ένας από τους πιο ισχυρούς πρωταγωνιστές των εκλογών.

Η επίδραση του θυμωμένου ψηφοφόρου για την κυβέρνηση μπορεί να είναι σημαντική στις επόμενες εκλογές, αν όχι καταστροφική ως προς την αυτοδυναμία. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο πόσοι είναι θυμωμένοι αλλά προς τα πού θα κατευθυνθεί αυτός ο θυμός και αν θα αποκτήσει ενιαία πολιτική έκφραση. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα, αλλά με εμφανείς απώλειες σε σχέση με τα ποσοστά του 2023 και με αυξημένη διαρροή προς την αδιευκρίνιστη ψήφο, που δεν κατευθύνεται απαραίτητα σε έναν βασικό αντίπαλο, αλλά διαχέεται ως ψήφος διαμαρτυρίας προς μικρότερα κόμματα.

Σήμερα φαίνεται να διαμορφώνονται επιπλέον κίνδυνοι για την κυβέρνηση, όπως η φθορά της καθημερινότητας από την ακρίβεια, στέγαση, ενεργειακό κόστος, ιδιωτικό χρέος και την κόπωση της μεσαίας τάξης. Ακόμα και πολίτες που αναγνωρίζουν θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες αισθάνονται ότι δεν βγαίνει ο μήνας. Άλλος κίνδυνος είναι η κόπωση εξουσίας, αφού έπειτα από πολλά χρόνια διακυβέρνησης αυξάνεται η ανάγκη πολιτικής ανανέωσης ενός μέρους του εκλογικού σώματος. Αυτό που παρατηρείται συχνά σε κυβερνήσεις δεύτερης θητείας είναι η χαμηλότερη συσπείρωση της κυβερνητικής βάσης. Ένα μέρος συντηρητικών ψηφοφόρων εμφανίζεται πιο επιφυλακτικό απέναντι στην κυβέρνηση σε ζητήματα θεσμών, ασφάλειας, οικονομίας και εθνικών θεμάτων.

Αναφορικά τώρα με τον θυμωμένο μικρομεσαίο επαγγελματία, η αντίδρασή του στις εκλογές είναι διαφορετική από τον παραδοσιακό κομματικό ψηφοφόρο. Ψηφίζει με βάση το αν αισθάνεται ότι μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Όταν, όμως, νιώθει οικονομικά πιεσμένος, φορολογικά αδικημένος και θεσμικά παραμελημένος, η ψήφος του γίνεται περισσότερο τιμωρητική παρά υποστηρικτική. Στην Ελλάδα, ο μικρομεσαίος έμπορος, βιοτέχνης, μικρός εξαγωγέας και οικογενειακός επιχειρηματίας αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πιο κρίσιμους εκλογικούς πυλώνες. Ο θυμός του δεν εκφράζεται εύκολα δημόσια, αλλά καταγράφεται στην κάλπη, τιμωρεί περισσότερο την αίσθηση αδικίας παρά την ίδια τη δυσκολία, αντιδρά έντονα όταν πιέζεται από την υπερφορολόγηση, αλλά παράλληλα αναζητά και πολιτική σταθερότητα.

Ιστορικά, στην Ελλάδα, όταν μια κυβέρνηση θεωρηθεί ότι απομακρύνεται από την κοινωνία, η φθορά επιταχύνεται περισσότερο ψυχολογικά παρά αριθμητικά. Το πιο κρίσιμο πολιτικό στοιχείο είναι ότι ο θυμωμένος ψηφοφόρος είναι ακόμα κομματικά άστεγος και εκλογικά αναποφάσιστος. Αυτό δίνει χρόνο στην κυβέρνηση αλλά και την αντιπολίτευση να διεκδικήσουν και να ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους, εφόσον πείσουν ότι έχουν σχέδιο να βελτιώσουν την οικονομική ψυχολογία και να περιορίσουν την αίσθηση κοινωνικής πίεσης. Αν αυτά δεν αποκατασταθούν και παγιωθεί η αντίληψη ότι η οικονομία ευνοεί λίγους και η καθημερινότητα χειροτερεύει, η δυσαρέσκεια μικρομεσαίων καταναλωτών και επαγγελματιών μπορεί να εξελιχθεί σε μια σιωπηλή αλλά κρίσιμη εκλογική μετατόπιση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ