Τρέχουν για διάλογο με τον Ερντογάν, υπό τον φόβο του Τραμπ

Τρέχουν για διάλογο με τον Ερντογάν, υπό τον φόβο του Τραμπ

–Η Άγκυρα θέλει διάλογο-πακέτο για το Αιγαίο

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Ο φόβος μπροστά στην ενδεχόμενη ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους των Αμερικανών και του Ντόναλντ Τραμπ για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αναγκάζει την κυβέρνηση να επιζητεί από την τουρκική πλευρά την πραγματοποίηση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ), χωρίς, φυσικά, να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια τέτοια συνάντηση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ποιοι και γιατί σπρώχνουν σε διαμεσολάβηση των «εκπαιδευόμενων μάγων» του Τραμπ στα ελληνοτουρκικά

Και έτσι, ενώ το τελευταίο διάστημα έχει κλιμακωθεί η επιθετική ρητορική εναντίον της Ελλάδας από την Άγκυρα, η κυβέρνηση εμφανίζεται επισπεύδουσα για την πραγματοποίηση του ΑΣΣ, για το οποίο η ίδια δήλωνε ότι δεν υπήρχαν κατάλληλες συνθήκες για να πραγματοποιηθεί, καθώς υπήρξαν αλλεπάλληλες αναβολές από τον Ιανουάριο του 2025, που είχε αρχικά προγραμματισθεί. Και όχι μόνο δεν έχει υπάρξει καμία πρόοδος που να δικαιολογεί τη σύγκληση του ΑΣΣ και τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν, αλλά, αντιθέτως, έχουν επανέλθει με ένταση κρίσιμα θέματα, που αφορούν τις τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας μας.

Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης έσπευσε να προεξοφλήσει ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για να πραγματοποιηθεί το ΑΣΣ στην Άγκυρα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, παραδεχόμενος, ωστόσο, ότι δεν χρειάζονται κάποια θεαματικά αποτελέσματα, αρκεί να πραγματοποιηθεί, για να γίνει μια ανασκόπηση των σχέσεων και της πορείας υλοποίησης όσων έχουν συμφωνηθεί στο παρελθόν αλλά και για την προώθηση της θετικής ατζέντας. Έσπευσε, μάλιστα, να διορθώσει όσους κάνουν λόγο για ατζέντα χαμηλής πολιτικής, θεωρώ­ντας ότι αυτός ο χαρακτηρισμός υποβαθμίζει και τη σημασία των μικρών θεμάτων συνεργασίας των δύο χωρών. Αυτό, βεβαίως, είναι κάτι που θυμήθηκε τώρα η Νέα Δημοκρατία, καθώς ήταν αυτή που στοχοποίησε τον Γιώργο Παπανδρέου, όταν είχε εισαγάγει την ατζέντα χαμηλής πολιτικής.

Ο Χακάν Φιντάν δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών, μιλώντας στην Εθνοσυνέλευση την Τρίτη, καθώς επανέλαβε ότι η Τουρκία επιμένει στη θέση της για αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων ως πακέτο στο Αιγαίο. «Συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε την αρχή της δίκαιης κατανομής στην Ανατολική Μεσόγειο και λαμβάνουμε αποφασιστικά μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων μας. Υποστηρίζουμε τη συνολική αντιμετώπιση όλων των διαφορών στο Αιγαίο και την επίλυσή τους μέσω ουσιαστικού και εποικοδομητικού διαλόγου στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας. Θέλουμε να δούμε το Αιγαίο Πέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχές σταθερότητας και ευημερίας. Αυτή είναι επίσης η σαφής βούληση του Προέδρου μας», τόνισε.

Το ερώτημα, βεβαίως, είναι τι ακριβώς επιδιώκεται με αυτήν την προσπάθεια της Αθήνας για σύγκληση του ΑΣΣ, μια εκκρεμότητα που υπήρχε εδώ και μήνες, αλλά όπου οι αποφάσεις για την τύχη του δεν πρέπει να ληφθούν επιπόλαια.

Η Αθήνα θέλει να δώσει το μήνυμα ότι δεν είναι υπέρ των εντάσεων με την Τουρκία, αντιθέτως είναι υπέρ του διαλόγου και της συνεργασίας. Έτσι θέλει να προλάβει πιθανές παρεμβάσεις ή και συστάσεις κυρίως από την Ουάσινγκτον για κατευνασμό στα ελληνοτουρκικά και άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του αμερικανού πρεσβευτή στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ για το ότι οι ΗΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν ως «συγκολλητική ουσία» μεταξύ των δύο συμμάχων και ότι δεν μπορούν παλιές, από αιώνων, αντιπαραθέσεις να διαταράξουν τη συνεργασία και την ευημερία που οραματίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ στην περιοχή είναι ανησυχητικές. Πολύ περισσότερο όταν είναι γνωστή η προσωπική σχέση και εκτίμηση που έχει ο αμερικανός Πρόεδρος με τον Ταγίπ Ερντογάν και το «διαζύγιο» που έχει πάρει από το Διεθνές Δίκαιο και την εξωτερική πολιτική αρχών.

Η Αθήνα, με κάθε τρόπο, προσπάθησε διπλωματικά να απορρίψει κάθε ιδέα αμερικανικής μεσολάβησης στα ελληνοτουρκικά, αλλά αυτό καθόλου δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, αν δεχθεί τέτοιες εισηγήσεις, δεν θα προχωρήσει σε μια τέτοια παρέμβαση… Το γεγονός, μάλιστα, ότι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες εκδήλωσαν ενδιαφέρον στην Ελλάδα για τα οικόπεδα νότια της Κρήτης, εκεί όπου τέμνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο από την πλευρά της Λιβύης, και η ενεργειακή αναβάθμιση της Αλεξανδρούπολης δεν σημαίνει ότι αυτομάτως οι ΗΠΑ μετατρέπονται σε συνήγορο και υποστηρικτή των συμφερόντων της Ελλάδας.

Αντιθέτως, οι Αμερικανοί, και κυρίως οι επιχειρηματίες φίλοι του Προέδρου Τραμπ, που ασκούν την εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης, θα είναι οι πρώτοι που θα ασκήσουν πιέσεις ώστε να μην προκαλείται ένταση που διαταράσσει τα αμερικανικά συμφέροντα. Και αυτές οι πιέσεις, προφανώς, θα έχουν εξαιρετικά αρνητικά αποτελέσματα. Και αυτό διότι, στην πράξη, θα ασκείται πίεση στην Ελλάδα να μην αντιδρά στις διεκδικήσεις της Τουρκίας, αλλά, αντιθέτως, να καθίσει σε ένα τραπέζι που θα στρώσουν οι σύμβουλοι του κ. Τραμπ, ώστε, με τρόπο «εμπορικό» και χωρίς τις «προκαταλήψεις» του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας, να βρεθεί μια πρακτική λύση…

Αυτή, φυσικά, θα είναι μια καταστροφική εξέλιξη για την Ελλάδα. Η Αθήνα έτσι προσπαθεί να δείξει το καλό της πρόσωπο στις ΗΠΑ.

Όμως υπάρχει ένα σοβαρότατο ερώτημα: Τι ακριβώς θα συζητήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε μια συνά­ντηση κορυφής με τον Ταγίπ Ερντογάν; Την αύξηση των τούρκων τουριστών στα ελληνικά νησιά; Τον ελεγχόμενο αριθμό μεταναστών που περνούν από τις τουρκικές ακτές; Τον ρυθμό των τουρκικών φορτηγών που περνάνε από τη γέφυρα των Κήπων; Ή τη συνεργασία των ομάδων πολιτικής προστασίας των δύο χωρών;

Είναι προφανές ότι αυτή η ατζέντα δεν ανήκει καν στους υπουργούς Εξωτερικών ή στους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς, αλλά σε ανώτερα στελέχη της διοίκησης των δύο χωρών. Οι δύο ηγέτες, και μάλιστα ύστερα από ένα τόσο μεγάλο διάστημα, θα πρέπει να συζητήσουν τα μείζονα ζητήματα στις σχέσεις των δύο χωρών, ώστε να δοθεί, εάν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, ώθηση για την προώθησή τους.

Όμως, οι συζητήσεις που συχνά είχαν τα τελευταία δύο χρόνια οι υπουργοί Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Χακάν Φιντάν, για τις θαλάσσιες ζώνες δεν απέδωσαν τίποτα, παρά την έμφυτη αισιοδοξία που επεδείκνυε η κυβέρνηση. Η διαφορά προσέγγισης στο ζήτημα της Γάζας έχει πλέον αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος, καθώς ο Ερντογάν θεωρεί εχθρούς όλους όσους υποστηρίζουν το «γενοκτόνο» Ισραήλ, και σε αυτούς, φυσικά, συμπεριλαμβάνει την Ελλάδα και την Κύπρο. Μάλιστα, για την τουρκική ηγεσία έχει πλέον αποκτήσει διάσταση εθνικής ασφάλειας το θέμα της συνεργασίας, και στον αμυντικό τομέα, του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι ειδήσεις, μάλιστα, ότι Αθήνα και Λευκωσία προμηθεύονται εξελιγμένα πυραυλικά συστήματα από το Ισραήλ έχουν εμπεδωθεί στην τουρκική κοινή γνώμη και αυτό εκφράζεται και στις κινήσεις της ηγεσίας, που υιοθετεί την αντίληψη ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί την Ελλάδα και την Κύπρο για την άσκηση πίεσης στην Τουρκία.

Σε ό,τι αφορά τα γνωστά ζητήματα, η Τουρκία απλώς βρήκε αφορμή να εγείρει θέμα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, αντιδρώντας με σφοδρότητα στις δηλώσεις του Νίκου Δένδια για εγκατάσταση και πυραυλικού πυροβολικού για την άμυνα των νησιών, με το ελληνικό ΥΕΘΑ να απαντά, μέσω πηγών, υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα δεν απειλεί οποιονδήποτε, αλλά αντιθέτως αντιμετωπίζει ενεργή απειλή πολέμου – το casus belli.

Επίσης, μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, η Τουρκία επιτέθηκε στην Ελλάδα με αφορμή τον χάρτη του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της Κομισιόν. Όμως, ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης έχει μπει στην ατζέντα, που δεν είναι άλλο από το ελληνικό βέτο στη συμμετοχή της Τουρκίας, επισήμως ως κράτους, στο Πρόγραμμα «SAFE» των 150 δισ. ευρώ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Κυβέρνηση εθνικής ενότητας

Οι τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες θα είχαν τη δυνατότητα συμμετοχής, σε επίπεδο κοινοπραξιών, με ευρωπαϊκές εταιρίες, σε προγράμματα κατά ποσοστό 35%, όμως, την Τουρκία την ενδιέφερε –για λόγους οικονομικούς, αλλά κυρίως συμβολικούς και πολιτικούς– να συμμετέχει πλήρως και σε εθνικό επίπεδο στο «SAFE», δείχνο­ντας έτσι πόσο απαραίτητη είναι για την ευρωπαϊκή ασφάλεια…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ