
Ποιοι και γιατί σπρώχνουν σε διαμεσολάβηση των «εκπαιδευόμενων μάγων» του Τραμπ στα ελληνοτουρκικά
Συντονισμένο σχέδιο πρόκλησης εμπλοκής των Αμερικανών και του Προέδρου Τραμπ στα ελληνοτουρκικά, όπου, φυσικά, η μεσολάβηση δεν θα είναι υπέρ της Ελλάδας –με ταυτόχρονη, συνεχή προβολή της θεωρίας ότι η ακινησία στα ελληνοτουρκικά είναι κακή και επομένως πρέπει άμεσα να υπάρξει η όποια λύση–, φαίνεται να έχει μπει σε εφαρμογή, με τη στήριξη πολιτικών αλλά και Μέσων Ενημέρωσης.
Έτσι, ένα αλλοπρόσαλλο και αντιφατικό συνονθύλευμα πολιτικών, δημοσιολογούντων και δημοσιογράφων έχει επιδοθεί τις τελευταίες εβδομάδες σε μια προσπάθεια να πειστεί με το ζόρι η κοινή γνώμη ότι κινδυνεύει η Ελλάδα επειδή δήθεν δεν έχουν επιλυθεί τα ελληνοτουρκικά και ότι κάθε μέρα που περνά επιδεινώνεται η ελληνική θέση.
Μάλιστα, ορισμένοι κύκλοι θεωρούν «δώρο εξ ουρανού» μια ενδεχόμενη παρέμβαση των «μαθητευόμενων μάγων» της εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, ώστε η όποια λύση να περιβληθεί τον μανδύα της ισχύος των ΗΠΑ. Κανείς, βεβαίως, δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει… για ποιον λόγο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει πρόοδος στα ελληνοτουρκικά.
Η θεωρία που, δυστυχώς, αναπτύσσεται και καλλιεργείται από όλους αυτούς τους κύκλους –που δεν αφορούν μόνο το παλιό ΕΛΙΑΜΕΠ–, αλλά επεκτείνεται και σε όλο το πολιτικό φάσμα, αποκρύπτει κάτι ακόμη. Όλοι αυτοί οι οποίοι διαμαρτύρονται για την «ακινησία» στα ελληνοτουρκικά, σε ένα φάσμα από τον Ευάγγελο Βενιζέλο και τους Σημιτικούς μέχρι τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, αλλά και μια σειρά «διανοουμένων» της Αριστεράς, δεν εξηγούν φυσικά ότι το συνεχόμενο για δεκαετίες αδιέξοδο οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην Τουρκία και στην πολιτική αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και της ελληνικής κυριαρχίας γενικότερα και ότι δεν είναι επιλογή κάποιων ελληνικών κυβερνήσεων. Είναι, επίσης, εξοργιστικό το γεγονός ότι όλοι όσοι σήμερα καταδικάζουν την «ακινησία» στα ελληνοτουρκικά είναι οι ίδιοι που ακριβώς δεν προχώρησαν σε λύσεις στα ελληνοτουρκικά, όταν οι ίδιοι κυβερνούσαν τη χώρα…
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι και η κυβέρνηση σήμερα εμφανίζεται να καταγγέλλει το «δόγμα ακινησίας» στα ελληνοτουρκικά, όταν βλέπει η ίδια ότι τα εργαλεία που επιστράτευσαν οι κ. Μητσοτάκης, Γεραπετρίτης αλλά και ο Νίκος Δένδιας ως ΥΠΕΞ, προκειμένου να υπάρξει κινητικότητα στα ελληνοτουρκικά, έχουν καταρρεύσει… Όπως ήταν η δήθεν «επαναπροσέγγιση» μετά τους σεισμούς στην Τουρκία, η Διακήρυξη των Αθηνών, η αντικατάσταση των διερευνητικών επαφών με τις απόρρητες συνομιλίες Φιντάν – Γεραπετρίτη…
Όμως, μέσα σε αυτό το γενικότερο κλίμα, το οποίο υπονομεύει τελικά την εθνική θέση, προέκυψαν ξαφνικά και οι καλοθελητές, που θέλουν να προκαλέσουν, σώνει και καλά, την παρέμβαση της κυβέρνησης Τραμπ στα ελληνοτουρκικά. Παρά το γεγονός ότι βλέπουν και διαπιστώνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται η κυβέρνηση Τραμπ είναι χωρίς αρχές, χωρίς σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στηρίζεται σε μια συναλλακτική πολιτική. Και αυτό τη στιγμή που ο Πρόεδρος Τραμπ εκφράζει κάθε τόσο τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη του στον Ταγίπ Ερντογάν και στην Τουρκία.
Τους τελευταίους τρεις μήνες, κυρίως μετά τη συμφωνία για την εκεχειρία στη Γάζα, έχει υπάρξει ένας καταιγισμός δημοσιευμάτων περί πρόθεσης εμπλοκής του Ντόναλντ Τραμπ και στα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου και στα ελληνοτουρκικά, παρά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει καμία επίσημη ένδειξη γι’ αυτό.
Τις προηγούμενες ημέρες, σε συνέντευξη του αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία Τομ Μπάρακ, τέθηκε, χωρίς ο ίδιος να το έχει προκαλέσει, το ερώτημα εάν οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να διευκολύνουν την επίλυση των ελληνοτουρκικών και πώς βλέπει την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών. Ο Τομ Μπάρακ, ο οποίος, βεβαίως, δεν είναι διπλωμάτης, αλλά προσωπικός φίλος του Τραμπ, και δεν έχει κρύψει τον θαυμασμό του για την Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς και τον σεβασμό του προς τον Ταγίπ Ερντογάν, λίγο – πολύ, διατύπωσε την άποψη ότι Ελλάδα και Τουρκία πρέπει να απαλλαγούν από διαφορές «του πολύ μακρινού παρελθόντος» και υπονόησε ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να διευκολύνουν μια διαδικασία επίλυσης των προβλημάτων.
Ο Τομ Μπάρακ, προφανώς, δεν έχει αντιληφθεί ότι η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν εδράζεται στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ή στη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι διαφορές αφορούν την προσπάθεια της Τουρκίας να αμφισβητήσει διεθνείς συνθήκες και το Δίκαιο της Θάλασσας, να διεκδικήσει μέρος της ελληνικής κυριαρχίας και να εμποδίσει την Ελλάδα από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.
Το πρόβλημα στις σχέσεις της Ελλάδας με τη σημερινή Τουρκία είναι ότι εκεί, στην Άγκυρα, ανοίγουν ολοένα και νέους λογαριασμούς όσοι κοιτάζονται στον καθρέφτη και νομίζουν ότι βλέπουν το είδωλο του Μωάμεθ του Πορθητή…
Και, πάντως, εάν υπήρχε διάθεση μεσολάβησης του κ. Μπάρακ –ή σε συνεργασία με την κ. Γκίλφοϊλ (η οποία αμφιβάλλουμε αν αντιλαμβάνεται την έννοια του Δικαίου της Θάλασσας, της κυριαρχίας κ.λπ.)–, θα μπορούσε να εστιαστεί στο να πειστεί ο κ. Ερντογάν να μην απειλεί την κυριαρχία μιας συμμαχικής χώρας και να δεχθεί την παραπομπή στη Χάγη του ζητήματος της οριοθέτησης ΑΟΖ. Άλλου είδους διαμεσολάβηση δεν χρειαζόμαστε, και είναι θετικό ότι και το ΥΠΕΞ, μέσω της εκπροσώπου του Λάνας Ζωχιού, έσπευσε να διευκρινίσει ότι τα ζητήματα αυτά αφορούν τις διμερείς σχέσεις και αντιμετωπίζονται διμερώς.
Σε μια περίοδο που διαπιστώνουμε όλοι πόσο μικρή αξία έχει για τους Αμερικανούς η αρχή της κυριαρχίας της Ουκρανίας και με πόση ευκολία διαπραγματεύονται με τους Ρώσους τη νομιμοποίηση των εδαφών που κατέλαβε διά της βίας η Ρωσία, η οποιαδήποτε εμπλοκή των «έμπιστων» του Τραμπ στα ελληνοτουρκικά μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη και καταστροφική.
Στα ελληνοτουρκικά, έχουμε εισέλθει σε μια εξαιρετικά δύσκολη καμπή, καθώς, όπως αναμενόταν, η περίοδος των «ήρεμων νερών» εξαντλείται. Αυτό, όμως, κάθε άλλο παρά θα πρέπει να οδηγήσει σε εσπευσμένες κινήσεις, εφόσον η Τουρκία δεν κάνει το μισό βήμα μπροστά, που απαιτείται προκειμένου να υπάρξει μια ειλικρινής και ουσιαστική προσπάθεια για την επίλυση της μεγάλης διαφοράς που αφορά τα ελληνοτουρκικά: την οριοθέτηση της ΑΟΖ.
Εξάλλου, τα σημεία στα οποία η Ελλάδα μπορεί να κάνει και αυτή το μισό βήμα μπροστά έχουν καταγραφεί στο παρελθόν κατά τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών, και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και στην Άγκυρα. Εάν η Τουρκία επιμένει στην πλήρη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, θεωρώντας ότι έτσι θα πιέσει τη χώρα μας και θα τη συμπιέσει στα 6 ν.μ. και σε μια περιορισμένη επέκταση των χωρικών υδάτων στις ηπειρωτικές ακτές, η διατήρηση του αδιεξόδου είναι δεδομένη.
Και όσοι σήμερα καταγγέλλουν την «ακινησία» στα ελληνοτουρκικά θα πρέπει δημοσίως να τοποθετηθούν για το τι εννοούν ως «κινητικότητα» και μέχρι πού θα μπορούσαν να φτάσουν οι ελληνικές παραχωρήσεις προκειμένου να πεισθεί η Τουρκία να συναινέσει στην εν λόγω «κινητικότητα»… Διότι, σε διαφορετική περίπτωση, δεν προσφέρουν καλές υπηρεσίες στη χώρα και στα εθνικά συμφέροντα.