
Νίκος Ανδρουλάκης: «Χαμηλότερο κόστος παραγωγής – περισσότερα κίνητρα επανεπένδυσης»
Η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ για μια ισχυρή και δίκαιη βιομηχανική Ελλάδα
Στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης, παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο, εναλλακτικό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Με κεντρικό άξονα τη θέση «Παραγωγική Ελλάδα σε μια Ευρώπη που αλλάζει», ο κ. Ανδρουλάκης άσκησε δριμεία κριτική στην κυβερνητική πολιτική, τονίζοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να πρωταγωνιστήσει στις ευρωπαϊκές εξελίξεις και να μην παραμένει απλός θεατής των διεθνών βιομηχανικών ανακατατάξεων.
Τα βασικά σημεία της ανάλυσης:
-
Αλλαγή παραδείγματος στην Ευρώπη: Η βιομηχανία επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανάπτυξης μέσω πρωτοβουλιών όπως ο «Βιομηχανικός Επιταχυντής», με στόχο τη συμμετοχή της στο 20% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ έως το 2035.
-
Χαμένη ευκαιρία για το Ταμείο Ανάκαμψης: Ασκήθηκε κριτική στην κυβέρνηση για τη διαχείριση των 36 δισ. ευρώ, καθώς η μεταποίηση παραμένει χαμηλά (9% του ΑΕΠ έναντι 15% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και οι κρίσιμες υποδομές έχουν μείνει πίσω.
-
Εθνικό Σχέδιο Φθηνής Ενέργειας: Πρόταση για την υιοθέτηση του ιταλικού μοντέλου, το οποίο εξασφαλίζει σταθερά χαμηλότερες τιμές ρεύματος για τη βιομηχανία με αντάλλαγμα δεσμεύσεις για επενδύσεις σε ΑΠΕ και αποθήκευση, καθώς και άμεση εφαρμογή του νέου έκτακτου ευρωπαϊκού πλαισίου στήριξης.
-
Φορολογικά κίνητρα και ανάσχεση του αφελληνισμού: Δέσμευση για ένα σύγχρονο καθεστώς επιταχυνόμενων αποσβέσεων για παραγωγικά πάγια, κατάργηση της Golden Visa με αντικατάστασή της από την Angel Visa για παραγωγικές επενδύσεις, και αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας για funds και servicers.
Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ
Κυρίες και κύριοι,
Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να μιλήσω στην Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών του ΣΕΒ με θέμα «Παραγωγική Ελλάδα σε μια Ευρώπη που αλλάζει».
Πράγματι, η Ευρώπη αλλάζει. Μεταβάλλονται ραγδαία οι βασικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και αμυντικές σταθερές στις οποίες στηρίχθηκε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «βιομηχανική πολιτική». Για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν σχεδόν με καχυποψία.
Σήμερα, όμως, οι πρόσφατες εκθέσεις του Ενρίκο Λέτα και του Μάριο Ντράγκι σηματοδοτούν μια βαθιά αλλαγή παραδείγματος: η βιομηχανία επανέρχεται στο επίκεντρο ως η βασική ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης και ως καθοριστικός παράγοντας για την ενίσχυση της ευημερίας, της ανθεκτικότητας και της ασφάλειας των σύγχρονων κοινωνιών.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στην πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο «Βιομηχανικό Επιταχυντή» (Industrial Accelerator Act).
Πρόκειται για ιδιαίτερα φιλόδοξη πρωτοβουλία, με στόχο η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ να αυξηθεί από περίπου 14% σήμερα στο 20% έως το 2035.
Σε έναν κόσμο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα εφαρμόζουν επιθετικές βιομηχανικές πολιτικές, η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει θεατής. Ταυτόχρονα, όμως, ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιοι θα ωφεληθούν περισσότερο από αυτή τη νέα βιομηχανική στρατηγική;
Η χαλάρωση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις αναδεικνύει ξεκάθαρα το πρόβλημα. Θεωρητικά, όλα τα κράτη-μέλη διαθέτουν το ίδιο δικαίωμα να επιδοτήσουν επιχειρήσεις και στρατηγικούς κλάδους. Στην πράξη, όμως, δεν διαθέτουν όλοι τα ίδια δημοσιονομικά μέσα.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.
Στην αρχή της πανδημίας, σχεδόν οι μισές εγκεκριμένες κρατικές ενισχύσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση κατευθύνθηκαν στη Γερμανία. Και αυτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό ζήτημα. Αγγίζει τον πυρήνα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Γιατί υπονομεύει τον θεμελιώδη στόχο της σύγκλισης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος προβληματισμός βρίσκεται στον πυρήνα των συζητήσεων και για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034.
Είναι, λοιπόν, σαφές ότι οι παραπάνω εξελίξεις επηρεάζουν τη χώρα μας.
Πιστεύω ότι η Ελλάδα, ενόψει της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε λίγους μήνες, οφείλει να συμβάλει δημιουργικά στη διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής απάντησης.
Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική την πρόταση του Ενρίκο Λέτα για δημιουργία ενιαίου μηχανισμού χρηματοδότησης της βιομηχανικής πολιτικής (State Aid Contribution Mechanism). Ένας τέτοιος μηχανισμός θα υποχρεώνει τα ισχυρότερα κράτη μέλη να κατευθύνουν μέρος των κρατικών ενισχύσεων στη χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών και στρατηγικών επενδύσεων. Στην πράξη, θα λειτουργεί ως ένας ευρωπαϊκός «φόρος επί των κρατικών ενισχύσεων».
Παράλληλα, ένας δεύτερος στρατηγικός στόχος πρέπει να είναι η χρηματοδοτική στήριξη νέων επενδύσεων στις υπό ένταξη χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Μια τέτοια πολιτική θα δημιουργήσει σημαντικές νέες ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις σε μια περιοχή με την οποία η χώρα μας διατηρεί ισχυρούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς δεσμούς.
Και γενικότερα, η χώρα μας οφείλει να αναδεικνύει συστηματικά, σε κάθε διαπραγμάτευση με την ΕΕ — από την άμυνα έως την αντιμετώπιση αθέμιτων φορολογικών πρακτικών — τις ιδιαιτερότητες που απορρέουν από την έντονη ορεινότητα και νησιωτικότητά της. Η γεωγραφική φυσιογνωμία της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη γειτνίασή της με τρίτες χώρες, συνιστά διαρκή παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Όσα ανέπτυξα παραπάνω, αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου κρίσιμου ερωτήματος:
Πώς θα ενισχύσουμε την ευρωπαϊκή βιομηχανία, χωρίς η μετάβαση αυτή να μετατραπεί σε παράγοντα διεύρυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών; Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα για την Ευρώπη.
Κυρίες και κύριοι,
Η Ελλάδα είχε μια ιστορική ευκαιρία: να αξιοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης ως μοχλό παραγωγικού μετασχηματισμού.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όμως, σπατάλησε την ευκαιρία αυτή. Παρά τη σταδιακή πρόοδο σε επιμέρους τομείς, η δομή της οικονομίας δεν άλλαξε και αυτό θα το πληρώσουμε, γιατί δεν έχει καταστεί μακροπρόθεσμα βιώσιμη, ανθεκτική και συμπεριληπτική. Σε σειρά βασικών δεικτών η χώρα μας συνεχίζει να κατατάσσεται πολύ χαμηλά, ανάμεσα στους «27» της Ένωσης. Αναφέρω ενδεικτικά:
Υστέρηση της μεταποίησης στο ΑΕΠ
Παρά την άνοδο της συνεισφοράς της βιομηχανίας στο ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια στο 9%, απέχουμε ακόμη σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 15% και κατατασσόμαστε τέταρτοι από το τέλος στην ΕΕ.
Χαμηλή εξαγωγική επίδοση
Παρά τον υπερδιπλασιασμό των εξαγωγών αγαθών μετά την κρίση, η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά όχι μόνο του ευρωπαϊκού μέσου όρου αλλά και χωρών αντίστοιχου μεγέθους. Η Πορτογαλία, η Σουηδία και η Δανία εμφανίζουν διπλάσιες εξαγωγές αγαθών ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ η Αυστρία και η Βουλγαρία τριπλάσιες.
Τα ερωτήματα, λοιπόν, είναι αμείλικτα.
Τι θα αφήσουν πίσω τους τα 36 δισεκατομμύρια ευρώ του Ταμείου;
Ποιες είναι οι μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις που έγιναν; Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν;
Πόσο συνέβαλαν πραγματικά στην αύξηση της παραγωγικότητας;
Γιατί κρίσιμες υποδομές έμειναν σε δεύτερο πλάνο;
Διαθέτουμε σήμερα καλύτερους σιδηροδρόμους;
Αποκτήσαμε περισσότερες κοινωνικές κατοικίες; Περισσότερα δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας;
Η απάντηση είναι αρνητική.
Και επιτρέψτε μου να σταθώ σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, αφορά ένα άλλο ταμείο αλλά δείχνει την κουλτούρα, το όραμα και την έλλειψη σχεδίου: Το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων.
Μια πρωτοβουλία που με δικές μου ενέργειες ως ευρωβουλευτής, πετύχαμε να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή νομοθεσία ήδη από το 2017 και εξασφάλισε για τη χώρα μας πόρους άνω του 1,6 δισεκατομμυρίου ευρώ για έργα ενεργειακής μετάβασης, διασυνδέσεις, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αποθήκευση στα ελληνικά νησιά. Πρόκειται για ένα κρίσιμο αναπτυξιακό εργαλείο για μια χώρα με τόσο έντονη νησιωτικότητα όσο η Ελλάδα. Κι όμως, ενώ η σχετική ευρωπαϊκή πρόβλεψη υπήρχε εδώ και χρόνια, χρειάστηκε να φτάσουμε στο τέλος του 2024 για να ενεργοποιηθεί ουσιαστικά το Ταμείο. Άλλο ένα παράδειγμα του πώς η χώρα χάνει πολύτιμο χρόνο στην αξιοποίηση διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων.
Η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σε κρίσιμους δείκτες που καθορίζουν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά. Παραμένουμε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις επενδύσεις για έρευνα και καινοτομία, ενώ υστερούμε σημαντικά σε ψηφιακές δεξιότητες, στις επιδόσεις των μαθητών στο πρόγραμμα PISA και στην παραγωγικότητα της εργασίας.
Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Όπως επισημαίνει πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ, οι ανισότητες στη χώρα είναι πολλαπλές. Αφορούν την πρόσβαση στην ποιοτική εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγαση, στις ευκαιρίες απασχόλησης και στην κοινωνική κινητικότητα.
Σε όλα αυτά προστίθεται η επίμονη ακρίβεια, που πλήττει κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ελληνικός λαός βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την αγοραστική δύναμη, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Γι’ αυτό τον λόγο, πιστεύω βαθιά ότι η συζήτηση για μια Παραγωγική Ελλάδα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Η ανταγωνιστικότητα στον 21ο αιώνα σε όλες τις δυτικές κοινωνίες δεν καθορίζεται από τους χαμηλούς μισθούς, ούτε από την αύξηση των ωρών εργασίας ή τη συμπίεση του κοινωνικού κράτους. Καθορίζεται από άλλους παράγοντες, γι’ αυτό στόχος μας είναι:
Μια Ελλάδα με καλύτερους μισθούς και περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους.
Μια Ελλάδα όπου οι εργαζόμενοι δεν θα δουλεύουν περισσότερο, αλλά πιο παραγωγικά. Γιατί χρειαζόμαστε ποιοτικότερο χρόνο εργασίας που να συνδυάζει αρμονικά την προσωπική με την επαγγελματική ζωή. Γι’ αυτό θέσαμε στον δημόσιο διάλογο την πιλοτική εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας, που αφορά τις θέσεις εντάσεως διανοίας και τις νεότερες γενιές.
Το κρίσιμο διακύβευμα είναι σαφές: να κάνουμε την Ελλάδα πιο παραγωγική, για να την κάνουμε πιο δίκαιη, πιο ανθεκτική. Και με αξιόπιστο σχέδιο μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τον περασµένο Σεπτέμβριο, παρουσίασα το ολιστικό σχέδιο του ΠΑΣΟΚ για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.
Θέσαμε συγκεκριμένους και μετρήσιμους εθνικούς στόχους για μια νέα ευρωπαϊκή σύγκλιση. Θα αναφερθώ σε δύο από αυτούς.
Είμαστε το μόνο κόμμα που έθεσε ως στόχο την ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας: από το 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και τις τελευταίες θέσεις όπου βρίσκεται σήμερα, στο 75% έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Θέλω να ξεκαθαρίσω εδώ ότι η χαμηλή παραγωγικότητα δεν μετρά την εργατικότητα και την αποδοτικότητα των εργαζομένων -που είναι υψηλές-, αλλά αντανακλά κυρίως τη δομή της οικονομίας.
Γι’ αυτό θέτουμε στο επίκεντρο του σχεδίου μας ένα σύγχρονο παραγωγικό υπόδειγμα που βασίζεται στη γνώση, την τεχνητή νοημοσύνη, την αγροδιατροφική μεταποίηση, τη βιομηχανία και τη δυναμική της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Ο δεύτερος και αλληλένδετος στόχος είναι η αξιοπρεπής εργασία για όλους και η δικαιότερη κατανομή πλούτου.Τα τελευταία επτά χρόνια επί Νέας Δημοκρατίας συντελείται μια μεγάλη αναδιανομή πλούτου.
Το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ είναι το δεύτερο χαμηλότερο στην Ευρώπη, ενώ το μερίδιο των κερδών είναι το τρίτο υψηλότερο. Εμείς δεσμευόμαστε για μια σημαντική αύξηση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ τα επόμενα 5 χρόνια. Γιατί είμαστε η μοναδική χώρα με τόσο μεγάλο κενό μεταξύ μισθών και κερδών. Πώς θα τα πετύχουμε:
Θα σταθώ σε έξι βασικές προτεραιότητες που σχετίζονται άμεσα με τις ανάγκες της Βιομηχανίας.
Πρώτη προτεραιότητα: Ενεργειακό κόστος
Πέρυσι, από αυτό εδώ το βήμα, παρουσίασα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Έναν χρόνο μετά, δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν έχει δώσει καμία ουσιαστική λύση στο πρόβλημα. Σήμερα η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να πληρώνει από τα υψηλότερα ενεργειακά κόστη στην Ευρώπη.
Εμείς προτείνουμε ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Φθηνής Ενέργειας. Υιοθετούμε το ιταλικό μοντέλο με τις αναγκαίες προφανώς προσαρμογές στα ελληνικά δεδομένα. Εξασφαλίζουμε έτσι, σταθερά χαμηλότερη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα επόμενα τρία χρόνια. Σε αντάλλαγμα, οι βιομηχανίες αναλαμβάνουν δεσμεύσεις για επενδύσεις σε ΑΠΕ και σε συστήματα αποθήκευσης.
Η αδράνεια της κυβέρνησης και η άρνησή της να αξιοποιήσει τις ευρωπαϊκές ευελιξίες για στήριξη της βιομηχανίας είναι απαράδεκτη. Στις 29 Απριλίου, η Επιτροπή ενεργοποίησε ένα νέο έκτακτο ευρωπαϊκό πλαίσιο στήριξης της βιομηχανίας, δίνοντας στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να αυξήσουν την επιδότηση του ενεργειακού κόστους για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις.
Εμείς λέμε ξεκάθαρα: άμεση εφαρμογή της ενίσχυσης του ενεργειακού κόστους , ώστε η ελληνική βιομηχανία να έχει τους ίδιους όρους ανταγωνισμού με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές βιομηχανίες.
Ταυτόχρονα, έχουμε ριζικά διαφορετική φιλοσοφία για την ενεργειακή μετάβαση. Γιατί άλλο πράσινη μετάβαση, άλλο εισβολή του φυσικού αερίου και νέες εξαρτήσεις και άλλο πράσινη και δίκαιη μετάβαση για χαμηλό κόστος παραγωγής και χαμηλό κόστος ζωής. Πρέπει επιτέλους η κατανομή του ενεργειακού χώρου να γίνει με περισσότερη διαφάνεια και περισσότερη δικαιοσύνη. Δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο λίγων μεγάλων παικτών.
Χρειάζεται να δώσουμε προτεραιότητα πρόσβασης στον εναπομείναντα χώρο στους αγρότες, στους συνεταιρισμούς, στην τοπική αυτοδιοίκηση και στις ενεργειακές κοινότητες. Αυτό θα πει δίκαιη μετάβαση, αυτό δημιουργεί συνθήκες ανθεκτικότητας.
Δεύτερη προτεραιότητα: Εκσυγχρονισμός λειτουργίας των βιομηχανικών μονάδων
Σήμερα, πολλές Βιομηχανικές Περιοχές και Βιομηχανικά Πάρκα αντιμετωπίζουν αντιαναπτυξιακές αγκυλώσεις. Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Χρειάζονται άμεσα στοχευμένες παρεμβάσεις.
Πρώτον, να δοθεί η δυνατότητα αναθεώρησης των Κανονισμών Λειτουργίας των ΒΙΠΕ με πρωτοβουλία επιχειρήσεων που εκπροσωπούν το 20% της καθαρής έκτασης.
Δεύτερον, οφείλουμε να προωθήσουμε συνέργειες και οικονομίες κλίμακας. Η συγκέντρωση ομοειδών ή συμπληρωματικών παραγωγικών δραστηριοτήτων μπορεί να μειώσει τα κόστη και να δημιουργήσει ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την καινοτομία.
Τρίτον, είναι απαραίτητη η κατασκευή σύγχρονων ενεργειακών υποδομών και έργων εξοικονόμησης ενέργειας σε κάθε Βιομηχανική Περιοχή, καθώς και η αποτελεσματική σύνδεσή τους με τα εθνικά δίκτυα μεταφορών. Επιπλέον, στις νέες Βιομηχανικές Περιοχές θα μπορούσε να εξετασθεί -σε διάλογο με τον ΣΕΒ- η υιοθέτηση ενός διαφορετικού μοντέλου εγκατάστασης, με μακροχρόνια μίσθωση της γης αντί της αγοράς της. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται το αρχικό επενδυτικό κόστος και διευκολύνεται η προσέλκυση νέων παραγωγικών επενδύσεων.
Για εμάς, οι Βιομηχανικές Περιοχές αποτελούν βασικό πυλώνα μιας νέας εθνικής βιομηχανικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που συνδυάζει την ορθολογική χωροθέτηση της παραγωγής εκτός αστικού ιστού, με τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της μεταποίησης. Η νέα βιομηχανική εποχή δεν θα οικοδομηθεί πάνω σε διάσπαρτες και απομονωμένες επιχειρήσεις. Θα οικοδομηθεί πάνω σε σύγχρονα παραγωγικά οικοσυστήματα. Αυτό πρέπει να είναι το μέλλον μας.
Τρίτη προτεραιότητα: Αγροδιατροφική μεταποίηση
Η αγροδιατροφική μεταποίηση αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορούμε να συνδυάσουμε την παράδοση με τη σύγχρονη παραγωγή. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στη δημιουργία εξειδικευμένων αγροδιατροφικών επιχειρηματικών πάρκων.
Φανταστείτε, για παράδειγμα, ένα επιχειρηματικό πάρκο στην Μεσσηνία, την Κρήτη ή τη Λέσβο, αφιερωμένο αποκλειστικά στο ελαιόλαδο. Ελαιουργεία, μονάδες τυποποίησης, εργαστήρια ποιοτικού ελέγχου, ερευνητικά κέντρα, υπηρεσίες μάρκετινγκ και εξαγωγών να λειτουργούν στον ίδιο χώρο, ενισχύοντας καθοριστικά την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων μας.
Παράλληλα, η αγροδιατροφή πρέπει να συνδεθεί πολύ πιο στενά με τον τουρισμό. Η πιστοποίηση τοπικών προϊόντων και η δημιουργία ισχυρών περιφερειακών γαστρονομικών brands μπορούν να μετατρέψουν την ελληνική διατροφή σε ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα.
Τέταρτη προτεραιότητα: Φορολογικό σύστημα.
Θα σταθώ σε μία μόνο πτυχή του σχεδίου μας, που αναδεικνύει τη διαφορά φιλοσοφίας μας από τη Νέα Δημοκρατία. Σήμερα, όταν μια βιομηχανία επενδύσει τα κέρδη της σε νέο μηχανολογικό εξοπλισμό, μπορεί να εκπέσει φορολογικά μόλις το 10% της επένδυσης ετησίως. Πρόκειται για ένα από τα δυσμενέστερα καθεστώτα στον ΟΟΣΑ, όσον αφορά τη φορολογική μεταχείριση των παραγωγικών επενδύσεων.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα ευνοϊκότερα καθεστώτα φορολόγησης των μερισμάτων, με μόλις 5%. Και αναρωτιέμαι: Ποιο μήνυμα στέλνει το φορολογικό μας σύστημα;
Ότι αξίζει περισσότερο να διανέμεις κέρδη παρά να τα επανεπενδύεις; Ότι κέρδη που φεύγουν στο εξωτερικό πρέπει να φορολογούνται ευνοϊκότερα από τη μισθωτή εργασία και τις παραγωγικές επενδύσεις που μένουν στη χώρα;
Πραγματικά, εδώ φαίνεται η διαφορετική αντίληψη και ο παραλογισμός βρίσκεται ακριβώς στο ότι μιλάμε για ένα τεράστιο επενδυτικό κοινό, στο γεγονός ότι διψάει η οικονομία για επενδύσεις, αλλά εμείς δεν δίνουμε κίνητρα επανεπένδυσης, αλλά κίνητρα μερισμάτων του 5% για να φεύγουν στο εξωτερικό όπως συμβαίνει σε πολλούς τομείς της οικονομίας και ιδιαίτερα με τις τράπεζες.
Γι’ αυτό δεσμευόμαστε για ένα σύγχρονο καθεστώς επιταχυνόμενων αποσβέσεων για παραγωγικά πάγια, διευκολύνοντας έτσι τις βιομηχανικές επενδύσεις.
Η συζήτηση για τη φορολογία δεν μπορεί να αποκοπεί και από έναν ακόμα κρίσιμο κίνδυνο: τον αφελληνισμό της οικονομίας μας. Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει μετατραπεί σε πραγματικό Ελ Ντοράντο για funds, servicers και επενδυτικά σχήματα που αναζητούν γρήγορες αποδόσεις.
Επιπλέον, ένα στα δύο ευρώ των άμεσων ξένων επενδύσεων κατευθύνεται στο real estate. Τι είδους ανάπτυξη είναι αυτή;
Η Golden Visa οδήγησε στη μεταβίβαση χιλιάδων ακινήτων σε κατοίκους τρίτων χωρών, τροφοδοτώντας την άνοδο των τιμών και των ενοικίων. Έτσι, η απόκτηση ή η ενοικίαση κατοικίας από τους νέους έγινε ακόμη πιο απρόσιτη.
Το ΠΑΣΟΚ έχει ριζικά διαφορετική αντίληψη για το παραγωγικό μέλλον της Ελλάδας. Η Golden Visa έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της και πρέπει να καταργηθεί. Όποιος θέλει Visa, μπορεί να επενδύει σε παραγωγικές επενδύσεις τα ίδια χρήματα που θα έδινε σε ένα ακίνητο και θα παίρνει την Angel Visa.
Όσο για τα funds και τους servicers, η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί ως πεδίο εύκολου κέρδους από τις ρευστοποιήσεις και τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
Το ΠΑΣΟΚ έχει αναλάβει επανειλημμένες πρωτοβουλίες για τη συνολική αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, όπως επίσης και για θέσπιση αυστηρού πλαισίου λειτουργίας των funds. Αλλά και η βραχυχρόνια μίσθωση είναι ένα ζήτημα, πρέπει παντού, σε κάθε δήμο που υπάρχει ζήτημα, να γίνουν μελέτες φέρουσας ικανότητας για να μπουν κανόνες και για την βραχυχρόνια μίσθωση.
Αξιακή μας θέση είναι ότι η φορολογική πολιτική πρέπει να ανταμείβει όσους επενδύουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, και όχι αυτούς που καρπώνονται τεράστιες υπεραξίες από τη μεταβίβαση του υφιστάμενου πλούτου, εις βάρος της ανθεκτικότητας της κοινωνίας αλλά και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Πέμπτη προτεραιότητα: Αντιμετώπιση της ακρίβειας
Εδώ και χρόνια ακούμε για «καλάθια», πλατφόρμες, «συμφωνίες κυρίων» και κυβερνητικές παρεμβάσεις – ο πρωθυπουργός μάλιστα, μάς ενημέρωσε ότι «θυμώνει» κιόλας με την ακρίβεια. Όμως ο τελικός κριτής είναι η ζωή των πολιτών και τα στοιχεία είναι αμείλικτα.
Το 2019 ένα τυπικό καλάθι βασικών αγαθών κόστιζε περίπου 38,6 ευρώ. Σήμερα το ίδιο καλάθι κοστίζει πάνω από 62 ευρώ. Ο Πρωθυπουργός δεν νιώθει τον θυμό της κοινωνίας για να πάρει πρωτοβουλίες. Πρόκειται για αύξηση άνω του 60% μέσα σε επτά χρόνια.
Από την έναρξη της πληθωριστικής κρίσης το 2022 έως σήμερα, η χώρα μας βρέθηκε πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους περισσότερους μήνες της περιόδου. Ακόμη και σήμερα, η απόσταση παραμένει σημαντική: 3,2 ο μέσος όρος, 5% στην Ελλάδα.
Αυτό σημαίνει ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν έχει μόνο εξωγενείς αιτίες, αλλά έρχεται ως συνέπεια αναποτελεσματικών πολιτικών επιλογών, αδύναμου ανταγωνισμού και ανεπαρκούς ελέγχου της αγοράς.
Πριν από λίγες εβδομάδες βρέθηκα στην Κύπρο και συζήτησα το θέμα με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη. Τι έκαναν εκεί; Μηδένισαν τον ΦΠΑ σε βασικά αγαθά. Όχι όμως πρόχειρα και επικοινωνιακά. Πριν εφαρμοστεί το μέτρο, κατέγραψαν τις τιμές σε όλες τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής. Στη συνέχεια πραγματοποίησαν εκτεταμένους ελέγχους ώστε να διαπιστώσουν ποιοι πέρασαν πραγματικά τη μείωση στον καταναλωτή και ποιοι προσπάθησαν να την καρπωθούν. Όπου εντοπίστηκαν παραβάσεις, επιβλήθηκαν αυστηρά πρόστιμα. Άρα υπάρχει τρόπος όλα αυτά να υλοποιηθούν, όταν υπάρχει διάθεση.
Εμείς πιστεύουμε ότι η πολιτεία οφείλει να παρεμβαίνει στις αιτίες της ακρίβειας και όχι να αποζημιώνει εκ των υστέρων τους μεγάλους χαμένους -τους καταναλωτές- με διάφορα pass από τα υπερέσοδα των έμμεσων φόρων.
Γι’ αυτό, δεσμευόμαστε για στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά.
Για ουσιαστικούς ελέγχους κατά της αισχροκέρδειας, με μια ενισχυμένη Επιτροπή Ανταγωνισμού και μια ΔΙΜΕΑ που διαθέτει τα αναγκαία μέσα και το επαρκές προσωπικό.
Γιατί χρειάζονται έλεγχοι σε όλους τους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας και όχι μόνο στο τέλος κάποιοι τυπικοί έλεγχοι. Όπως επίσης χρειάζονται και έλεγχοι στις εσωτερικές υπερτιμολογήσεις των πολυεθνικών και όχι λύσεις τύπου επιστολής στην Φον Ντερ Λάιεν, λες κι αυτή θα μας λύσει το πρόβλημα της αδυναμίας του εσωτερικού ελέγχου της αγοράς.
Για έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών, όπου αυτά προκύπτουν, και στην ενίσχυση του πραγματικού ανταγωνισμού στην αγορά.
Η ακρίβεια και το γεγονός ότι έχουμε επίμονο πληθωρισμό -σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ-, δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών επιλογών.
Έκτη προτεραιότητα: Δίνουμε νόημα στη λέξη Μεταρρύθμιση του Κράτους, των Θεσμών και της Δικαιοσύνης
Δίνουμε νόημα στη λέξη μεταρρύθμιση του κράτους, των θεσμών και της δικαιοσύνης. Μας λένε ότι ασχο