–Η τεχνητή νοημοσύνη δεν απειλεί ούτε τους πάνω ούτε τους κάτω, αλλά όσους στέκονται ανάμεσά τους
Του
ΛΕΩΝΙΔΑ ΣΤΑΜΟΥ
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω
Κάθε μεγάλη εξουσία έχει το ίδιο πρόβλημα: Δεν βλέπει με τα δικά της μάτια. Ο βασιλιάς, ο βιομήχανος, ο τραπεζίτης αποφασίζουν, την απόφαση, όμως, την εφαρμόζουν άλλοι, και τα αποτελέσματα τα μεταφέρουν πάλι άλλοι. Ο μεγαλοαστός κρίνει την κατάσταση από τις αναφορές που λαμβάνει και δρα με βάση τις συστάσεις εκείνων που τις συντάσσουν. Αυτά είναι τα «golden boys» κάθε εποχής: Αυλικοί, ανώτεροι υπάλληλοι, διευθυντικά στελέχη. Στην πράξη, άλλοι εξουσιάζουν και άλλοι κυβερνούν.
Η διαπίστωση δεν είναι καινούργια. Ο Walter Bagehot, στο «The English Constitution», του 1867, διέκρινε τα «επιβλητικά» μέρη του πολιτεύματος, το στέμμα και τους λόρδους, από τα «αποτελεσματικά», που πράγματι κυβερνούν. Ο Max Weber σημείωνε ότι ο πολιτικός προϊστάμενος στέκεται απέναντι στη γραφειοκρατία σαν ερασιτέχνης απέναντι σε ειδικό και ότι η δύναμη του υπαλλήλου πηγάζει από τη γνώση της υπηρεσίας και τον έλεγχο της πληροφορίας. Οι Adolf Berle και Gardiner Means έδειξαν το 1932 ότι στη μεγάλη επιχείρηση η ιδιοκτησία ανήκει στους μετόχους, ο έλεγχος, όμως, στα διοικητικά στελέχη.
Το «golden boy» δεν είναι απλός εκτελεστής. Είναι φίλτρο. Αυτός αποφασίζει ποια κακή είδηση θα φτάσει επάνω, πότε και με ποια διατύπωση. Εκεί βρίσκεται η πραγματική του εξουσία.
Ο χώρος των «κόκκινων δανείων» το δείχνει καθαρά. Τις απαιτήσεις τις έχει αγοράσει μια εταιρεία ειδικού σκοπού, συνήθως με έδρα στο εξωτερικό, και τον κίνδυνο φέρουν οι ομολογιούχοι. Κυβερνά, όμως, ο servicer. Αυτός αποφασίζει ρυθμίσεις, καταγγελίες και πλειστηριασμούς και αυτός συντάσσει τις αναφορές βάσει των οποίων οι από πάνω κρίνουν ότι όλα βαίνουν καλώς.
Η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί ακριβώς αυτήν τη σχέση και την πιέζει από δύο πλευρές. Από πάνω, ο εντολέας μπορεί πλέον να ελέγξει μόνος του την αναφορά, να εξετάσει ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο, να πάρει δεύτερη γνώμη από κάποιον που δεν έχει καριέρα ή μπόνους να προστατεύσει. Από κάτω, ο ικανός που δεν πέρασε από τις ιεραρχίες, τα διαπιστευτήρια και τα δίκτυα που έλεγχε ο ενδιάμεσος χώρος μπορεί να παραγάγει έργο ισάξιο με εκείνο ολόκληρων τμημάτων. Ένα μικρό γραφείο μπορεί σήμερα να σταθεί απέναντι σε μηχανισμούς που άλλοτε θα το συνέθλιβαν με τον όγκο τους.
Γι’ αυτό, η πολεμική κατά της τεχνητής νοημοσύνης δεν έρχεται κυρίως από κάτω. Έρχεται από τον ενδιάμεσο χώρο, από όσους ζούσαν από τη διαμεσολάβηση της πληροφορίας. Όποιος πιέζεται από δύο πλευρές φωνάζει πιο δυνατά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κριτική είναι ιδιοτελής. Τα σφάλματα των μηχανών και το ερώτημα ποιος υπογράφει και ποιος λογοδοτεί είναι σοβαρά. Ούτε σημαίνει ότι η ανατροπή είναι εξασφαλισμένη. Η ίδια η μηχανή είναι ένας νέος ενδιάμεσος που δίνει αναφορά. Δεν έχει θέση να υπερασπιστεί, έχει, όμως, ροπή να λέει στον χρήστη αυτό που θέλει να ακούσει, δηλαδή το αρχαιότερο ελάττωμα του αυλικού. Και τα μοντέλα ανήκουν σε λίγες εταιρείες που απαιτούν τεράστια κεφάλαια και υπόκεινται σε κρατικές αποφάσεις. Τα «golden boys» μπορεί απλώς να μετακομίσουν από τις τράπεζες στην ιδιοκτησία της υποδομής.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι τεχνολογικό αλλά θεσμικό. Αν η τεχνητή νοημοσύνη θα δώσει τη δύναμη σε όποιον έχει μυαλό ή θα φέρει απλώς αλλαγή φρουράς, θα κριθεί από το ποιος ελέγχει την υποδομή και με ποιους κανόνες. Αυτή η μάχη μόλις αρχίζει.