Απ. Αποστόλου: Η Αριστερά χωρίς το άλλοθι της Ιστορίας

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης


Από τη ριζοσπαστική υπόσχεση στη μεταρρυθμιστική διαχείριση, η Αριστερά αναζητά ξανά την πολιτική της ταυτότητα σε έναν κόσμο όπου οι παλιές διαχωριστικές γραμμές έχουν μετακινηθεί, χωρίς όμως να έχουν εξαφανιστεί οι κοινωνικές αντιθέσεις.

Το μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης Αριστεράς δεν είναι πλέον η ήττα μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, είναι η δυσκολία της να προσδιορίσει τι ακριβώς σημαίνει πολιτικά, τώρα που η Ιστορία δεν της προσφέρει ούτε ένα προνομιακό υποκείμενο ούτε μία προκαθορισμένη κατεύθυνση. Η εργατική τάξη δεν αποτελεί πλέον ενιαία κοινωνική δύναμη, η παγκοσμιοποίηση περιόρισε την εμβέλεια του εθνικού κράτους, η αγορά απέκτησε πρωτοφανή ισχύ και οι παλιές αντιθέσεις Αριστεράς και Δεξιάς μετακινήθηκαν από την επανάσταση και την ιδιοκτησία προς τη διαχείριση της οικονομίας, τα δικαιώματα, την ταυτότητα και τον πολιτισμό.

Ακριβώς εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η κριτική του Ζαν Μποντριγιάρ. Στο έργο του «La gauche divine» περιέγραφε μια Αριστερά που εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό της φορέα μιας σχεδόν απόλυτης ηθικής νομιμοποίησης η οποία ήταν διάφανη, ενάρετη, αντιπροσωπευτική των βαθιών και οριστικών αξιών της Ιστορίας. Το πρόβλημα αυτής της Αριστεράς ήταν ότι όσο περισσότερο απομακρυνόταν από την πραγματική πολιτική σύγκρουση, τόσο περισσότερο κατέφευγε στην ηθική της ανωτερότητα.

Ο Μποντριγιάρ εντόπιζε έτσι μια κρίσιμη μεταβολή που έλεγε ότι η Αριστερά περνούσε από την πολιτική της Ιστορίας στην ηθική της Ιστορίας. Δεν ήταν πλέον κατ’ ανάγκην εκείνη που μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς δύναμης, αλλά εκείνη που μπορούσε να αποφανθεί για το καλό, το δίκαιο και το αληθινό. Η πολιτική ενέργεια υποχωρούσε και στη θέση της εμφανιζόταν μια ηθική δικαιοδοσία.

Αυτό, όμως, το πέρασμα δεν υπήρξε χωρίς συνέπειες. Όταν ένα πολιτικό κόμμα ή κίνημα θεωρεί ότι κατέχει την ηθική αλήθεια, κινδυνεύει να αντιμετωπίζει τον αντίπαλό του όχι ως πολιτικό αντίπαλο, αλλά ως ηθικά ελαττωματικό. Η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε καταδίκη και η δημοκρατική σύγκρουση σε διαγωνισμό ηθικής καθαρότητας. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι παράδοξο, γιατί μια Αριστερά που θέλει να εκπροσωπεί τους πολλούς μπορεί τελικά να απευθύνεται σε όλο και μικρότερα τμήματα της κοινωνίας.

Ο Ρίτσαρντ Ρότρι, από διαφορετική θεωρητική αφετηρία, προσφέρει μια εξίσου χρήσιμη προειδοποίηση. Η «μεταρρυθμιστική Αριστερά» που θαύμαζε δεν ήταν ένα κλειστό ιδεολογικό στρατόπεδο, ήταν μια μεγάλη πολιτική σκηνή, στην οποία μπορούσαν να συνυπάρχουν σοσιαλιστές, κομμουνιστές και μετριοπαθείς αριστεροί δημοκρατικοί. Το στοιχείο που τους ένωνε δεν ήταν η ιδεολογική αγνότητα, αλλά η πεποίθηση ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει μέσα από συγκεκριμένες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάκριση για το παρόν. Η μεταρρυθμιστική Αριστερά δεν αντιλαμβανόταν και εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται το κράτος ως αντίπαλο της κοινωνίας, αλλά ως εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης. Η μεγάλη πολιτική διαχωριστική γραμμή ήταν αν το κράτος έχει ευθύνη να περιορίζει τις ανισότητες και να εγγυάται μια κοινωνικά αποδεκτή κατανομή του πλούτου. Η Αριστερά απαντούσε καταφατικά. Και αυτή η απάντηση δημιούργησε μεγάλο μέρος του σύγχρονου κράτους πρόνοιας.

Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, το κέντρο βάρους μετακινήθηκε. Η Αριστερά έδωσε όλο και μεγαλύτερη σημασία στην πολιτισμική αλλαγή, στις ταυτότητες, στις διακρίσεις και στην αναγνώριση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Η μετατόπιση αυτή είχε ιστορικά θετικές συνέπειες. Οι κοινωνίες έγιναν περισσότερο ανεκτικές, οι θεσμοί περισσότερο συμπεριληπτικοί και τα δικαιώματα που προηγουμένως αγνοούνταν απέκτησαν πολιτική και νομική αναγνώριση.

Αλλά εδώ βρίσκεται η αντίφαση που ο Ρότρι θεωρούσε καθοριστική. Η πολιτισμική πρόοδος δεν συνοδεύθηκε πάντοτε από αντίστοιχη οικονομική πρόοδο. Την ίδια περίοδο κατά την οποία μειώνονταν ορισμένες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, αυξάνονταν η οικονομική ανισότητα, η επισφάλεια και η ανασφάλεια. Η Αριστερά, έχοντας κερδίσει σημαντικές μάχες στο επίπεδο του πολιτισμού, κινδύνευε να εγκαταλείψει το δυσκολότερο πεδίο, που ήταν η σύγκρουση για την κατανομή του πλούτου και της οικονομικής ισχύος.

Αυτό είναι και το μεγάλο πολιτικό κενό της σημερινής Αριστεράς. Δεν αρκεί να υπερασπίζεται την κοινωνική φιλελευθεροποίηση, όταν ένας εργαζόμενος αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή κατοικία, όταν η εργασία γίνεται επισφαλής, όταν η φορολογία μοιάζει άνιση ή όταν η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται. Η πολιτική της ταυτότητας μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική της οικονομίας. Η κοινωνική δικαιοσύνη απαιτεί απαντήσεις για την εργασία, την παραγωγή, τη φορολογία, την παιδεία, την υγεία, την κατοικία και την αναδιανομή.

Ταυτόχρονα, η επιστροφή σε μια παλιά, αποκλειστικά ταξική Αριστερά δεν αποτελεί λύση. Η κοινωνία έχει αλλάξει, οι ταυτότητες έχουν πολλαπλασιαστεί, η εργασία έχει μετασχηματιστεί και η παραγωγή έχει διεθνοποιηθεί. Η Αριστερά δεν μπορεί να αγνοήσει αυτές τις μεταβολές προκειμένου να ανακτήσει ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πλέον. Χρειάζεται να συνθέσει το κοινωνικό με το ατομικό, την οικονομική ισότητα με την ελευθερία και τη συλλογική προστασία με την προσωπική αυτονομία.

Η πραγματική πρόκληση είναι επομένως συνθετική. Να ξανασυνδεθούν η οικονομική δικαιοσύνη και τα ατομικά δικαιώματα, η κοινωνική προστασία και η ελευθερία, η ανάπτυξη και η αναδιανομή, ο εκσυγχρονισμός και η δημοκρατική λογοδοσία. Κυρίως, να αποκατασταθεί η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και στην κοινωνία. Γιατί, χωρίς κοινωνική γείωση, η Αριστερά κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαχειρίστρια συμβόλων, ενώ η πραγματική εξουσία μετακινείται αλλού.

Η Αριστερά, συνεπώς, οφείλει να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να επιχειρήσει έναν βαθύτερο πολιτικό και ιδεολογικό αναστοχασμό. Όχι για να επιστρέψει σε παλαιές βεβαιότητες, αλλά για να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει σήμερα να διεκδικεί την εξουσία με όρους κοινωνικής αλλαγής. Η κυβερνησιμότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται ούτε με την τεχνοκρατική διαχείριση ούτε με την αποδοχή μιας δήθεν ουδέτερης «ορθολογικότητας» που μετατρέπει τις πολιτικές επιλογές σε τεχνικές αναγκαιότητες. Ούτε μπορεί η Αριστερά να αποδεχθεί την αποϊδεολογικοποίηση και την αποπολιτικοποίηση ως τίμημα για την είσοδό της στο πεδίο της εξουσίας. Χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει επειδή διαθέτει σαφή πολιτική κατεύθυνση, κοινωνικές συμμαχίες και συγκεκριμένο σχέδιο για την οικονομία, την εργασία, το κράτος και τους θεσμούς.

Η πραγματική κυβερνησιμότητα, άλλωστε, δεν είναι η εγκατάλειψη της πολιτικής, είναι η ικανότητα να μετατρέπεται η πολιτική βούληση σε δημοκρατική διακυβέρνηση και μετρήσιμο κοινωνικό αποτέλεσμα. Μια Αριστερά που φοβάται να μιλήσει για εξουσία, παραγωγή, ανάπτυξη, αποτελεσματικό κράτος και θεσμική ευθύνη παραχωρεί αναπόφευκτα αυτά τα πεδία στους αντιπάλους της. Αντίθετα, μια Αριστερά που διεκδικεί την κυβερνησιμότητα, χωρίς να απεμπολεί το ιδεολογικό της στίγμα, μπορεί να ξαναβρεί τη χαμένη της κοινωνική πλειοψηφία.

Σε έναν κόσμο που απομακρύνεται από τις παραδοσιακές αντιθέσεις, η Αριστερά δεν μπορεί να επιβιώσει ως μουσείο των παλιών της συμβόλων ούτε ως λέσχη ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης, χρειάζεται να ξαναγίνει πολιτική δύναμη. Αυτό σημαίνει να μπορεί να επιλέγει, να συγκρούεται, να συμβιβάζεται, να κυβερνά και κυρίως να παράγει αποτελέσματα. Να πείθει ότι η πολιτική δεν είναι απλώς διαχείριση του εφικτού, αλλά η δυνατότητα να διευρύνονται δημοκρατικά τα όρια του εφικτού.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν η Αριστερά θα παραμείνει ριζοσπαστική ή θα γίνει μεταρρυθμιστική, το πραγματικό δίλημμα είναι εάν θα παραμείνει πολιτικά ενεργή ή θα περιοριστεί στην ηθική διαχείριση της ήττας της.

Ίσως η έξοδος από αυτήν την κρίση να απαιτεί ακριβώς την εγκατάλειψη του «θεϊκού» της ειδώλου, όχι την εγκατάλειψη των αξιών της, αλλά την επιστροφή στην πολιτική. Να μην εμφανίζεται ως η μοναδική κάτοχος της αλήθειας, αλλά ως δύναμη που διεκδικεί την πλειοψηφία και είναι έτοιμη να πείσει γι’ αυτήν. Να ξαναβρεί τη γλώσσα της κοινωνικής πλειοψηφίας, χωρίς να φοβάται ούτε τη σύγκρουση ούτε την ευθύνη της διακυβέρνησης.

Γιατί η Αριστερά δεν θα κριθεί τελικά από το πόσο πιστά θα διατηρήσει την εικόνα που είχε για τον εαυτό της, αλλά θα κριθεί από το εάν μπορεί να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία γύρω από ένα συγκεκριμένο σχέδιο δημοκρατίας, ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το παλιό είδωλο έχει πράγματι χαθεί και το ζητούμενο τώρα είναι αν πίσω από τα θραύσματά του υπάρχει ακόμη μια πολιτική δύναμη ικανή να ξαναμιλήσει στην κοινωνία, όχι ως φορέας μιας προνομιακής ιστορικής αλήθειας, αλλά ως δύναμη που αναλαμβάνει την ευθύνη να διαμορφώσει το μέλλον.

*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης