Η νέα τάξη πραγμάτων είναι ο νόμος του ισχυρού

Η νέα τάξη πραγμάτων είναι ο νόμος του ισχυρού

–Το διεθνές δίκαιο και η διεθνής νομιμότητα μπαίνουν στο ράφι

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Ο νόμος της ζούγκλας ή ο νόμος του ισχυρού, ο οποίος σήμερα είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, κυριαρχεί στο νέο διεθνές σκηνικό που διαμορφώνει η νέα αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις, που πρεσβεύει ο αμερικανός Πρόεδρος. Σε μια στιγμή που και οι άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα, αναζητούν τρόπους να υπεκφύγουν τη σφοδρή κριτική που δέχονται για το έλλειμμα δημοκρατίας στο εσωτερικό τους αλλά και για την επιβολή αυτών που θεωρούν εθνικά συμφέροντά τους έναντι των γειτόνων τους και σε περιφερειακό επίπεδο.

Τα όσα βιώνει ο κόσμος μας τους τελευταίους μήνες δείχνουν την απόλυτη πλέον εγκατάλειψη του διεθνούς δικαίου και των κανόνων εκείνων του παιχνιδιού που κυριάρχησαν στις διεθνείς σχέσεις όχι μόνο στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου αλλά και πιο πριν, αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πλέον δεν υπάρχει καμιά σταθερά, κανένας κανόνας του παιχνιδιού τον οποίο να τηρούν ή πά­ντως να σέβονται, έστω και σε ρητορικό επίπεδο, όλοι οι παίκτες. Υπάρχει μόνο ο κανόνας που μπορεί να επιβάλει ο πιο ισχυρός. Πρόκειται για μια τεράστια ανατροπή, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο και απειλεί να συ­μπαρασύρει όλη τη διεθνή τάξη. Η τελευταία, παρά τα προβλήματα και τις τρομακτικές δυσκολίες, είχε επιβιώσει τις τελευταίες δεκαετίες, προσφέροντας μια όχι πάντα ιδανική, αλλά ρεαλιστική ισορροπία, που απέτρεψε νέες μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις και εξασφάλισε ένα θετικό περιβάλλον για την ανάπτυξη της οικονομίας και της ευημερίας σε μεγάλα στρώματα των πληθυσμών, τουλάχιστον του βόρειου ημισφαιρίου.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έκρυψε από την αρχή τη διάθεσή του να αμφισβητήσει αυτό που γνωρίσαμε ως διεθνή έννομη τάξη και να προσαρμόσει πλήρως την πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων με βάση τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο του δόγματος «America First» και «Make America Great Again».

Η επίθεση που πραγματοποιήθηκε εναντίον της Τεχεράνης, με τη συμμετοχή των αμερικανικών μαχητικών και βομβαρδιστικών, αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα γραφής της νέας αντίληψης για τη διεθνή τάξη πραγμάτων. Εκεί, όμως, υπήρχε η έντονη παρέμβαση του Ισραήλ και η δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών για την ασφάλειά του απέναντι σε μια απειλή η οποία ήταν υπαρκτή και κλιμακωνόταν επικίνδυνα. Τώρα, με την επέμβαση η οποία έγινε στη Βενεζουέλα και με τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δείχνει, ουσιαστικά, το νέο στίγμα της. Η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ δεν πρόκειται να δεχθεί καμιά περιφερειακή δύναμη να ασκεί τη δική της πολιτική στο δυτικό ημισφαίριο και στην αμερικανική ήπειρο, που θεωρείται πλέον ο άμεσος ζωτικός χώρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Βενεζουέλα, τα τελευταία χρόνια, είχε βρεθεί στο στόχαστρο της Ουάσινγκτον για πολλούς λόγους. Πρωτίστως για τη μετατροπή της χώρας σε ένα ανελεύθερο, αντιδημοκρατικό, φαύλο καθεστώς, με επικεφαλής τον Νικολάς Μαδούρο, τον οδηγό λεωφορείου που διαδέχθηκε τον Ούγκο Τσάβες, τον ηγέτη εκείνο που κρατικοποίησε τον πετρελαϊκό τομέα της χώρας, η οποία έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Παρ’ όλα αυτά, το βιοτικό επίπεδο του λαού έχει πέσει πολύ χαμηλά, λόγω της διαφθοράς του καθεστώτος αλλά και των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από το εξωτερικό, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο τομέας του πετρελαίου, χωρίς επενδύσεις για πολλά χρόνια, παρουσιάζει μειωμένη παραγωγή και απόδοση, ενώ το πετρέλαιο της Βενεζουέλας κατευθύνεται κυρίως προς την Κίνα, και μάλιστα σε μειωμένες τιμές, εξασφαλίζοντας έτσι και τη στήριξη του Πεκίνου στο καθεστώς του Καράκας.

Πολύ σημαντικοί πόροι για την ίδια τη Βενεζουέλα κατευθύνθηκαν το τελευταία χρόνια για τη στήριξη κυβερνήσεων και καθεστώτων που θεωρούνταν αδελφά με αυτό του Καράκας, ενώ πρωτίστως στηρίχθηκε η Κούβα, ώστε να αντέξει απέναντι στα εμπάργκο που της έχει επιβληθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Ουάσινγκτον, όμως, πάντοτε υπήρχε η αντίληψη ότι η Βενεζουέλα είναι η πηγή του κακού για τη Λατινική Αμερική. Το μεταναστευτικό πρόβλημα είχε ως πηγή όχι μόνο το Μεξικό αλλά και τη Βενεζουέλα, ενώ σε μείζον ζήτημα αναδείχθηκε τα τελευταία χρόνια το εμπόριο ναρκωτικών.

Πριν από μερικές εβδομάδες, όταν όλα έδειχναν ότι κάτι σχεδιαζόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες στην Ουάσινγκτον, οι Αμερικανοί έσπευσαν να στείλουν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις έξω από τη Βενεζουέλα, στέλνοντας έτσι τα πρώτα απειλητικά μηνύματα. Ακολούθησε η μονομερής επιλογή των πληγμάτων από αέρος εναντίον σκαφών που υποτίθεται μετέφεραν ναρκωτικά και θα είχαν κατάληξη τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις επιθέσεις αυτές υπήρξαν αρκετοί νεκροί από τα μέλη των πληρωμάτων των σκαφών, ενώ ποτέ δεν αποδείχθηκε ούτε υπήρξαν συγκεκριμένα στοιχεία για το αν πράγματι μετέφεραν ναρκωτικά.
Ο Τραμπ, όμως, επέμενε στο δόγμα του ότι θα εξαφανίσει τις επικίνδυνες συμμορίες, τα κυκλώματα ναρκωτικών και τη διακίνηση μεταναστών που υπονομεύουν την εσωτερική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Και στο στόχαστρό του πρώτη ήταν η Βενεζουέλα και ο ηγέτης της Νικολάς Μαδούρο.

Αυτό, βεβαίως, είναι το θεωρητικό πλαίσιο που παρουσίαζε και καλλιεργούσε όλο το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση Τραμπ, προκειμένου να νομιμοποιήσει μια επέμβαση στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, η οποία δεν θα αφορούσε μόνο κάποια πλήγματα στις υποδομές της χώρας –αμυντικές ή πετρελαϊκές–, αλλά, σε μια επίδειξη ισχύος, θα αποκεφάλιζε την ηγεσία της χώρας και συνεπώς θα έβαζε τις βάσεις για να δρομολογηθεί η αλλαγή καθεστώτος στη χώρα.

Εντελώς απροκάλυπτα, βεβαίως, τόσο ο αμερικανός Πρόεδρος όσο και τα άλλα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης δεν έκρυψαν ότι ο βασικός στόχος είναι να επιστρέψει, όπως λένε, το πετρέλαιο εκεί που ανήκει, δηλαδή, στις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες. Διότι πίσω από τη μεγάλη αυτή επιχείρηση είναι προφανές ότι δεν κρύβεται η επιθυμία του αμερικανού Πρόεδρου να δει τη δημοκρατία να ανθίζει και πάλι στη Βενεζουέλα, αλλά είναι το πιο ταπεινό κίνητρο του ελέγχου του ενεργειακού πλούτου της χώρας και, συγχρόνως, να στείλει ένα μήνυμα σε όλα τα μη υπάκουα καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής ότι το μακρύ χέρι της Ουάσινγκτον μπορεί να φτάσει πλέον παντού.

Ο αμερικανός Πρόεδρος διάβασε σωστά και το διεθνές περιβάλλον, καθώς από την Ευρώπη δεν υπήρχε, προφανώς, καμιά διάθεση αντίδρασης στη μονομερή παρέμβασή του στη Βενεζουέλα, μιας και οι Ευρωπαίοι πελαγοδρομούν με το θέμα της Ουκρανίας, αναζητώντας ισορροπίες στη σχέση τους με την Ουάσιγκτον για την αντιμετώπιση του πολέμου. Ο ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, από την πλευρά του, είναι αφοσιωμένος πλήρως στον πόλεμο με την Ουκρανία και, αν και στενός σύμμαχος του Μαδούρο, δεν θα ήθελε να προκαλέσει μια κρίση στις σχέσεις του με τον Τραμπ, τη στιγμή που γνωρίζει ότι ο αμερικανός Πρόεδρος είναι έτοιμος να πιέσει τους Ευρωπαίους και τον Ζελένσκι για μια ειρήνευση στην Ουκρανία που θα κατοχυρώνει τα εδαφικά κέρδη της Ρωσίας.

Και η Κίνα, πάντως, έχοντας ανοιχτό το μέτωπο της Ταϊβάν αλλά και τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, είναι προφανές ότι δεν θα δώσει και μάχη για το καθεστώς Μαδούρο, πέραν, ίσως, κάποιων επίσημων ανακοινώσεων ή μιας αυστηρής τοποθέτησης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Με τον αμερικανό Πρόεδρο να στοχοποιεί πλέον ευθέως τη Γροιλανδία και να στρέφει συγχρόνως το βλέμμα του στο Ιράν, στην Κολομβία και στην Κούβα, αναζητώντας ανάλογα παραδείγματα με αυτό της Βενεζουέλας, όλα δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια εποχή που η πόρτα του φρενοκομείου είναι πλέον ανοιχτή.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ