Η Κοινωνία της Πληροφορίας σε εκτός πλάνου ψηφιακές αναθέσεις με πολιτιστικό άλλοθι

Η Κοινωνία της Πληροφορίας σε εκτός πλάνου ψηφιακές αναθέσεις με πολιτιστικό άλλοθι


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Η ψηφιακή διακυβέρνηση παρουσιάζεται συχνά ως το ισχυρότερο χαρτί της κυβέρνησης. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις και οι αντιδράσεις που προκάλεσε μια νέα προκήρυξη της ΚτΠ για επιχορήγηση ψηφιακών πολυμεσικών παραγωγών πολιτιστικού χαρακτήρα αποκαλύπτουν μια βαθύτερη παθογένεια. Το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό ή διαδικαστικό. Αναδύεται ζήτημα θεσμικής οριοθέτησης, δημοκρατικής λογοδοσίας και ορθής διαχείρισης δημόσιων πόρων.

Η προκήρυξη προβλέπει ενισχύσεις για παραγωγή και διανομή πολιτιστικών οπτικοακουστικών έργων από ιδιωτικούς παρόχους τηλεοπτικής ευρυεκπομπής εθνικής εμβέλειας, μέσω υπηρεσιών on demand, χωρίς χρέωση. Το περιεχόμενό της εγείρει μια σειρά θεμελιωδών ερωτημάτων για την αρμοδιότητα, την ορθότητα, τη διαφάνεια και τη θεσμική λογική της κρατικής παρέμβασης.

Η ΚτΠ έχει δημιουργηθεί με σαφή αποστολή τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης και την υλοποίηση έργων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Η εμπλοκή στη χρηματοδότηση πολιτιστικού προϊόντος υπερβαίνει τον πυρήνα της αποστολής της και δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, έναν τεχνοκρατικό οργανισμό που μετατρέπεται σταδιακά σε μηχανισμό διαχείρισης επιχορηγήσεων, πέραν του θεσμικού πεδίου.

Το πρόγραμμα αφορά αμιγώς πολιτιστική παραγωγή, συνεπαγωγικά η φυσική του θέση θα ήταν στο υπουργείο Πολιτισμού και στο ΕΚΚΟΜΕΔ, που διαθέτουν δομές αξιολόγησης και τεχνογνωσία στα οπτικοακουστικά Μέσα. Με ποια λογική ένας φορέας ψηφιακής διακυβέρνησης ορίζει κριτήρια, αξιολογεί προτάσεις και χρηματοδοτεί πολιτιστικές παραγωγές, όταν ο ρόλος ανήκει θεσμικά σε άλλους οργανισμούς, που διαθέτουν ειδικευμένο επιστημονικό και καλλιτεχνικό προσωπικό;

Το πρόγραμμα προβλέπει περίοδο υποβολής αιτήσεων βραχυπρόθεσμης διάρκειας 36 ημερών, χρόνος που για ψηφιακές πολυμεσικές παραγωγές θεωρείται ανεπαρκής για την κατάρτιση πλήρους πρότασης. Ελλοχεύουν εύλογες ανησυχίες για τη σκοπιμότητα και το επίπεδο ωριμότητας των παραγωγών που θα υποβληθούν. Η προκήρυξη δεν περιλαμβάνει σαφείς προδιαγραφές παραδοτέων, παραπέμπει σε αόριστες διατυπώσεις και αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης όσων θα χρηματοδοτηθούν με τον φορέα χρηματοδότησης, γεγονός που πλήττει ευθέως την αρχή της ισότητας και της διαφάνειας.

Τίθεται ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού και της κατανομής δημόσιων πόρων. Η προκήρυξη περιορίζει τους δικαιούχους αποκλειστικά σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς εθνικής εμβέλειας, αποκλείοντας εταιρείες παραγωγής, δημιουργικούς φορείς ή άλλους επαγγελματίες του χώρου. Εν κατακλείδι, ένα δημόσιο πρόγραμμα 25 εκατ. ευρώ, σε μια χώρα που βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ ως προς την κρατική ενίσχυση της κινηματογραφικής παραγωγής, κατευθύνεται σε έναν εξαιρετικά στενό κύκλο επιχειρήσεων, αφήνοντας εκτός το πολιτιστικό οικοσύστημα, που πασχίζει για επιβίωση και ανάπτυξη.

Η επιλογή είναι προβληματική και θεσμικά επικίνδυνη. Εδραιώνει ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο η ΚτΠ μετατρέπεται σε παντοδύναμο εργαλείο ανακατανομής πόρων, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα των έργων. Το μοντέλο διευρύνεται και η ψηφιακή διακυβέρνηση παύει να λειτουργεί ως εργαλείο θεσμικού εκσυγχρονισμού, αλλά μετατρέπεται σε σύστημα διαχειριστικής ισχύος, χωρίς σαφή όρια.

Η προκήρυξη δεν περιγράφει με σαφήνεια τον τρόπο αξιολόγησης, τα κριτήρια πολιτιστικής ποιότητας και τους μηχανισμούς εποπτείας. Η απουσία συγκεκριμένων παραδοτέων, ενιαίων προτύπων και κριτηρίων ποιότητας εγείρει ζητήματα ισονομίας αλλά και αποτελεσματικότητας. Πώς διασφαλίζεται ότι οι παραγωγές που θα χρηματοδοτηθούν θα υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον και δεν θα υποκαταστήσουν την πολιτιστική πολιτική με μια μορφή ιδιωτικής παραγωγής, επιδοτούμενης από το κράτος;

Η συγκεκριμένη προκήρυξη φέρνει στην επιφάνεια το δομικό κενό λογοδοσίας στην ψηφιακή Ελλάδα. Ο φορέας που υλοποιεί τα περισσότερα έργα ΤΠΕ της χώρας, διαχειρίζεται μεγάλα χρηματικά ποσά και λειτουργεί ως κεντρικός μηχανισμός της κυβερνητικής πολιτικής επεκτείνει τώρα το πεδίο δράσης του σε μια περιοχή όπου άλλοι φορείς έχουν φυσική αρμοδιότητα και τεχνογνωσία. Το ψηφιακό κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί με λογική «όλα σε έναν φορέα». Η συγκέντρωση ισχύος, η θόλωση των θεσμικών ρόλων και η απουσία διακριτών αρμοδιοτήτων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το κράτος λειτουργεί χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας.

Η αρμοδιότητα του φορέα που έχει συσταθεί αποκλειστικά για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης χρησιμοποιείται για να διεκπεραιώσει δράσεις παραγωγής πολιτιστικού περιεχομένου, παρακάμπτοντας τους καθ’ ύλην αρμόδιους πολιτιστικούς οργανισμούς και αποκλείοντας την τεχνογνωσία που αυτοί ενσωματώνουν. Η απουσία εξειδικευμένης τεχνικής τεκμηρίωσης, η ασαφής διατύπωση παραδοτέων, τα στενά χρονοδιαγράμματα και ο χαμηλός βαθμός εξειδίκευσης στη διαδικασία αξιολόγησης συνθέτουν μια προκήρυξη που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ποιότητα και τη διαφάνειά της.

Παράλληλα, ο περιορισμός του ανταγωνισμού και ο κατευθυνόμενος χαρακτήρας της κατανομής δημόσιων πόρων δημιουργούν συνθήκες στρέβλωσης της αγοράς και πλήττουν το δημόσιο συμφέρον, αφού η αξιολόγηση των παραγωγών προκύπτει από φορέα χωρίς επάρκεια στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Το αποτέλεσμα είναι η ανάδυση ενός δομικού κενού λογοδοσίας, όπου η ψηφιακή Ελλάδα λειτουργεί χωρίς θεσμικά αντίβαρα, επίβλεψη και τη συνοχή που απαιτείται για τη διαχείριση δημόσιων πόρων και πολιτιστικών υποδομών.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ