
Η ευνοϊκή γεωπολιτική συγκυρία για την Ελλάδα και την Κύπρο και το λόμπι της φιλοτουρκικής ενδοτικής πολιτικής

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Οι πρόσφατες ενεργειακές συμφωνίες, η σύνοδος των τριών συν μίας (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλσυν ΗΠΑ) και οι αποφάσεις μεγάλων Αμερικανικών εταιρειών να εμπλακούν σε γεωτρήσεις, προς το παρόν στο Ιόνιο, είναι σαφείς ενδείξεις ευνοϊκών για την Ελλάδα και την Κύπρο εξελίξεων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Οι ΗΠΑ μας επέλεξαν ως στρατηγικό εταίρο στην ενέργεια. Ποια χώρα βρίσκεται πίσω από αυτή την απόφαση;
Κοντά σε αυτές μπορούν να αναφερθούν η πρόσφατη επικύρωση από το Υπουργικό Συμβούλιο του Λιβάνου της οριοθετήσεως ΑΟΖ με την Κύπρο, το Ισραηλινό βέτο σε Τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Γάζα και η ενίσχυση της Αμερικανικής επιρροής στη Συρία, γεγονός που αντισταθμίζει σε έναν βαθμό την τουρκική παρουσία και επιρροή, αν και η κύρια μέριμνα της Αμερικανικής πολιτικής είναι βεβαίως η μείωση της Ρωσικής επιρροής. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει, μαζί με τους συμμάχους των, να επιδιώξουν μεταξύ άλλων, όσο δύσκολο και αν φαίνεται, την υπογραφή οριοθετήσεως ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και Συρίας.
Η τροπή αυτή των πραγμάτων υπέρ της Ελλάδος και της Κύπρου δεν είναι, δυστυχώς, ανέφελη. Αντιμετωπίζει δύο μεγάλους σκοπέλους, που διασυνδέονται μεταξύ τους. Ο πρώτος είναι η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα στον κρίσιμο τομέα της Ευρωπαϊκής Ασφάλειας, που είναι σήμερα στο επίκεντρο.
Η αντι-Ρωσική υστερία που επικρατεί στον κεντρικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με πρωτοπόρους τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις χώρες της ΒΑ Ευρώπης (Πολωνία, Βαλτικά κράτη, Σκανδιναβικές χώρες), με τον οποίο συμπαρατάσσεται φανατικά και η Μ. Βρετανία του Στάρμερ, υπολαμβάνει την Τουρκία ως απαραίτητο μέρος της αντι-Ρωσικής συμμαχίας, παρά το διπλό παιχνίδι του Ερντογάν.
Ασκεί, για τον λόγο αυτό, πιέσεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο να αποδεχθούν ως υπέρτερη πολιτική και στρατηγική της Ευρώπης τη συμπερίληψη της Τουρκίας στους σχεδιασμούς για την κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσουν, άλλωστε, διμερώς τις σχέσεις τους με την Άγκυρα.
Η πολιτική αυτή είναι συνέχεια από μια άποψη της κατευναστικής πολιτικής που σύστηναν στο παρελθόν στην Ελλάδα και στην Κύπρο και η οποία εκδηλώθηκε στην Ελλάδα με τη «Διακήρυξη των Αθηνών», η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στο «ξέπλυμα» της Άγκυρας και στην προώθηση των σχέσεών της τόσο με την Ευρώπη όσο, σ’ ένα μέρος, και με τις ΗΠΑ.
Είναι πολύ άνετο και πλεονεκτικό για την Άγκυρα να εγείρει αξιώσεις και διεκδικήσεις σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας χώρας, να τις κλιμακώνει συνεχώς και να εισπράττει διακηρύξεις φιλίας και «ήρεμων νερών», χωρίς να έχει αποσύρει τίποτε απ’ ό,τι παράνομο, επιθετικό και αυθαίρετο έχει προβάλει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τι σημαίνει η προτεινόμενη τώρα από την Ελλάδα Πενταμερής για την Ανατολική Μεσόγειο;
Το γιατί γίνεται αυτό μας οδηγεί στον δεύτερο σκόπελο, για τον οποίο έγινε λόγος στην αρχή του κειμένου. Ο δεύτερος σκόπελος είναι η ίδια η αντιφατική και αλλοπρόσαλλη κυβερνητική πολιτική και η ύπαρξη στο εσωτερικό μέτωπο ενός φιλο-Τουρκικού ενδοτικού λόμπι, που πλειοδοτεί συνεχώς, με πρόσχημα την Ελληνοτουρκική φιλία και την ειρηνική επίλυση των προβαλλομένων από την Άγκυρα «διαφορών», υπέρ μιας πολιτικής «κατευνασμού» και «παραχωρήσεων».
Η πιο πρόσφατη και ακραία εκδήλωση του ενδοτικού αυτού συνονθυλεύματος είναι η αιφνίδια, απρόσμενη και πέραν κάθε ορίου συνέντευξη στο «Βήμα» της λησμονημένης από καιρό Μαρίας Δαμανάκη. Η τελευταία, λίγες μέρες πριν από τον εορτασμό της επετείου της εξεγέρσεως του Πολυτεχνείου, από το οποίο έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο ως εκφωνήτρια των πολιορκημένων φοιτητών, είπε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι το Αιγαίο πρέπει να γίνει ενιαίο πάρκο της Ελλάδος και της Τουρκίας και ότι τα χωρικά ύδατα της Ελλάδος πρέπει να συμφωνηθούν με την Τουρκία.
Με απλά λόγια, η Μαρία Δαμανάκη αγνόησε πλήρως τις Ελληνικές θέσεις, που βασίζονται στο διεθνές θαλάσσιο δίκαιο και στο γεγονός ότι το Αιγαίο δεν είναι κενή θάλασσα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, γιατί είναι γεμάτο με Ελληνικά νησιά, και έδωσε πλήρη υποστήριξη στις Τουρκικές θέσεις, που έχουν ως άξονα τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Οι θέσεις αυτές προκάλεσαν, δικαιολογημένα, κατάπληξη ακόμα και σε όσους παρακολούθησαν την πορεία της Μαρίας Δαμανάκη, μετά την αποχώρησή της από την ηγεσία του Συνασπισμού. Προφανώς, οι θέσεις αυτές εκφράζουν, σε ένα μέτρο, σκέψεις που κυκλοφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στον πυρήνα ιδίως των χωρών εκείνων που θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει, με κανέναν τρόπο, να είναι εμπόδιο στην προσέγγιση και στη συνεργασία της Ευρώπης με την Τουρκία. Εκφράζουν, κατά δεύτερο λόγο, το θολό τοπίο μιας Ευρωπαϊκής ψευτοαριστεράς που απορρίπτει την Ευρώπη των εθνών και προσβλέπει σε μια παγκοσμιοποιημένη Ευρώπη, στην οποία οι λαοί της θα έχουν αλλοτριωθεί και μεταλλαχθεί σε έναν ενιαίο δήθεν Ευρωπαϊκό λαό.
Στο πνεύμα αυτό, δεν είναι άσχετη η θέση επίσης που εξέφρασε η Μαρία Δαμανάκη για κατάργηση του βέτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να είναι ευκολότερη η λήψη αποφάσεων! Η Ελλάδα και η Κύπρος και οποιαδήποτε άλλη μικρή ιδίως χώρα δεν θα είχαν τη δυνατότητα να αποτρέψουν τη λήψη αποφάσεων σε βάρος τους, όπως θα ήταν, π.χ., αποφάσεις που θα αναφέρονταν στις σχέσεις τους με την Τουρκία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η επέλαση του Ισλάμ στη Δύση με την παγκοσμιοποίηση και τη λαθρομετανάστευση
Το ενδοτικό λόμπι στο εσωτερικό μέτωπο της Κύπρου έχει ως κύριο άξονα το ΑΚΕΛ και την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Γύρω από τον άξονα αυτόν περιστρέφονται διάφορες ΜΚΟ, που εμπνέονται και χειραγωγούνται από τη Βρετανική κυρίως πρεσβεία και άλλες συνεργαζόμενες με αυτήν πρεσβείες και ανεξάρτητες προσωπικότητες που υπερθεματίζουν υπέρ της «λύσεως».
Στο επίκεντρο σήμερα είναι η επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών, με βάση το λεγόμενο πλαίσιο Γκιουτέρες, του Γενικού Γραμματέα δηλαδή των Ηνωμένων Εθνών, υπό την αιγίδα του οποίου είχε συγκληθεί η Πενταμερής Διάσκεψη του Κραν Μοντανά το 2017. Η Διάσκεψη αυτή κατέρρευσε γιατί η Τουρκική πλευρά δεν απεδέχθη τα δύο καίρια σημεία του πλαισίου, που ήταν η κατάργηση των μονομερών εγγυήσεων και η αποχώρηση του Τουρκικού στρατού μετά τη λύση. Η Τουρκική πλευρά είχε αφήσει προηγουμένως να αιωρείται σκοπίμως η εντύπωση ότι θα αποδεχόταν τα δύο αυτά σημεία, εάν η Ελληνική πλευρά προέβαινε σε περαιτέρω υποχωρήσεις και αποδεχόταν, στο πλαίσιο της «πολιτικής ισότητας», την εκ περιτροπής Προεδρία και το Τουρκικό βέτο σε όλες τις αποφάσεις της ομοσπονδιακής, υποτίθεται, κυβερνήσεως.
Οι ενδοτικοί του εσωτερικού μετώπου, με επικεφαλής το ΑΚΕΛ, προσπάθησαν να επιρρίψουν την ευθύνη για το ναυάγιο της Διασκέψεως στον τότε Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη, παρά το γεγονός ότι ο Αναστασιάδης είχε μεγάλες περγαμηνές υποχωρητικής πολιτικής στο Κυπριακό, με την υποστήριξη που είχε δώσει στο Σχέδιο Ανάν το 2004.
Σε επικουρία της Άγκυρας και των ενδοτικών του εσωτερικού μετώπου ήρθε και ο γνωστός μας στην Ελλάδα Χρήστος Στυλιανίδης, που υπηρετούσε τότε ως Επίτροπος της Κύπρου στην ΕΕ, διορισμένος από τον Νίκο Αναστασιάδη.
Ο τελευταίος, σε συνέντευξή του πριν από λίγες μέρες, αποκάλυψε γιατί δεν ανανέωσε τη θητεία του Χρήστου Στυλιανίδη ως Επιτρόπου στην ΕΕ. Διηγήθηκε από τηλεοράσεως ένα περιστατικό που δεν θα το πίστευε κανείς, εάν δεν το άκουγε από τον ίδιο τον πρώην Πρόεδρο.
Η Ύπατη Εκπρόσωπος Εξωτερικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Μογκερίνι, η οποία παρακολούθησε τη Διάσκεψη στο Κραν Μοντανά, επιστρέφοντας στις Βρυξέλλες, ενημέρωσε υπηρεσιακά το κολλέγιο των Επιτρόπων, περιγράφοντας έντιμα και με ακρίβεια τα γεγονότα και επιρρίπτοντας την ευθύνη στην Τουρκική πλευρά. Παρενέβη ο Επίτροπος της Κύπρου Στυλιανίδης και υπεστήριξε ότι δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα και ότι υπεύθυνος για το ναυάγιο της Διασκέψεως ήταν ο Κύπριος Πρόεδρος Αναστασιάδης, προσθέτοντας, για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, ότι του το είπε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου, τον οποίο εμπιστεύεται.
Το περίεργο είναι ότι το πρόσωπο αυτό μετεκλήθη από τον Έλληνα πρωθυπουργό για να αναλάβει διαδοχικά δύο υπουργεία στην Ελλάδα και να επανέλθει μετά ως υποψήφιος Πρόεδρος στην Κύπρο με την εύλογη εντύπωση ότι έχει την υποστήριξη και την εύνοια της Ελληνικής κυβερνήσεως.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η πρόθυμη και δεδομένη κυβέρνηση και ο κίνδυνος να χαθεί η ευκαιρία της στρατηγικής αναβάθμισης της χώρας
Το επεισόδιο Στυλιανίδη είναι ένα μικρό δείγμα της προβληματικής πολιτικής της Ελληνικής κυβερνήσεως στο Κυπριακό και των αντιφάσεων και των ελλειμμάτων που τη χαρακτηρίζουν. Αντί να αποστασιοποιείται προσχηματικά από το Κυπριακό η Ελληνική κυβέρνηση και να ανυπομονεί για οποιαδήποτε «λύση», ακόμη και μια δήθεν «λύση» που θα κατέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα ενέτασσε ολόκληρη την Κύπρο στον Τουρκικό γεωπολιτικό χώρο, θα έπρεπε να διαμορφώσει, μαζί με την Κύπρο, μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που θα ανταποκρίνεται στις σημερινές ευνοϊκές γεωπολιτικές εξελίξεις, που μπορούν να διανοίξουν μια νέα, ελπιδοφόρα προοπτική για την Κύπρο.
