
Η πρόθυμη και δεδομένη κυβέρνηση και ο κίνδυνος να χαθεί η ευκαιρία της στρατηγικής αναβάθμισης της χώρας
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ LNG ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
Η αναβάθμιση του ρόλου της χώρας μας, σε συνδυασμό με το αμερικανικό σχέδιο για ενεργειακή απεξάρτηση της Ανατολικής Ευρώπης από τη Ρωσία, είναι ένα σημαντικό βήμα, εφόσον, βεβαίως, αυτό μπορεί να εξαργυρωθεί και σε πολιτική στήριξη στα μεγάλα ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα αλλά και σε σοβαρές ξένες επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς της χώρας…
Η θριαμβολογία της κυβέρνησης τις ημέρες αυτές, λόγω του ενεργειακού συνεδρίου, το οποίο έγινε παρουσία δύο αμερικανών υπουργών και δύο υφυπουργών και αρκετών εκπροσώπων από τον χώρο της ενέργειας από ευρωπαϊκές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καλύπτει περισσότερο την αγωνία του Μεγάρου Μαξίμου να προβάλει μια θετική εικόνα μέσα στη δυστοπία των σκανδάλων και των προβλημάτων που βουλιάζουν την κυβέρνηση.
Η Ουάσινγκτον έχει κάνει μια σαφή επιλογή, που δεν είναι μόνο της τωρινής κυβέρνησης, καθώς το σχέδιο ξεκίνησε επί Προεδρίας Μπάιντεν και από τον πρέσβη Τζέφρι Πάιατ, για αποδυνάμωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, με κύριο μοχλό την αντικατάστασή του από αμερικανικό κυρίως LNG, το οποίο θα φτάνει και από βορρά και από νότο στην Ευρώπη. Η Ελλάδα και οι σταθμοί στη Ρεβυθούσα και στην Αλεξανδρούπολη αποτελούν μια σοβαρή εναλλακτική επιλογή, καθώς έτσι, μέσω του κάθετου διαδρόμου, θα μπορεί το φυσικό αέριο να φτάσει σε χώρες που μέχρι τώρα είναι άμεσα εξαρτημένες από τη Μόσχα, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Μολδαβία και κυρίως η Ουκρανία.
Βεβαίως, το κέρδος για την Ελλάδα δεν θα είναι τόσο οικονομικό, καθώς, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί και άλλο η τιμή του ήδη ακριβού αμερικανικού LNG, η χώρα μας θα προσφέρει μικρά τέλη διαμετακόμισης. Αλλά, φυσικά, εφόσον γίνει ένα σημαντικό γρανάζι σε αυτήν την εξαιρετικά ευαίσθητη επιχείρηση, που έχει στρατηγικό χαρακτήρα, αναμένει τα αντίστοιχα ανταλλάγματα σε πολιτικό, στρατηγικό και διπλωματικό επίπεδο.
Στις μεγάλες αυτές ανακατατάξεις που είναι σε εξέλιξη υπάρχει σοβαρός προβληματισμός, φυσικά, καθώς η ανάπτυξη της Ευρώπης τις τελευταίες δεκαετίες στηρίχτηκε στη φτηνή ενέργεια που ερχόταν από τη Ρωσία. Ο πόλεμος της Ουκρανίας και η εισβολή της Ρωσίας έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα, όμως, αυτός ο πόλεμος δεν θα διαρκέσει αιωνίως και η επιστροφή –ύστερα, ίσως, από μια συμφωνία ειρήνης– στη ρωσική ενέργεια θα είναι, πιθανότατα, μια σωτήρια επιλογή για τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Όμως, εάν υπάρξει νέα εξάρτηση από το αμερικανικό LNG, το οποίο θα συνδεθεί και με άλλου είδους εξαρτήσεις των κυβερνήσεων των ευρωπαϊκών χωρών με την Ουάσινγκτον, τότε η Ευρώπη θα έχει χάσει οριστικά την ευχέρεια επανατοποθέτησης και ανασχεδιασμού της σχέσης της με τη Ρωσία, σχέση που δεν μπορεί να παραμείνει στο διηνεκές επιθετική και εχθρική, και θα μείνει εξαρτημένη από μια πηγή ενέργειας ιδιαίτερα ακριβή, που θα στραγγαλίζει την ευρωπαϊκή οικονομία.
Για την Αθήνα αυτά ίσως αποτελούν… υψηλή πολιτική, καθώς βλέπει αυτές τις εξελίξεις απλώς ως ένα καλό διαβατήριο για να περάσει επιτέλους την πόρτα του Λευκού Οίκου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Όμως, αυτή ακριβώς η ευκαιρία δεν θα πρέπει να περάσει ανεκμετάλλευτη. Η αδυναμία του Προέδρου Τραμπ προς τον Πρόεδρο Ερντογάν είναι γνωστή και δεδομένη, ενώ έχει δοθεί και δείγμα γραφής με την πρόσκληση και την εμπλοκή της Τουρκίας στη διαδικασία ειρήνευσης στη Γάζα και στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη πλευρά, ο κ. Τραμπ ακόμη δεν έχει βρει τρόπο ή δεν θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ικανοποιήσει δύο βασικά αιτήματα της Τουρκίας, που αφορούν τα F-35 και τους κινητήρες για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Ένας από τους όρους, εξάλλου, που έχει θέσει είναι η διακοπή αγοράς ενέργειας από τη Ρωσία, κάτι που δύσκολα μπορεί να ικανοποιήσει άμεσα η Τουρκία, και για οικονομικούς λόγους (αγοράζει σε προνομιακές τιμές), αλλά και για να μη διαρραγούν οι σχέσεις με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η Αθήνα, όμως, δεν θα πρέπει να αρκείται στα ευχολόγια των αμερικανών υπουργών, που απλώς επιδιώκουν να πουλήσουν περισσότερο αμερικανικό LNG και να χτίσουν έναν νέο δεσμό ενεργειακής εξάρτησης της Ανατολικής Ευρώπης και της Ουκρανίας με τις ΗΠΑ. Υπάρχουν συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία η Ελλάδα, ως καλός πελάτης της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας (με την παράλληλη συζήτηση των F-35), θα πρέπει να θέσει και να ζητήσει την ξεκάθαρη τοποθέτηση και στήριξη των Αμερικανών σε αυτά.
Το πρώτο είναι ο πλήρης σεβασμός του status quo στο Αιγαίο αλλά και της δυνατότητας της χώρας μας να ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στα δικαιώματα όλων των παράκτιων χωρών και των ναυτικών δυνάμεων. Επίσης, θα πρέπει να απαιτήσει την ενεργοποίηση διατάξεων που είχαν συμπεριληφθεί από αμερικανούς νομοθέτες σε παλιότερες ρυθμίσεις, σύμφωνα με τις οποίες παρακολουθούνται στενά οι παραβιάσεις και οι υπερπτήσεις που εκτελούν αεροσκάφη και ότι θα πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο αυτή η παράνομη δραστηριότητα, εφόσον μάλιστα ασκείται με αμερικανικά μαχητικά.
Τέλος, θα πρέπει να αποκρουστεί επίσημα το casus belli αλλά και η θεωρία των «γκρίζων ζωνών», και στη βάση αυτή να ξεκινήσει η προσπάθεια για οριστική επίλυση της διαφοράς στο Αιγαίο, η οποία είναι προς το συμφέρον όχι μόνο των δύο χωρών αλλά και των αμερικανικών συμφερόντων.
Οι ενεργειακές συνεργασίες είναι σημαντικές και έχουν έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον, όμως, αυτό δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εθνικό κέρδος.
Η πρόθεση της Exxon Mobil να ξεκινήσει δοκιμαστικές γεωτρήσεις νοτιοδυτικά της Κρήτης είναι ένα θετικό νέο, καθώς έρχεται μετά από αλλεπάλληλες αναβολές, που έχουν προκαλέσει προβληματισμό σχετικά με το αν πράγματι η μεγάλη αμερικανική εταιρεία έχει την πρόθεση να επενδύσει στην Ελλάδα.
Σε κάθε περίπτωση, τα εθνικά συμφέροντα δεν θα προωθηθούν με επικοινωνιακά… σαλιαρίσματα στους ρυθμούς που επιβάλλει η νέα αμερικανίδα πρέσβης Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, αλλά με στοχευμένη προσέγγιση προς την αμερικανική κυβέρνηση, όπου θα τεθεί με σαφή τρόπο το «δούναι και λαβείν». Εξάλλου, αυτή είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, όπως ο ίδιος λέει, εκτιμά τους σκληρούς ηγέτες και εκείνους που ξέρουν να διεκδικούν.