
Για ποια προσωπικά δεδομένα μιλάμε;

Όλοι… κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όλοι μιλάνε για προσωπικά δεδομένα, υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν –υποτίθεται– αυστηρές διατάξεις που προστατεύουν τον κόσμο από παρακολουθήσεις, παραβίαση του προσωπικού απορρήτου κ.λπ., αλλά όλα αποδεικνύονται… φούσκες, κενά γράμματα, αφού στην ουσία δεν ισχύουν και υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, για τα μάτια του κόσμου.
Ίσως θεωρηθούν υπερβολικά αυτά που λέμε, αλλά ο καθένας στην προσωπική του ζωή έχει διαπιστώσει πως είναι πέρα για πέρα αληθινά και ανατριχιαστικά ακριβή. Ο μεγαλύτερος ωτακουστής, ο… ρουφιάνος, που… πιάνει ό,τι λέμε και το διοχετεύει αρμοδίως σε κάποιους που ξέρουν να το χρησιμοποιούν, χωρίς νόμιμη άδεια, βέβαια, είναι κάτι που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, κάθε στιγμή και κάθε ώρα, και αυτό δεν είναι άλλο από το κινητό μας τηλέφωνο. Εκεί που μιλάμε με κάποιον και συζητάμε για κάτι, για αυτοκίνητο, για σπίτι, για ρολόι, για οτιδήποτε πωλείται, σε λίγα λεπτά, από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η συνομιλία μας, το κινητό μας κατακλύζεται από προτάσεις για το αντικείμενο για το οποίο είχαμε εκφράσει, έστω και έμμεσα, ενδιαφέρον.
Αν λέγαμε, παραδείγματος χάρη, για παπούτσια, το κινητό μας γεμίζει με χιλιάδες παπούτσια, όλων των ειδών, όλων των τύπων και για κάθε… βαλάντιο. Είναι σαν να μας λέει το κινητό: Για παπούτσια δεν μίλαγες; Πάρε να ’χεις. Διαλέγεις και παίρνεις.
Το ίδιο συμβαίνει για οτιδήποτε μιλάμε. Είτε μικρό είτε μεγάλο.
Όρεξη να ’χουμε να βλέπουμε. Και ας μην μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα. Φάτε, μάτια, ψάρια…
Το τηλέφωνο δεν ξεχωρίζει αν έχουμε λεφτά ή όχι. Σίγουρα γνωρίζει, αφού ξέρει τα πάντα για μας, αλλά μας στέλνει στο πιάτο τα είδη που μας ενδιαφέρουν. Αν είναι κάτι που το λιμπίζεται ο άλλος, θα βρει τρόπο να το αγοράσει. Θα δανειστεί, θα στερηθεί κάτι άλλο, αλλά αυτό που θέλει θα το πάρει. Αυτό θα πει καταναλωτισμός. Και σ’ αυτό ποντάρουν εκείνοι που μας παρακολουθούν από τα κινητά. Μας… μπουκώνουν με προκλήσεις, μας… γαργαλάνε, μέχρι να μας… ρίξουν και να τους… τα ρίξουμε. Τα λεφτά. βέβαια, γιατί όλη η φασαρία γίνεται για να μας τα πάρουν.
Εδώ, λοιπόν, είναι το ζήτημα. Πώς μαθαίνει το… κινητό μας ότι μιλάμε για ένα συγκεκριμένο είδος, για ένα συγκεκριμένο προϊόν; Πώς γνωρίζει τη συνομιλία που έχουμε; Ποιος μας ακούει και ποιος επιλέγει τι μας ενδιαφέρει και μας φορτώνει με αυτά που θέλουμε; Ποιος ασχολείται με εμάς ερήμην μας; Ποιος του έδωσε άδεια και ποιος του το επιτρέπει;
Σε ποιο ευνομούμενο κράτος μπορεί να συμβαίνουν τέτοια πράγματα και να μην έχει ασχοληθεί κανένας;
Αλήθεια, αυτό δεν το έχει διαπιστώσει κανένας δικαστικός λειτουργός; Κανένας πολιτειακός παράγων; Δεν έχει γίνει ποτέ καμιά καταγγελία γι’ αυτήν την απίστευτη, αντισυνταγματική, απάνθρωπη και απροκάλυπτη παρέμβαση στην ιδιωτική μας ζωή, στα προσωπικά μας δεδομένα, στις απόκρυφες σκέψεις μας;
Έψαξε το θέμα κανένας αρμόδιος, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, οποιοσδήποτε έχει την ευθύνη να διασφαλίζει την ιδιωτικότητά μας, για να βρει κάποια άκρη;
Εδώ έχουμε κατάφωρη παρανομία σε βάρος ενός ολόκληρου λαού και δεν υπάρχει παρέμβαση από πουθενά, σαν να είναι οι παρακολουθήσεις κάτι συνηθισμένο, κάτι νόμιμο, που δεν πρέπει να ενοχλεί κανέναν. Ασχέτως αν αυτοί που υποκλέπτουν τα δεδομένα μας τα πουλάνε χρυσά στους ενδιαφερόμενους, αφού τους πάνε την πελατεία στο πιάτο…
Μήπως έτσι εξηγούνται τα υπερκέρδη των κολοσσών των διαφόρων δικτύων, τα δισ. του Ίλον Μασκ και του Τζεφ Μπέζος;
Ό,τι και να συμβαίνει, για μία ακόμα φορά αποδεικνύεται πως μπροστά στα λεφτά, στο κέρδος, δεν υπάρχουν νόμοι, δεν υπάρχουν Συντάγματα, δεν υπάρχουν συμβάσεις. Και, φυσικά, δεν υπάρχει Δημοκρατία.
Οπότε, ένα κράτος που δεν μπορεί να διασφαλίσει τους πολίτες του το δικαίωμα της ιδιωτικότητας στις προσωπικές τους στιγμές, στις συνομιλίες τους κ.λπ., δεν είναι κράτος. Υποχείριο μεγάλων συμφερόντων είναι, που χορεύει όπως του σφυρίζουν. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να λέγεται κράτος.