Απ. Αποστόλου στο “Π”: Πολιτική: Το μεγάλο πανηγύρι των σκιάχτρων

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Πολιτική: Το μεγάλο πανηγύρι των σκιάχτρων

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
στο Πανεπιστήμιο Federiciana της Ρώμης


Η παγκόσμια πολιτική, λένε, βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, και το λένε με ύφος χειρουργού που μόλις ξέχασε το ψαλίδι μέσα στον ασθενή, αλλά επιμένει πως «η επέμβαση πέτυχε». Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε κρίσιμη καμπή. Και εμείς, οι πολίτες του παγκόσμιου θιάσου, καθόμαστε στις κερκίδες του αιώνα και χειροκροτούμε τους ταχυδακτυλουργούς της εξουσίας, που βγάζουν απ’ το καπέλο τους πολέμους, φόβους, διαγγέλματα και καινούριες λέξεις για παλιές αλυσίδες.

Διότι σήμερα η πολιτική δεν κυβερνά, απλώς σκηνοθετεί. Δεν υπόσχεται, αλλά φωτίζεται. Είναι σαν να έχει αποκτήσει τη λάμψη βιτρίνας πολυκαταστήματος λίγο πριν από την εκποίηση. Κάθε ηγέτης και ένα φωτεινό περίπτερο, κάθε Σύνοδος Κορυφής και ένα πανηγύρι πυροτεχνημάτων, πάνω από έναν κόσμο που μυρίζει ήδη καμένο ξύλο και υγρό υπόγειο.

Και οι λαοί; Οι λαοί έγιναν κοινό. Όχι πολίτες-μάζες, καταναλωτές φόβου, συνδρομητές εθνικής αγωνίας, πελάτες ιδεολογικών εφαρμογών. Σου λέει ο άλλος: «Διάλεξε στρατόπεδο», γιατί, αν δεν διαλέξεις, είσαι ύποπτος και, αν σκεφτείς, είσαι επικίνδυνος. Αν πάλι αμφιβάλλεις, είσαι σχεδόν αιρετικός. Η εποχή δεν αντέχει τον σκεπτόμενο άνθρωπο γιατί της χαλά τη γεωμετρία.

Έτσι, οι διαιρέσεις βαφτίστηκαν φυσική κατάσταση της κοινωνίας. Οι άνθρωποι δεν χωρίζονται πια από ιδέες αλλά από μηχανισμούς. Από αλγόριθμους που ξέρουν καλύτερα από τους ίδιους τι πρέπει να φοβούνται. Εξάλλου, η πολιτική δεν παράγει οράματα αλλά στρατόπεδα. Και κάθε στρατόπεδο χρειάζεται εχθρό, όπως το κουνούπι χρειάζεται βάλτο. Δίχως εχθρό, η εξουσία μαραίνεται σαν βασιλικός σε δημόσια υπηρεσία.

Στο μεταξύ, τα δικαιώματα απέκτησαν την τύχη των παλιών οικογενειακών πορτρέτων, κρέμονται στον τοίχο, τα κοιτάμε επετειακά και κανείς δεν θυμάται ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι μέσα στις κορνίζες. Ελευθερία, αξιοπρέπεια, κοινωνική δικαιοσύνη πρόκειται για μεγάλες λέξεις, χρυσοποίκιλτες, που τις χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις όπως τα ξενοδοχεία χρησιμοποιούν τα πλαστικά λουλούδια, για διακόσμηση.

Στην πράξη, ο άνθρωπος εκπαιδεύεται καθημερινά στην υποταγή, με τη λεπτότητα που εκπαιδεύεται ένα ζώο στο τσίρκο. Όχι με μαστίγιο πια, αυτά είναι παλιά, άκομψα πράγματα. Τώρα η υποταγή έρχεται με ειδοποίηση στο κινητό, με όρους χρήσης, με έκτακτες ανάγκες, με χαμόγελο παρουσιαστή ειδήσεων. Ο σύγχρονος εξανδραποδισμός δεν φορά αλυσίδες, φορά ακουστικά bluetooth και μιλά για σταθερότητα.

Και τι θα πει σταθερότητα; Να μην αλλάζει τίποτα εκτός από τις τιμές. Να παραμένει ο φόβος στην εξουσία και ο άνθρωπος στην ουρά. Να συνηθίσει ο πολίτης την ιδέα πως η ζωή του είναι μια προσωρινή άδεια χρήσης που μπορεί να ανακληθεί για λόγους ασφαλείας, υγείας, εθνικού συμφέροντος ή –το πιο αστείο απ’ όλα– για το καλό του.

Οι δημοκρατίες, βέβαια, συνεχίζουν να φωτογραφίζονται χαμογελαστές. Έχουν εκλογές, πάνελ, συνεντεύξεις, σημαίες που ανεμίζουν σαν φρεσκοπλυμένα σεντόνια. Μόνο που πίσω από τη σκηνή, οι αποφάσεις μοιάζουν όλο και περισσότερο με λογιστικά φύλλα εταιρείας. Ο πολίτης περιορίζεται στον ρόλο του χειροκροτητή μιας παράστασης που ούτε έγραψε ούτε την καταλαβαίνει πλήρως.

Και όμως η πιο μεγάλη ειρωνεία είναι αλλού, γιατί ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν μιλούσε τόσο πολύ για ελευθερία και ποτέ άλλοτε δεν φοβόταν τόσο να τη χρησιμοποιήσει. Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει δικαιώματα χωρίς ευθύνη, άποψη χωρίς κόστος, επανάσταση χωρίς ταλαιπωρία. Θέλει να σωθεί ατομικά μέσα από μια συλλογική κατάρρευση, έγινε ένας μικρός «Νώε με ηλεκτρικό πατίνι».

Η παγκόσμια πολιτική, λοιπόν, δεν πεθαίνει επειδή απέτυχε, πεθαίνει επειδή μετατράπηκε σε θέαμα. Τα σύμβολά της σβήνουν όπως οι παλιές κινηματογραφικές μαρκίζες στις επαρχιακές πόλεις, με λίγα λαμπάκια που ακόμη τρεμοπαίζουν, μα η αίθουσα είναι άδεια. Τα έθνη μιλούν για αξίες ενώ εμπορεύονται ανθρώπους, οι κυβερνήσεις μιλούν για ειρήνη ενώ επενδύουν στον φόβο και οι κοινωνίες καταναλώνουν ιδεολογία όπως καταναλώνουν ενεργειακά ποτά, για κάποια στιγμιαία διέγερση πριν από τη μεγάλη εξάντληση.

Και μέσα σ’ αυτήν τη μεγάλη αποκριά της μετανεωτερικής ιστορίας, ο άνθρωπος έμαθε να ζει σαν ενοικιαστής του ίδιου του εαυτού του. Να ζητά άδεια για να μιλήσει, να απολογείται επειδή σκέφτεται, να φοβάται μήπως χαρακτηριστεί ακραίος μόνο και μόνο επειδή θυμάται πως η ελευθερία δεν χαρίζεται με κρατική εγκύκλιο. Και οι εξουσίες, σαν γερασμένες ντίβες, τρέφονται πλέον από την εικόνα τους, βάφονται με δημοκρατικές λέξεις, φορούν ευρωπαϊκά κοστούμια, ανθρωπιστικές γραβάτες και από κάτω κρύβουν την ίδια παλιά αδηφαγία της κυριαρχίας. Όλα γίνονται ένα παγκόσμιο λυκόφως, όπου οι λαοί δεν αλυσοδένονται πια διά της βίας αλλά διά της συνήθειας. Και αυτό αποτελεί το πιο τελειότερο δεσμωτήριο.

Και έτσι προχωρά ο κόσμος, με τα τύμπανα της προπαγάνδας, με τις γραβάτες των ειδικών, με τους επαγγελματίες σωτήρες, που αλλάζουν συνθήματα όπως αλλάζουν εταιρικά λογότυπα. Ένας πολιτισμός που έχασε το νόημα αλλά κράτησε τις επιγραφές, μια ανθρωπότητα που στέκει κάτω απ’ τα ερείπια των συμβόλων της και επιμένει να συζητά για την ποιότητα του φωτισμού.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ