
Άνθρωπον ζητώ…

Είδαμε τις τελευταίες μέρες την αποφασιστική παρέμβαση του περιφερειάρχη Αττικής Ν. Χαρδαλιά και της Αστυνομίας για την αποκάλυψη ενός κολαστηρίου στους Αμπελοκήπους, που υποτίθεται ότι λειτουργούσε ως παράτυπος ή υποτυπώδης οίκος ευγηρίας για τέσσερις γριούλες, οι συγγενείς των οποίων πλήρωναν με τον μήνα την ιδιοκτήτρια για τη φιλοξενία τους.
Η ταρίφα για κάθε φιλοξενουμένη ήταν 650 – 750 ευρώ τον μήνα, και, φυσικά, αυτοί που τα πλήρωναν γνώριζαν ότι με τα χρήματα αυτά δεν θα είχαν την καλύτερη δυνατή περίθαλψη οι συγγενείς τους, αλλά φυσικά δεν φαντάζονταν ότι θα ζούσαν σε ένα κολαστήριο, χωρίς επαρκή και ποιοτική τροφή, χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής και χωρίς καμία ουσιαστική φροντίδα. Το παράτυπο και παράνομο μίνι γηροκομείο λειτουργούσε στην οδό Σεβαστουπόλεως στους Αμπελοκήπους και η ιδιοκτήτρια φαίνεται πως είχε βρει έναν τρόπο βιοπορισμού, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει με ανθρώπινη διάθεση αυτό που έκανε, γιατί στόχος της ήταν να κερδοσκοπήσει και όχι να προσφέρει. Και το λέμε αυτό διότι, όπως αναφέρθηκε, όταν στριμωχνόταν οικονομικά, έλεγε στους συγγενείς να της καταβάλουν 2.000 ευρώ, αλλιώς θα πετούσε τη γιαγιά που φιλοξενούσε σε… κάδο απορριμμάτων.
Φυσικά, η ιδιοκτήτρια δεν βαρύνεται μόνο για την απάνθρωπη συμπεριφορά προς τις γριούλες που της είχαν εμπιστευθεί κάποιοι αλλά και για φοροδιαφυγή, αφού όλες οι συναλλαγές της ήταν… μαύρες. Δηλαδή, πληρωνόταν με μετρητά, δεν έκοβε αποδείξεις και δεν δήλωνε πουθενά τα εισοδήματα που της απέφερε αυτή η εργασία ή η παροχή υπηρεσιών προς τις φιλοξενούμενες.
Αυτή είναι η μία πλευρά της υπόθεσης. Αυτή που κατεγράφη από την ειδησεογραφία. Γιατί υπάρχει και δεύτερη, αλλά και τρίτη, που είναι η χειρότερη όλων.
Η δεύτερη, λοιπόν, είναι η ποινική μεταχείριση της κυρίας που είχε στήσει αυτό το παράνομο γηροκομείο. Γιατί, παρόλο που κατηγορείται για σημαντικά ποινικά αδικήματα και για φοροδιαφυγή, κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερη ανάμεσά μας, αφού δεν κρίθηκε προφυλακιστέα. Επ’ αυτού, όμως, είναι άλλοι αρμόδιοι να μιλήσουν.
Η σπουδαιότερη όμως είναι η τρίτη παράμετρος. Όταν αποκαλύφθηκε το κολαστήριο με τις ανθρώπινες σκιές, υποσιτισμένες και βρώμικες, σε άθλια κατάσταση και σε συνθήκες που προσβάλλουν τον πολιτισμό και την κουλτούρα μας, και αφού αποφασίστηκε να κλείσει, όπως ήταν φυσικό, ειδοποιήθηκαν οι συγγενείς των φιλοξενουμένων για να πάνε να τις πάρουν. Ωστόσο, μόνο ένας βρέθηκε και πήγε να πάρει τη μητέρα του. Οι υπόλοιπες τρεις έμειναν στα… αζήτητα και έψαχναν οι αρμόδιοι δομές για να τις μεταφέρουν.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι κάποιοι, είτε ήταν παιδιά τους είτε ανίψια κ.λπ., δεν ήθελαν ούτε να τις δουν ούτε να τις αντικρίσουν. Δεν εμφανίστηκαν, δεν έδωσαν σημεία ζωής. Όμως πλήρωναν 650 ευρώ κάθε μήνα για να έχουν τις γριούλες στην… αποθήκη των Αμπελοκήπων και να μην έχουν την έγνοια τους.
Και όντως αυτό συνέβαινε. Τις είχαν… αποσύρει από την κοινωνία και δεν νοιάζονταν αν περνάνε καλά, αν τρώνε, αν έχουν υποφερτές συνθήκες διαβίωσης. Δεν νοιάζονταν γενικά αν υπάρχουν. Να μην έχουν την έγνοια τους ήθελαν, να μην τους προβληματίζουν, να μην τους επιβαρύνουν. Τις πέταξαν, λοιπόν, σε μια φτηνή αποθήκη και… ξεμπέρδεψαν.
Και αυτοί μπορεί να είναι επιστήμονες, πετυχημένοι γιατροί, γνωστοί δικηγόροι, καθηγητές, ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί κ.λπ., που όμως δεν θέλουν να βλέπουν τη μητέρα τους, τη γιαγιά τους ή τη θεία τους. Γιατί ήταν εμπόδιο στη ζωή τους, στις διασκεδάσεις τους, στις εκδρομές τους, στον τρόπο ζωής που είχαν επιλέξει. Οι γριούλες ήταν ένα βάρος από το οποίο έπρεπε να απαλλαχθούν, να το ξεφορτωθούν. Και βρήκαν ως ιδανική λύση την αποθήκη ψυχών των Αμπελοκήπων. Βέβαια, μόλις αποκαλύφθηκε, τους χάλασε τη… σούπα, τους ανέτρεψε τα σχέδια, απείλησε να τους… αμαυρώσει το λαμπερό προφίλ που έχουν φτιάξει, γι’ αυτό έσπευσαν να κρυφτούν. Φοβήθηκαν μήπως και ανοίξει η αυλαία και φανούν και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του δράματος, εκτός της ιδιοκτήτριας, που έγινε πρώτο θέμα στις ειδήσεις.
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Από πότε οι γέροντες είναι βάρος για τα παιδιά ή τους συγγενείς τους γενικά; Πού είναι ο σεβασμός στους μεγαλύτερους, η τιμή στα άσπρα μαλλιά, η στοργή στην τρίτη ηλικία, στα περήφανα γηρατειά;
Όλα αυτά χάθηκαν στη χοάνη της παγκοσμιοποίησης, στον μύλο της εξέλιξης, στο πηγάδι του εκσυγχρονισμού.
Οι αρχαίοι τιμούσαν τους γέροντες, σέβονταν τους γονείς, υπάκουαν στις εντολές τους, προλάβαιναν τις επιθυμίες τους. Οι προηγούμενες γενιές είχαν τους γονείς μέσα στην οικογένεια, μεγάλωναν τα παιδιά τους, τους ορμήνευαν με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους. Ήταν χρήσιμοι οι μεγάλοι στην οικογένεια, ήταν οδηγοί και δείκτες, ήταν οι σύνδεσμοι του παλιού με το νέο.
Τώρα οι γέροι είναι βαρίδια, μπελάς για τους πολλούς, άχρηστοι για τους υπόλοιπους. Σαν γέρικα άλογα που πρέπει να τα σκοτώσουν.
Αφού, όμως, δεν γίνεται αυτό, φροντίζουμε να απαλλαγούμε… βελούδινα, μέσω των οίκων ευγηρίας στην καλύτερη περίπτωση ή μέσω κολαστηρίων, τύπου Αμπελοκήπων, στη χειρότερη.
Επιδιώκουμε να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν γιατί νομίζουμε ότι μας εμποδίζει να κατακτήσουμε το μέλλον. Κούνια που μας κούναγε…
Κάπως έτσι έφτασε η κοινωνία στον πάτο του βαρελιού, τον οποίο ξύνει για να πάει ακόμα πιο κάτω. Και ύστερα λέμε γιατί έχουμε γίνει ζούγκλα, γιατί ο ένας τρώει τον άλλον, γιατί ο άνθρωπος έχει πάψει από καιρό να είναι άνθρωπος.
Πολύ απλά, γιατί διώξαμε τους γονείς, τους σοφούς από κοντά μας. Γιατί οι υποδείξεις και οι συμβουλές τους μας ενοχλούν. Εμείς τα ξέρουμε όλα και τα κάνουμε όλα σωστά. Τόσο σωστά, που μας βλέπουν τα θηρία και ωχριούν μπροστά μας. Γιατί δεν έχει μείνει τίποτα ανθρώπινο μέσα μας, τίποτα που να δείχνει ότι δεν είμαστε χειρότεροι από τα πλέον αποτρόπαια αρπακτικά της ζούγκλας.
Ανθρώπους ψάχνουμε, αλλά ανθρώπους δεν βρίσκουμε πουθενά. Ούτε στις γειτονιές, ούτε στις υπηρεσίες, ούτε στα ιδρύματα, ούτε στην Εκκλησία. Είδος υπό εξαφάνιση είναι ο άνθρωπος ή μήπως είδος που έχει ήδη εκλείψει και απλά δεν το γνωρίζουμε;
Από την αρχαιότητα, εκείνος ο απίστευτος κυνικός φιλόσοφος, ο Διογένης, έλεγε «Άνθρωπον ζητώ». Στα χρόνια του Χριστού, ο παράλυτος στην προβατική πύλη της Βηθεσδά έλεγε «Άνθρωπον ουκ έχω». Φανταστείτε, χιλιάδες χρόνια πριν κάποιοι αναζητούσαν ανθρώπους. Και μέχρι σήμερα δεν τους έχουμε βρει…
Και με τρόμο διαπιστώνουμε ότι το είδος μάλλον δεν υπάρχει. Από τότε σπάνιζε, αλλά τώρα εξαφανίστηκε.
Και εμείς, άραγε, τι είμαστε; Όντα αγνώστου ταυτότητας, ανθρωποειδή, κάτι σαν άνθρωποι; Ειλικρινά δεν ξέρουμε. Δεν μπορούμε να αυτοπροσδιοριστούμε.
Γι’ αυτό περιοριζόμαστε να επαναλαμβάνουμε τη ρήση του Διογένη: «Άνθρωπον ζητώ»… Και αν τον βρεις, γράψε μου, θα συμπλήρωνε κάποιος. Και δεν θα είχε άδικο…