
Άλλο ένα καλοκαίρι με αστρονομικούς λογαριασμούς ρεύματος – Του Ν. Στραβελάκη
–Σκέψεις για την εγκληματική πολιτική κυβέρνησης και ΕΕ στον τομέα της ενέργειας

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Το καλοκαίρι έφτασε, και μαζί του οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, που οι περισσότεροι από εμάς παίρνουμε υπογλώσσια πριν ανοίξουμε τον φάκελο ή το e-mail. Και αυτό επειδή, όταν αντικρίσει κανείς τις χρεώσεις, το καρδιακό επεισόδιο είναι πιθανό. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τους αριθμούς.
Οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα αυξήθηκαν τον τελευταίο μήνα κατά 41% (μαγικός αριθμός, τελικά, αυτό το 41%), την ίδια ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη οι αυξήσεις ήταν απειροελάχιστες. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ευρώπη πληρώνει το ρεύμα δύο – τρεις φορές υψηλότερα από ό,τι οι ΗΠΑ, όπως αναφέρει και η Έκθεση Ντράγκι.
Βέβαια , η Ελλάδα κερδίζει πάλι την αρνητική πρωτιά στην αύξηση των τιμών, κυρίως λόγω της εγκληματικής κυβερνητικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι ελληνικές κυβερνήσεις, ακολουθώντας άκριτα τις ευρωπαϊκές οδηγίες, έχουν θεσμοθετήσει το λεγόμενο «χρηματιστήριο ενέργειας». Αυτό, ακολουθώντας μια εγκληματική, νεοφιλελεύθερη πολιτική, έχει θεωρήσει ότι το οριακό κόστος, δηλαδή η τιμή της κιλοβατώρας μια συγκεκριμένη ημέρα, είναι η τιμή του ακριβότερου παραγωγού. Έτσι, τους καλοκαιρινούς μήνες, που η κατανάλωση αυξάνεται και λόγω τουρισμού, μπαίνει στη διαμόρφωση των τιμών η ακριβή παραγωγή από φυσικό αέριο και άλλες πηγές, εκτινάσσοντας τις τιμές στον Θεό και οδηγώντας τους καταναλωτές σε απόγνωση. Παράλληλα, το ελληνικό νοικοκυριό πέφτει θύμα κάθε λογής κερδοσκοπίας, με αποκορύφωμα την εξαγωγή ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία, όπου εταιρεία ελληνικών συμφερόντων παράγει πάμφθηνο ρεύμα από λιγνίτη, το οποίο επανεισάγει στην Ελλάδα και το πουλά πανάκριβα, σαν να έχει παραχθεί από φυσικό αέριο.
Παράλληλα, τους καλοκαιρινούς μήνες, η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη συνολική κατανάλωση πέφτει λόγω του ότι η συγκεκριμένη πηγή ενέργειας δεν μπορεί, τουλάχιστον ακόμη, να αποθηκευτεί. Όμως, το πραγματικό ζήτημα είναι γιατί η συγκεκριμένη πηγή ενέργειας, που σύμφωνα με τα νεοκλασικά οικονομικά έχει σχεδόν μηδενικό οριακό κόστος, συνεχίζει να συμμετέχει στο χρηματιστήριο ενέργειας και δεν προχωρά σε μακροχρόνιες συμφωνίες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Ο λόγος είναι προφανής: Αυτό θα έχει αρνητική επίπτωση στα κέρδη των παρόχων ενέργειας. Οι συγκεκριμένοι πραγματοποιούν υπερκέρδη από την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αποκτούν την ενέργεια σε χαμηλές τιμές (ή χαμηλό κόστος) και τη διαθέτουν σε τιμή ίση με την ενέργεια που παράγεται από φυσικό αέριο και άλλες, ακριβότερες πηγές ενέργειας.
Αυτή είναι η πραγματικότητα πίσω από τους αστρονομικούς λογαριασμούς ρεύματος, τις ανοησίες των πολύχρωμων τιμολογίων και γενικότερα της ρουλέτας στην οποία έχουμε πέσει από την ώρα που αποφασίστηκε η απελευθέρωση και η απολιγνιτοποίηση της αγοράς ενέργειας. Το ζήτημα είναι τι κάνει η κυβέρνηση για το θέμα αυτό. Η απάντηση είναι «τίποτα», πέρα από κάποιες επιστολές του κ. Μητσοτάκη προς τη κ. Φον ντερ Λάιεν πέρυσι. Επιστολές που πολύ φοβούμαι ότι δεν θα επαναλάβει φέτος, μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις αναμενόμενες εγκλίσεις του ευρωπαίου εισαγγελέα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, εκ νέου, αλλά και τη διανομή των χρημάτων για το Πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0». Διανομές επιδοτήσεων που χρηματοδότησαν αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, από τα οποία θησαυρίζουν οι πολιτικοί φίλοι του κ. Μητσοτάκη.
Για να μη μου πείτε ότι δεν κάνω προτάσεις, προτείνω και προκαλώ τους κυβερνώντες να αποσύρουν τώρα τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από το «χρηματιστήριο ενέργειας» και να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες συμβάσεις παροχής ρεύματος στα νοικοκυριά με τη μέθοδο του συμψηφισμού. Είναι η μόνη λύση για να γίνει βιώσιμη η όποια πράσινη μετάβαση στον τομέα της ενέργειας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ