ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: ΑΓΩΝΙΑ ΓΙΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Ενώ τη Δευτέρα (6/12) ο πρωθυπουργός είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση στις Βρυξέλλες με τον πρόεδρο της Κομισιόν κ. Μπαρόζο. Πέρα από τις επίσημες ανακοινώσεις για τα θέματα που συζητήθηκαν, βασικός στόχος ήταν η διάσωση του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας και η επιτυχία των στόχων του Μνημονίου. Όλες αυτές οι ενέργειες, κατά την άποψή μας, στοχεύουν να σώσουν το κλυδωνιζόμενο πολιτικό σύστημα και κυρίως να εδραιώσουν την αντιλαϊκή πολιτική που υπαγορεύει το Μνημόνιο.

T ο σύστημα νοσεί από τις δικές του υπερβολές και από την κυβερνητική ανικανότητα και λαιμαργία, που εδώ και 20 χρόνια έχει κυριαρχήσει στη δημόσια ζωή της Ελλάδος. Βασικό πρόβλημα για τη διάσωση της οικονομικής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης είναι η εξασφάλιση συναίνεσης απ’ όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Οι εμφανίσεις των κ. Στρος-Καν και Όλι Ρεν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή επί των Οικονομικών ακριβώς αυτόν τον σκοπό εξυπηρέτησαν. Η κυβέρνηση αισθάνεται αδύναμη μπροστά στην καταιγίδα των προβλημάτων που την περιμένει μέσα στο επόμενο τρίμηνο. Γι’ αυτό ο πρωθυπουργός επιδιώκει τη συναίνεση και της ΝΔ, καθώς η στήριξη από τον Καρατζαφέρη και την Μπακογιάννη είναι χωρίς σημασία και απήχηση στον λαό.

Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι ο κ. Παπανδρέου πρόκειται την προσεχή εβδομάδα να συναντηθεί με τους αρχηγούς των κομμάτων και να ζητήσει τη στήριξή τους στην ασκούμενη από την κυβέρνηση οικονομική πολιτική. Η θέση των δύο κομμάτων της Αριστεράς είναι δεδομένη, ουδεμία στήριξη στην κυβέρνηση, ενώ θετική είναι η στάση του ΛΑΟΣ. Επομένως, η προσπάθεια του κ. Παπανδρέου είναι να πείσει τη ΝΔ και να την καταστήσει συνυπεύθυνη της ασκούμενης πολιτικής.

Έτσι, από τον κ. Σαμαρά θα ζητήσει:

α) Στήριξη της κυβέρνησης στους όρους του Μνημονίου με τους οποίους συμφωνεί η αξιωματική αντιπολίτευση,

β) στήριξη των μεταρρυθμίσεων που έχει προγραμματίσει και ανακοινώσει η κυβέρνηση για την αναδιάρθρωση των ΔΕΚΟ και

γ) την αποθάρρυνση από τη ΝΔ των απεργιών και των συλλαλητηρίων των εργαζομένων.

Ο κ. Σαμαράς θα προσέλθει στη συζήτηση φυσικά με τους όρους τους δικούς του, που θα είναι μια προσπάθεια αλλαγής της σημερινής οικονομικής πολιτικής. Ειδικά θα ζητήσει την, παράλληλα με την επιμήκυνση αποπληρωμής του χρέους, πλήρη μεταβολή των όρων του Μνημονίου με τους οποίους διαφωνεί η ΝΔ. Επίσης θα ζητήσει τη σύνταξη νέου αναπτυξιακού νόμου, με κατάργηση της γραφειοκρατίας στην ίδρυση νέων επιχειρήσεων και ισχυρά κίνητρα για τον επαναπατρισμό των ελληνικών κεφαλαίων που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Ο κ. Σαμαράς έχει την αντίληψη ότι μόνον η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους δεν λύνει το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, που είναι η ανάπτυξη και μόνο.

Η ΝΔ υιοθετεί πλήρως ένα σύστημα αναπτυξιακό, με βασικό πυλώνα τον κοινωνικό φιλελευθερισμό. Οι πολίτες θα πρέπει να εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο και προς τους ιδιώτες με πλήρη ελευθερία στη διαχείριση του νόμιμου χρήματός τους, χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη των τεκμηρίων και της υψηλής φορολογίας. Εκεί που σιωπά η ΝΔ είναι στο θέμα του περιορισμού των μισθών και των συντάξεων και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είδαμε να διαφωνήσει ο κ. Σαμαράς με τη ληστρική επιδρομή της κυβέρνησης ενάντια στις εργασιακές σχέσεις, που μοιάζουν να επανέρχονται στην εποχή του μεσαίωνα.

Οι πρόσφατες περιφερειακές εκλογές έδειξαν ότι η ΝΔ παραμένει στο παιγνίδι της εξουσίας ως εναλλακτική λύση. Αυτό δημιουργεί την υποχρέωση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να παρουσιάσει στον λαό ένα πλήρες πρόγραμμα, τεκμηριωμένο και ρεαλιστικό, εξόδου από το Μνημόνιο και αντιμετώπισης της κρίσης, επανίδρυσης του κράτους και αποκατάστασης των αδικιών που δημιούργησε η εφαρμογή του Μνημονίου.

Ο κ. Παπανδρέου, ο οποίος δεν έχει για κανένα από τα παραπάνω θέματα ολοκληρωμένη άποψη, άγεται και φέρεται από τις εντολές των ξένων κέντρων αποφάσεων, και ειδικά της ΕΕ και των ΗΠΑ, μέσω του ΔΝΤ. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις και δεδομένου ότι το πρώτο τρίμηνο του 2011 θα είναι κρίσιμο, ο κ. Σαμαράς θα βρεθεί στην ανάγκη ή να συναινέσει ή να ζητήσει εκλογές.

Οπότε θα πρέπει να παρουσιάσει στον λαό τη δική του εναλλακτική λύση, μακριά από ξένες και ντόπιες επιρροές. Τότε μόνον θα πείσει τον ελληνικό λαό ότι μπορεί να τον εμπιστευτεί στην ενάσκηση της εξουσίας.

Καθόσον αφορά την ανάπτυξη, που αποτελεί σήμερα το ζητούμενο, τόσο η κυβέρνηση όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση οφείλουν να παρουσιάσουν ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο, που θα στηρίζεται στην τόνωση της ζήτησης, στην αύξηση των εξαγωγών και στον περιορισμό της ανεργίας.

Το κυρίαρχο πρόβλημα για τους κερδοσκόπους δανειστές μας, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, είναι η δημιουργία περισσευμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.

Για τον ελληνικό λαό όμως το κυρίαρχο πρόβλημα και βασικό μέλημα κυβέρνησης και αντιπολίτευσης είναι ο εκσυγχρονισμός της παραγωγικής μας μηχανής, η βελτίωση της αποδοτικότητάς της και του βαθμού ανταγωνιστικότητας των προϊόντων μας, μέσα από τα οποία θα προκύψει η τόνωση της οικονομικής μας ανάπτυξης. Στον τομέα αυτόν βλέπουμε τέλεια αδράνεια και από μέρους της κυβέρνησης και από τον μηχανισμό παραγωγής πολιτικής του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι άκρως αντιαναπτυξιακή. Με τα μέτρα αύξησης της φορολογίας και τις συναφείς επιβαρύνσεις που σοφίζεται, απομυζά κάθε περιθώριο από την οικονομία.

Και επιπλέον δεν λαβαίνει κανένα μέτρο που να τονώνει την αναπτυξιακή διαδικασία. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να εκμηδενίζει τη ρευστότητα της αγοράς. Να μειώνει την εκτέλεση δημοσίων έργων, περιορίζοντας τις πιστώσεις του ΠΔΕ. Και έτσι πέφτει κατακόρυφα η δημόσια και η ιδιωτική κατανάλωση.

Πρέπει να γίνει συνείδηση στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ότι χωρίς τόνωση της ενεργού ζήτησης (δηλαδή χωρίς κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών) δεν μπορεί να δημιουργηθεί αναπτυξιακό κλίμα. Και όλα όσα ισχυρίζονται ο πρωθυπουργός και οι οικονομικοί υπουργοί περί ανάπτυξης και ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας είναι παρηγοριά στον άρρωστο. Και δυστυχώς σ’ αυτό το κλίμα της «εικονικής ευδαιμονίας» έχει προσχωρήσει και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Προβόπουλος για να ευθυγραμμιστεί με τις κυβερνητικές φρούδες ελπίδες και με την προσπάθεια που καταβάλλουν οι ιθύνοντες της Ευρωζώνης και της ΕΕ να τονώσουν το ηθικό της κυβέρνησης και να της προσφέρουν στηρίγματα.

Όπως είπαμε και προηγουμένως, η επίσκεψη των κ. Στρος-Καν και Όλι Ρεν εντάσσεται στην προσπάθεια στήριξης της αδιέξοδης οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση. Η υποψία μας είναι ότι πίσω από τις επίσημες ανακοινώσεις και τα άλλα φαιδρά μηνύματα των δύο παραπάνω κορυφαίων παραγόντων της «τρόικας» και του κ. Μπαρόζο κρύβεται μια σειρά νέων αντιλαϊκών μέτρων και η προσπάθεια να συναινέσει ο κ. Σαμαράς στην πολιτική αυτή, ή τουλάχιστον να δείξει ανοχή απέναντι στην κυβέρνηση και σκληρότητα στον διαμαρτυρόμενο ελληνικό λαό. Και η ΕΕ και το ΔΝΤ φοβούνται την εξέγερση του ελληνικού λαού. Γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελέσει το λίπασμα για να ξεφυτρώσουν σε όλα τα κράτη εξεγέρσεις κατά της πολιτικής για τη γενίκευση της λιτότητας. Και για να επανέλθουμε στο θέμα της ανάπτυξης, θα πρέπει να τονίσουμε ότι με 1,5 εκατ. ανέργους που υπολογίζεται να έχουμε μέχρι το τέλος του 2011 και με μειωμένο τον βαθμό ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας δεν είναι δυνατόν να προσδοκάμε ανάπτυξη στο ορατό μέλλον. Και έχει απόλυτο δίκιο ο κ. Σκιόπα, ο ιταλός οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, ότι με δεδομένη τη σημερινή κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην ελληνική οικονομία μόνον η επόμενη γενιά μπορεί να ελπίζει σε ανάπτυξη. Γιατί οι προϋποθέσεις που πρέπει να δημιουργηθούν είναι χρονοβόρες και δεν επέρχονται αυτόματα. Για παράδειγμα, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας προϋποθέτει αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό της παραγωγικής μας μηχανής και δραστική μείωση του κόστους παραγωγής των προϊόντων και υπηρεσιών.

Ο βαθμός αντοχής των ελληνικών προϊόντων στη διεθνή αγορά των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης είναι πάρα πολύ μειωμένος. Στις αναπτυγμένες οικονομίες η ανταγωνιστικότητα προσδιορίζεται από την ποιότητα και την τιμή πώλησης. Τα ελληνικά προϊόντα, και κυρίως τα βιομηχανικά, στερούνται ποιότητας, καθώς το τεχνολογικό επίπεδο της παραγωγικής μας μηχανής γενικά χωλαίνει. Επομένως τα μέτρα διόρθωσης της ανταγωνιστικότητας δεν πρέπει να περιοριστούν αποκλειστικά στη βελτίωση του κόστους παραγωγής, αλλά να επεκταθούν και στην ποιοτική αναβάθμιση των προϊόντων. Γι’ αυτό η διαδικασία είναι χρονοβόρα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι όλη η προσπάθεια της οικονομικής ελίτ, τουλάχιστον της Ευρώπης, παραμένει στην επιχείρηση στήριξης των μέτρων που ευνοούν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κερδοσκόπων δανειστών μας, και περιφρονεί τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας και του ελληνικού λαού.