ΘΑΡΡΑΛΕΑ 26/10/2026

Ξεθώριασε το «ΟΧΙ»

Την Τετάρτη θα γιορτάσουμε την επέτειο των 86 ετών από τότε που σύσσωμος ο ελληνικός λαός, διά του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά, όρθωσε το ανάστημά του στον πολυάριθμο Ιταλικό Στρατό –ο οποίος απαίτησε από τη χώρα μας να ανοίξει τον δρόμο για να περάσει προς την Αφρική– και απάντησε αρνητικά και γενναία.

Ξύπνησαν μέσα του η Σαλαμίνα, οι Θερμοπύλες, το Μεσολόγγι, η Τριπολιτσά,

το Μανιάκι και του υπαγόρευσαν την προαιώνια δέσμευση της φυλής, την εντολή των προγόνων, το πρόσταγμα της Ιστορίας: «Ου καταισχύνω όπλα τα ιερά». «Ή ταν ή επί τας».

Ετούτη εδώ η γωνιά της γης, η βραχώδης, η άγρια, η θαλασσοδαρμένη, έχει τη μοναδική ιδιότητα να μεταλλάσσεται, να διαφοροποιείται, να μεταμορφώνεται, όταν αισθανθεί, όταν… οσφρανθεί ότι κινδυνεύει, ότι κάποιος την απειλεί. Πολύ, δε, περισσότερο όταν η απειλή συγκεκριμενοποιείται και γίνεται επιβουλή, δηλαδή ξεκάθαρη πρόθεση επίθεσης, πολέμου.

Τότε ο Έλληνας δεν διστάζει, δεν λογαριάζει, δεν φοβάται. Ξεκινάει να πολεμά, να χτυπάει, να κυνηγάει τον εχθρό, δίχως να υπολογίζει αν είναι πιο δυνατός, πιο πολυάριθμος, πιο εξελιγμένος. Δεν τον νοιάζει αν θα πεθάνει, δεν κρύβεται, δεν διστάζει. Γι’ αυτό κάνει πράγματα παράτολμα, απίστευτα, ηρωικά, που προκαλούν τον θαυμασμό και τον τρόμο ταυτόχρονα.

Όταν ο Μουσολίνι είπε «θα έρθω να σας καταπιώ, να σας σαρώσω με τα εκατομμύρια των στρατιωτών μου», ο Έλληνας απάντησε «Μολών λαβέ».

Έτσι ξεκίνησε το έπος, έτσι γράφτηκε ο θρίαμβος, έτσι έγινε το ελληνικό θαύμα.

Τότε, οι άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου τα παράτησαν όλα και έτρεξαν να στρατολογηθούν, να πάνε στην πρώτη γραμμή, να πολεμήσουν.

Με πρωτοφανή ενθουσιασμό, με κέφι, με ενέργεια, με πίστη για τη νίκη.

Με τέτοια ψυχολογία, με τέτοια ένταση, με τέτοιο πάθος, δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί αυτός ο πόλεμος. Και φυσικά δεν χάθηκε.

Αυτά, όμως, έγιναν 86 χρόνια πριν. Όταν ο κόσμος ήταν ρακένδυτος, πεινασμένος, φτωχός. Όμως, ήταν αξιοπρεπής, φιλότιμος, αλληλέγγυος και κυρίως ώριμος. Γιατί είχε ιδανικά, είχε «πιστεύω», είχε αξίες, είχε ηθικούς φραγμούς, σιχαινόταν την αδικία και το ψέμα, ήταν μπεσαλής και κιμπάρης. Ήταν γεμάτος αρετές, και αυτές οι αρετές τον έκαναν ήρωα, τον ανέβασαν στον κολοφώνα της δόξας.

Σήμερα, 86 χρόνια μετά, πόσα «ΟΧΙ» λέμε; Στη ζωή μας, στο περιβάλλον μας, στην καθημερινότητά μας, στην εξωτερική μας πολιτική, στους εταίρους μας;

Μήπως δεν λέμε «ΟΧΙ», μήπως ξεχάσαμε τις αξίες, την ιστορία μας, τα «πιστεύω» που μας κράτησαν ζωντανούς στους αιώνες και μαζί τους ξεχάσαμε πως υπάρχουν κόκκινες γραμμές, πως κάπου κάπου επιβάλλεται να λέμε «ΟΧΙ»;

Όταν ο Ιταλός ήρθε και διεκδίκησε τη γη μας, πήραμε το όπλο και τον κυνηγήσαμε. Τώρα, που ο Τούρκος διεκδικεί τη θάλασσά μας, τι κάνουμε; Μήπως το… παίζουμε υπεράνω για να μην το βάλουμε στα πόδια;

Δεν θα πούμε ότι φταίει αποκλειστικά η κυβέρνηση. Θα πούμε ότι φταίμε και εμείς. Γιατί το έπος του ’40 δεν το έγραψε ο Μεταξάς, ο κόσμος το έγραψε, ο στρατιώτης, ο ναύτης. Τώρα, λοιπόν, ποιος πιέζει την κυβέρνηση να κάνει επιθετική άμυνα απέναντι στον Τούρκο; Ποιος επιμένει να κάνει ένα βήμα μπροστά; Όποιος το πει θα θεωρηθεί πολεμοκάπηλος, μιλιταριστής, θα βγουν οι… ειρηνόφιλοι και θα τον πετροβολάνε. Γίνονται πορείες και διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο στο Ιράν ή στην Παλαιστίνη, αλλά δεν έγινε καμία διαδήλωση για το Σινά, για τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, για την τουρκική προκλητικότητα. Οι επικεφαλής των κομμάτων τα βάζουν με την κυβέρνηση και την κατηγορούν για μειοδοσία στα εθνικά θέματα, αλλά δεν κατέβασαν τον κόσμο τους να ζητήσει πιο επιθετική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, για να της κοπεί ο τσαμπουκάς και το ψευτονταηλίκι.

Γιατί, άραγε; Μήπως γιατί φοβούνται ότι δεν θα τους ακολουθήσει κανένας;

Εδώ είναι το ζητούμενο. Και εδώ είναι το κλειδί για όλα. Πόσο έτοιμος και πόσο διατεθειμένος είναι σήμερα ο κόσμος να πολεμήσει; Πόσοι έφεδροι είναι έτοιμοι να πάνε στην πρώτη γραμμή και πόσοι θα κάνουν τους… άρρωστους ή θα κρυφτούν; Και ακόμα χειρότερα, πόσοι θα αμφισβητήσουν την υποχρέωσή τους να πάρουν τα όπλα;

Από τη μία η καλοπέρασή μας, από την άλλη η μαλθακότητα των επιδοματούχων, από την τρίτη η αμφισβήτηση σε όλα, έχουν αλλάξει τη δομή της κοινωνίας μας και δεν είναι σίγουρο πλέον ότι μπορεί να μεταλλαχθεί σε κοινωνία ηρώων, όπως το ’40.

Και αυτός είναι, πιστεύουμε, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το έθνος. Χάνουμε την ταυτότητά μας. Δεν ξεθωριάζει το «ΟΧΙ», ξεθωριάζουν τα στοιχεία που αποτελούσαν την ιδιοσυγκρασία του λαού και τον έκαναν διαφορετικό, ακατάβλητο, γενναίο. Και αυτό θα πρέπει να είναι το στοίχημα και ο στόχος μας από δω και πέρα.

Να γίνει ο φετινός εορτασμός η αφετηρία για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, να ενωθούμε με τις ρίζες μας και να καταλάβουμε ότι είμαστε ίδιοι, ατόφιοι, γνήσιοι, όμοιοι με εκείνους που έγραψαν ιστορία στην αρχαιότητα, το 1821 και το 1940.

Με λίγα λόγια, να ξαναγίνουμε, επιτέλους, κανονικοί Έλληνες. Αντάξιοι των προγόνων μας και άξιοι να φέρουμε το όνομά τους.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης