
Η χώρα δείχνει να βουλιάζει σε ένα απέραντο και βρωμερό τέλμα διαφθοράς, απάτης και κλεψιάς. Όποια πέτρα και αν σηκώσεις, όποιο χαλί, όποια πλάκα, θα βρεις από κάτω ένα σκάνδαλο, μια απάτη, μια κλεψιά, μια ατιμία. Ο τόπος αυτός, ο οποίος παλιά ήταν συνώνυμο του φιλότιμου, της λεβεντιάς, του λόγου, της ντομπροσύνης, μοιάζει να έχει παραδοθεί σε μια… συμμορία ληστών που λεηλατούν τα πάντα: από τα ευρωπαϊκά προγράμματα μέχρι την εφορία και όσους από τους διπλανούς τους βρίσκουν… μπόσικους.
Μέχρι τώρα είχαμε τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ, της Novartis, των πυραμίδων, των κυκλωμάτων με τις εταιρείες-μαϊμού και τους δεκάδες… μπροστινούς που έκλεβαν τα Ταμεία, το «Qatargate», κ.λπ., όπου γινόταν ο… θάνατος της αλεπούς με τα ευρωπαϊκά κονδύλια, και γι’ αυτό, άλλωστε, έχει παρέμβει και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία…
Όμως, τώρα, μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη, το ξεκατίνιασμα της Βίσση με τον Καρβέλα, τη σύλληψη του Καμπούρη κ.λπ., καταλάβαμε ότι δεν είναι… προνόμιο των μεγάλων οι απάτες, οι φοροκλοπές, ο παράνομος πλουτισμός. Όλοι μπορούμε να κλέψουμε την εφορία, όλοι μπορούμε να μην πληρώνουμε τα Ταμεία, όλοι μπορούμε να δηλώνουμε ότι πληρώνουμε τον εργαζόμενό μας δύο χιλιάρικα τον μήνα, αλλά στο χέρι να του δίνουμε 600 ευρώ. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι αυτά που κάποτε μας φαίνονταν απραγματοποίητα, που δεν πέρναγε από το μυαλό μας ότι ήταν δυνατόν να γίνονται από τους διπλανούς μας, τώρα αποτελούν την καθημερινότητά μας.
Άνθρωποι προβεβλημένοι, είτε ως επιστήμονες είτε ως καλλιτέχνες, με κοινό, με αναγνώριση, με πειθώ, ξαφνικά γίνονται σαν τους άλλους ή και χειρότεροι απ’ τους άλλους, μόνο και μόνο γιατί είχαν μπροστά τους την καρδάρα με το μέλι και ήθελαν να τη… στραγγίσουν οι ίδιοι, να μη δώσουν τίποτα στο κράτος, στον διπλανό, στον φτωχό, στον δυστυχισμένο. Φαταούλες δίχως όρια.
Το χειρότερο, όμως, είναι πως οι δύο γιατροί που κατηγορούνται για τον θάνατο του Μαζωνάκη έθεταν τον κόσμο σε κίνδυνο για να του πάρουν τα λεφτά. Ακόμα και τον Μαζωνάκη τον έβαλαν στο μηχάνημα ενώ ήταν σε κακή κατάσταση, χωρίς να γνωρίζουν τι θα έπρεπε να κάνουν αν κάτι πήγαινε στραβά. Για να μη χάσουν τα λεφτά…
Με λίγα λόγια, εκείνο που βλέπει ο κόσμος είναι ότι στη χώρα μας το πιο εύκολο πράγμα σήμερα είναι να κάνεις μια απάτη και να πάρεις λεφτά από το κράτος ή από κάποιους αφελείς. Όσο πιο επώνυμος και αναγνωρίσιμος είσαι, τόσο πιο εύκολο είναι να βρεις θύματα. Χαμήλωσε τόσο πολύ ο πήχης, που όλοι πλέον θεωρούν ότι μπορούν να βγάλουν χρήματα σε βάρος κάποιων αφελών, τους οποίους θα πιάσουν… κορόιδα.
Αυτά που βλέπουμε τελευταία έχουν ξεφύγει από κάθε λογική. Τα εκατομμύρια δίνουν και παίρνουν. Ακούμε για δάνεια, για ποσοστά, για δικαιώματα, για 800 χιλιάρικα που δόθηκαν σε μία νύχτα, για επιπλέον 500 χιλιάρικα που δόθηκαν για μία άλλη νύχτα, για έρευνες της ΑΑΔΕ επειδή μια συναυλία με 95.000 θεατές δεν άφησε κανένα κέρδος κ.λπ. Μένουμε άφωνοι όταν ακούμε για εκείνη την ψευτογιατρίνα, η οποία έβγαινε πρώτη και μίλαγε σε… ιατρικά συνέδρια ενώ την πρόβαλλαν κατά κόρον οι τηλεοράσεις, να διαθέτει λογαριασμούς εκατομμυρίων σε ξένες τράπεζες ή όταν μαθαίνουμε για έναν σχεδόν άσημο παρουσιαστή με δύο – τρία εκατομμύρια στην άκρη επειδή… φέσωνε τα Ταμεία. Και μένουμε άφωνοι γιατί όλα αυτά γίνονται σε μια κοινωνία που πεινάει, σε έναν λαό που δυστυχεί, σε έναν κόσμο που τον δέρνει μαύρη φτώχεια.
Εδώ, λοιπόν, μπαίνει το ερώτημα:
Σε έναν τόπο που δοκιμάζεται από την ανέχεια, με έναν κόσμο που δεν έχει μαντίλι να κλάψει, πώς γίνεται να κυκλοφορεί τόσο μαύρο χρήμα; Πώς είναι δυνατόν κάποιοι –πολλοί, όπως αποδεικνύεται– να καταφέρνουν να μαζεύουν όλο το χρήμα κάτω από τη μύτη της εφορίας και καταληστεύοντας τα Ταμεία;
Κάτι δεν λειτουργεί σωστά σε αυτήν τη χώρα. Κάποιοι καλύπτουν κάποιους και όλοι μαζί πλουτίζουν στην πλάτη ενός λαού που υποφέρει.
Αν, όμως, γνώριζαν όλοι πως σε περίπτωση τους έπιαναν με τη γίδα στην πλάτη δεν θα… καθάριζαν με μερικά χρόνια φυλακή –ποινή την οποία θα μπορούσαν να εξαγοράσουν–, αλλά θα σάπιζαν σε ένα υπόγειο μέχρι το τέλος της ζωής τους και θα δημευόταν η περιουσία η δική τους και των συγγενών τους μέχρι δεύτερου βαθμού, δεν θα το αποφάσιζαν.
Ο Δράκων, στην Αρχαία Αθήνα, για να αντιμετωπίσει τη διαφθορά, είχε καθιερώσει την ποινή του θανάτου ακόμα και για την πιο απλή κλεψιά. Είτε μία δραχμή έκλεβε κάποιος είτε χίλιες, τον περίμενε ο θάνατος. Δεν μετρούσε το ποσό, μετρούσε η πράξη και η πρόθεση. Και η ποινή ήταν η ίδια για όλους. Γιατί όποιος έκλεβε θεωρείτο εχθρός του λαού και του πολιτεύματος.
Μήπως πρέπει και εδώ να αυστηροποιηθεί το πλαίσιο των ποινών που προβλέπονται για τέτοιου είδους περιπτώσεις; Μήπως πρέπει να ψάξουμε να βρούμε έναν… Δράκοντα για να καθαρίσει τη χώρα από τη διαφθορά και την απάτη, για να ανασάνει λίγο ο κόσμος και να ξαναγίνουμε σοβαρό και αξιοπρεπές κράτος; Μήπως πρέπει να απαιτήσουμε εμείς, ο κόσμος, να είναι φαρμάκι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις, για να δείξουμε την αποφασιστικότητα και τη θέλησή μας να… ξεβρωμίσει ο τόπος και να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια καθαρή και ξάστερη χώρα, δίχως διεφθαρμένους, πονηρούς και επικίνδυνους ανθρώπους; Μήπως ήρθε η ώρα;