
Ξένια Σαρατσιώτη στο “Π”: Τα όρια της ευρωπαϊκής ενότητας
–Το Ισραήλ επιτείνει τον διχασμό

Της
ΞΕΝΙΑΣ ΣΑΡΑΤΣΙΩΤΗ
Υπ. Διδάκτορος στην Πολιτική
και Κοινωνική Ανάλυση της Επικοινωνίας, ΕΚΠΑ
Η συζήτηση για τη συμφωνία με το Ισραήλ αποκαλύπτει τον διχασμό και τα όρια της κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Η πρωτοβουλία της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Σλοβενίας να ζητήσουν επίσημα τη συζήτηση για την αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ισραήλ, που εφαρμόζεται από το 2000 και αποτελεί βασικό πλαίσιο των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων των δύο πλευρών, σηματοδοτεί μια σημαντική εξέλιξη στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής πολιτικής. Οι τρεις χώρες επικαλούνται παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την κατάσταση στη Γάζα και τις ίδιες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια απλή πολιτική τοποθέτηση αλλά για αίτημα που βασίζεται στους ίδιους τους κανόνες και στις δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την ίδια στιγμή, η αντίδραση άλλων κρατών-μελών, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, αποτυπώνει έναν σαφή διχασμό. Οι χώρες αυτές απορρίπτουν το ενδεχόμενο αναστολής και προκρίνουν τη συνέχιση του διαλόγου, αντί της επιβολής κυρώσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται, έτσι, στρατηγικά κατακερματισμένη, αδυνατώντας να διαμορφώσει μια ενιαία γραμμή σε ένα κρίσιμο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώθηκε και σε θεσμικό επίπεδο. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψαν, την Τρίτη, την πρόταση για αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης της ΕΕ με το Ισραήλ, έπειτα από έντονη συζήτηση που ανέδειξε τις βαθιές διαφωνίες στους κόλπους της Ένωσης για τη στάση της στη Μέση Ανατολή. Στο Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ, όπου λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής, δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας, γεγονός που αναδεικνύει τα όρια της ευρωπαϊκής διαδικασίας λήψης αποφάσεων: Την ανάγκη συναίνεσης αλλά και το ενδεχόμενο θεσμικού μπλοκαρίσματος όταν τα συμφέροντα αποκλίνουν.
Η στάση της Ελλάδας κινείται επίσης σε μια γραμμή ισορροπίας, επί του παρόντος τουλάχιστον. Η Αθήνα, χωρίς να υιοθετεί τη λογική της αναστολής, δίνει έμφαση στην ανάγκη διατήρησης του διαλόγου και της σταθερότητας στην περιοχή, σε ευθυγράμμιση με τη γενικότερη ευρωπαϊκή προσέγγιση που αποφεύγει τις άμεσες κυρώσεις. Η επιλογή αυτή αποτυπώνει τη δυσκολία των κρατών-μελών να τοποθετηθούν σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες και οι αξιακές δεσμεύσεις δεν συμπίπτουν πάντα, οδηγώντας συχνά σε επιφυλακτική στάση.
Παράλληλα, η πίεση δεν προέρχεται μόνο από τα κράτη. Διεθνείς οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, ασκούν έντονη κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατηγορώντας την ότι αποφεύγει ουσιαστική δράση. Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται σε διακρατικές ισορροπίες αλλά επεκτείνεται και στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, ενισχύοντας την πίεση για συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων. Την ίδια στιγμή, η αύξηση αντισημιτικών περιστατικών σε ευρωπαϊκές χώρες προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ευαισθησίας στη δημόσια συζήτηση, περιπλέκοντας περαιτέρω τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής στάσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τη συμφωνία σύνδεσης με το Ισραήλ αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομήσει την εξωτερική της πολιτική γύρω από την προβολή αξιών, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των αρχών αποδεικνύεται συχνά επιλεκτική, ιδίως όταν συγκρούεται με γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο νομικό ή διπλωματικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να λειτουργήσει ως συνεκτικός διεθνής δρων ή παραμένει ένα άθροισμα εθνικών στρατηγικών; Η αδυναμία λήψης ενιαίας απόφασης δείχνει ότι, παρά τις φιλοδοξίες για κοινή εξωτερική πολιτική, τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να κινούνται με βάση διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές εκτιμήσεις των εξελίξεων.