
Ξένια Σαρατσιώτη στο “Π”: Από τα social media στη Βουλή: Το κυπριακό μήνυμα

Της
ΞΕΝΙΑΣ ΣΑΡΑΤΣΙΩΤΗ
Υποψήφιας Διδάκτορος στην Πολιτική
και Κοινωνική Ανάλυση της Επικοινωνίας, ΕΚΠΑ
Η είσοδος του κόμματος του Φειδία Παναγιώτου στη Βουλή της Κύπρου αναδεικνύει την αυξανόμενη επιρροή των ψηφιακών μέσων στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και των πολιτικών συσχετισμών.
Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών που πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο την Κυριακή 24 Μαΐου δεν αφορά μόνο τους νέους πολιτικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό της χώρας. Η είσοδος του κόμματος του Φειδία Παναγιώτου, Άμεση Δημοκρατία, στη Βουλή αναδεικνύει μια ευρύτερη πολιτική και επικοινωνιακή μεταβολή, η οποία ξεπερνά τα κυπριακά δεδομένα και συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο τα ψηφιακά μέσα επηρεάζουν πλέον την πολιτική εκπροσώπηση.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ο Δημοκρατικός Συναγερμός διατήρησε την πρώτη θέση, το ΑΚΕΛ ακολούθησε, ενώ το ΕΛΑΜ κατέγραψε σημαντική άνοδο. Παράλληλα, νέοι σχηματισμοί, όπως το ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία του Φειδία Παναγιώτου, κατάφεραν να περάσουν το εκλογικό όριο και να εισέλθουν στη Βουλή. Η Άμεση Δημοκρατία συγκέντρωσε περίπου 5,4%, ένα ποσοστό που δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως αριθμητικό αποτέλεσμα αλλά ως πολιτικό μήνυμα.
Η περίπτωση του Φειδία Παναγιώτου δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα μιας συγκυριακής αντισυστημικής ψήφου. Αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση του πολιτικού πεδίου προς τις ψηφιακές πλατφόρμες και την προσωποποιημένη επικοινωνία. Η πολιτική επιρροή δεν παράγεται πλέον μόνο μέσα από τα παραδοσιακά κόμματα, τους κομματικούς μηχανισμούς ή τα συμβατικά Μέσα Ενημέρωσης. Παράγεται όλο και περισσότερο μέσα από τη διαρκή ψηφιακή παρουσία, την αναγνωρισιμότητα και τη δυνατότητα δημιουργίας μιας άμεσης σχέσης με το κοινό.
Ένας influencer μετατρέπεται σε πολιτικό δρώντα και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως πεδίο πολιτικής συγκρότησης. Τα social media δεν λειτουργούν, πλέον, απλώς ως εργαλείο πολιτικής προβολής. Εκεί διαμορφώνονται αφηγήσεις, καλλιεργείται πολιτική ταύτιση και οικοδομούνται κοινότητες επιρροής. Η ψηφιακή ορατότητα αποκτά, έτσι, πολιτική αξία, ενώ η σχέση πολιτικού και ψηφοφόρου εμφανίζεται πιο άμεση, λιγότερο διαμεσολαβημένη και περισσότερο προσωποκεντρική.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με την κρίση εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα. Σε ένα περιβάλλον όπου σημαντικό μέρος των πολιτών εμφανίζεται αποστασιοποιημένο από τους θεσμούς και τις συμβατικές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης, ενώ πρόσωπα που προέρχονται εκτός του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος μπορούν να εκφράσουν τη διάθεση αμφισβήτησης και ανανέωσης με μεγαλύτερη ευκολία. Η ψηφιακή επικοινωνία ενισχύει αυτήν τη δυναμική, καθώς επιτρέπει την παράκαμψη των παραδοσιακών μηχανισμών πολιτικής νομιμοποίησης.
Παράλληλα, η ίδια η πολιτική επικοινωνία μετασχηματίζεται. Η εικόνα, η αμεσότητα και η συνεχής παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα αποκτούν συχνά μεγαλύτερη σημασία από τον παραδοσιακό πολιτικό λόγο ή την οργανωμένη κομματική δομή. Οι ψηφοφόροι δεν ακολουθούν απαραίτητα πολιτικές ιδεολογίες με τον τρόπο που συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά συχνά επιλέγουν πρόσωπα με τα οποία αισθάνονται μεγαλύτερη οικειότητα μέσα από τα social media.
Η περίπτωση της Κύπρου αναδεικνύει, έτσι, μια ευρύτερη ευρωπαϊκή και διεθνή τάση. Η πολιτική επιρροή μεταφέρεται σταδιακά από τα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας προς τις ψηφιακές πλατφόρμες και τις νέες μορφές επικοινωνίας. Ένα μέρος των ψηφοφόρων αναζητά πλέον πολιτική έκφραση πέρα από τα παραδοσιακά κόμματα, επιλέγοντας πρόσωπα και σχηματισμούς πιο κοντά στην αλγοριθμική ψηφιακή πραγματικότητα, μακριά από κομματικά γραφεία και τηλεοπτικά πάνελ, αλλάζοντας μια για πάντα τη δομή της πολιτικής εκπροσώπησης και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.