
Ξ. Σαρατσιώτη στο “Π”: Η Βουλή της ρευστής εκπροσώπησης

Της
ΞΕΝΙΑΣ ΣΑΡΑΤΣΙΩΤΗ
Υπ. Διδάκτορος στην Πολιτική
και Κοινωνική Ανάλυση της Επικοινωνίας, ΕΚΠΑ
Η νέα κοινοβουλευτική αριθμητική, μετά τη διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς, δημιουργεί μια πολιτικά παράδοξη εικόνα: Οι ανεξάρτητοι βουλευτές εμφανίζονται αριθμητικά ως δεύτερη δύναμη στη Βουλή, χωρίς όμως να συγκροτούν ενιαίο πολιτικό ή κοινοβουλευτικό φορέα. Οι ανεξάρτητοι φτάνουν πλέον τους 39, ενώ οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες μειώνονται από 8 σε 7.
Το γεγονός αυτό δεν συνιστά απλώς μια τεχνική μεταβολή στη σύνθεση του Κοινοβουλίου. Αναδεικνύει μια βαθύτερη μεταβολή στο κομματικό σύστημα: Τη μετάβαση από τις σταθερές κομματικές ταυτότητες σε πιο ρευστές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Υπάρχει μεν αριθμητική δύναμη, αλλά όχι πολιτική συνοχή. Υπάρχουν έδρες, αλλά όχι κοινό πρόγραμμα. Υπάρχει κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά όχι ενιαία θεσμική έκφραση.
Όσοι έχουν επιλέξει τον δρόμο της ανεξαρτητοποίησης έχουν ασφαλώς αυτό το δικαίωμα. Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελέγησαν. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές αναδείχθηκαν μέσα από συγκεκριμένα κομματικά ψηφοδέλτια, σε ένα σύστημα όπου η ψήφος των πολιτών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με συλλογικούς κομματικούς φορείς. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν έχουν το δικαίωμα να διαφοροποιηθούν, αλλά πώς εξηγούν πολιτικά αυτήν τη διαφοροποίηση απέναντι στους πολίτες που τους εξέλεξαν.
Η εικόνα αυτή συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται σήμερα η πολιτική αντιπαράθεση, με τη μετατόπιση από την ουσία στην επικοινωνία. Ο δημόσιος λόγος συχνά περιορίζεται σε συνθήματα, επικοινωνιακές τακτικές και προσωποκεντρικές αντιπαραθέσεις, αφήνοντας σε δεύτερο επίπεδο την ουσιαστική σύγκριση προγραμμάτων, θέσεων και προτάσεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εκλογική συμπεριφορά μπορεί ευκολότερα να επηρεαστεί από το συναίσθημα, την πρόσκαιρη δυσαρέσκεια ή την ψήφο αντίδρασης, παρά από μια πιο ψύχραιμη αξιολόγηση του πολιτικού σχεδίου κάθε κόμματος.
Ο υπερβολικός κατακερματισμός του πολιτικού τοπίου –η σταδιακή «σαλαμοποίηση» τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς– δημιουργεί νέα δεδομένα για τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος. Η πολιτική εκπροσώπηση γίνεται πιο πολυκερματισμένη, οι σταθερές πλειοψηφίες δυσκολότερες και το ερώτημα της επόμενης κυβερνητικής κατεύθυνσης πιο σύνθετο. Ταυτόχρονα, ενισχύεται η πολιτική αβεβαιότητα, αυξάνεται η μετακίνηση ψηφοφόρων μεταξύ διαφορετικών κομμάτων και καθίσταται δυσκολότερη η διαμόρφωση σταθερών κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, η επόμενη κυβέρνηση θα μπορέσει να έχει καθαρό πολιτικό προσανατολισμό ή θα προκύψει μέσα από αναγκαστικές, ετερόκλητες συνθέσεις;
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με ένα ευρύτερο φαινόμενο: Την άνοδο σχηματισμών που εμφανίζονται αιφνιδιαστικά και συχνά στηρίζονται περισσότερο στη συγκυρία, στο πρόσωπο ή στη διαμαρτυρία, παρά σε συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Τα κόμματα-φούσκες ή τα πολιτικά πυροτεχνήματα δεν είναι απλώς εκλογικά επεισόδια. Είναι συμπτώματα μιας κοινωνίας που αναζητά διέξοδο, χωρίς όμως να βρίσκει πάντα σταθερή πολιτική εκπροσώπηση.
Σε μια προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπου η κυβερνητική σταθερότητα, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και η πολιτική αντιπαράθεση οργανώνονται γύρω από κόμματα και κοινοβουλευτικές ομάδες, η αύξηση των ανεξάρτητων βουλευτών δεν είναι μόνο θέμα αριθμών. Είναι ζήτημα θεσμικής λειτουργίας και πολιτικής ευθύνης. Όσο περισσότερο η κοινοβουλευτική παρουσία αποσυνδέεται από συλλογικές πολιτικές ταυτότητες τόσο πιο έντονο γίνεται το ερώτημα της αντιπροσώπευσης.
Οι ανεξάρτητοι ως δεύτερη αριθμητική δύναμη δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην ένδειξη πολιτικής ανανέωσης. Αποτελούν κυρίως ένδειξη κομματικής απορρύθμισης. Όταν η αριθμητική ισχύς δεν συνοδεύεται από πολιτική συνοχή, η εκπροσώπηση γίνεται πιο ρευστή, αλλά όχι απαραίτητα πιο ουσιαστική. Και τότε το ερώτημα γίνεται βαθύτερο: Ποιος εκπροσωπεί τι και με ποια θεσμική ευθύνη;