Β. Ζωγράφος στο “Π”: Η φάρσα που αποκάλυψε τη θεσμική ευαλωτότητα του ψηφιακού κράτους

Β. Ζωγράφος στο “Π”: Η φάρσα που αποκάλυψε τη θεσμική ευαλωτότητα του ψηφιακού κράτους


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Η πρόσφατη αποκάλυψη της τηλεδιάσκεψης μεταξύ του έλληνα συμβούλου εθνικής ασφάλειας και των γνωστών ρώσων φαρσέρ προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, συνοδευόμενη από ειρωνικά σχόλια και επικοινωνιακές προσεγγίσεις. Η ερμηνεία του περιστατικού ως απλής φάρσας υποβαθμίζει τη θεσμική, επιχειρησιακή και πληροφοριακή του βαρύτητα. Το πρόβλημα αφορά την ύπαρξη κρατικού μηχανισμού που η επικοινωνία υψηλής διαβάθμισης κατέστη εφικτή χωρίς προηγούμενη ενεργοποίηση μηχανισμών πιστοποίησης ταυτότητας, επιχειρησιακής επαλήθευσης και θεσμικού ελέγχου.

Η εθνική ασφάλεια ουδέποτε θεμελιώθηκε πάνω στην υπόθεση του αλάθητου των ανθρώπων. Ολόκληρη η θεωρία της διαχείρισης κινδύνου οικοδομήθηκε στην αντίθετη παραδοχή. Το ανθρώπινο σφάλμα θεωρείται αναπόφευκτο. Το καθήκον του ψηφιακού κράτους συνίσταται στη δημιουργία διαδικασιών ικανών να αποτρέπουν τη μετατροπή ενός μεμονωμένου λάθους σε συστημική αποτυχία. Η εξάρτηση κρίσιμων κρατικών λειτουργιών από την προσωπική εμπειρία, τη διαίσθηση ή την υποκειμενική κρίση δημόσιων λειτουργών συνιστά ένδειξη θεσμικής ανωριμότητας και όχι οργανωτικής αποτελεσματικότητας. Η προστασία της πολιτειακής λειτουργίας προϋποθέτει πλέον τη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος ψηφιακής εμπιστοσύνης, ικανού να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες αδυναμίες.

Κάθε αίτημα επικοινωνίας προερχόμενο από αλλοδαπό κρατικό αξιωματούχο, διεθνή οργανισμό ή διπλωματική αποστολή οφείλει να εντάσσεται σε προκαθορισμένη διαδικασία πολυπαραγοντικής επαλήθευσης της ταυτότητας του συνομιλητή. Η αναγνώριση της ιδιότητας ενός προσώπου δεν βασίζεται σε εμφανιζόμενα στοιχεία, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αριθμούς τηλεφώνου ή οπτικοακουστική αναγνώριση. Η επιβεβαίωση απαιτεί ανεξάρτητους θεσμικούς διαύλους, προγενέστερα πιστοποιημένους από τις αρμόδιες κρατικές αρχές.

Κάθε επικοινωνία υψηλής διαβάθμισης απαιτεί υποχρεωτική επιβεβαίωση μέσω δεύτερου, ανεξάρτητου και ήδη πιστοποιημένου καναλιού επικοινωνίας. Η διαδικασία αποκλείει το ενδεχόμενο ολόκληρη η αλυσίδα επικοινωνίας να τελεί υπό τον έλεγχο του επιτιθέμενου και περιορίζει δραστικά τον κίνδυνο επιτυχούς πλαστοπροσωπίας. Η κρατική διοίκηση οφείλει να διατηρεί κεντρικό μητρώο εμπιστευόμενων διεθνών επαφών, που θα καταγράφονται κυβερνητικοί αξιωματούχοι, διπλωματικές αποστολές, διεθνείς οργανισμοί και στρατηγικοί εταίροι. Η απουσία καταχώρισης ενεργοποιεί αυτομάτως πρόσθετα επίπεδα επαλήθευσης πριν από οποιαδήποτε επικοινωνία.

Επικοινωνίες εθνικής σημασίας δεν πραγματοποιούνται μέσω κοινών εμπορικών εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων ή τηλεδιάσκεψης. Η κρατική επικοινωνία απαιτεί αποκλειστικά πιστοποιημένες κυβερνητικές υποδομές, ενσωματώνοντας ισχυρή αυθεντικοποίηση, προηγμένη κρυπτογράφηση, πλήρη καταγραφή συμβάντων και συνεχή επιχειρησιακή επιτήρηση. Πριν από κάθε συνομιλία απαιτείται σαφής καθορισμός του επιτρεπόμενου αντικειμένου συζήτησης και του επιπέδου διαβάθμισης των πληροφοριών. Η οργανωτική πειθαρχία περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα τεχνικών σταδιακής αποκόμισης πληροφοριών που αποτελούν βασικό εργαλείο των επιχειρήσεων κοινωνικής μηχανικής.

Καμία επικοινωνία στρατηγικής σημασίας δεν πραγματοποιείται παρουσία ενός μόνο κρατικού λειτουργού. Η συμμετοχή δεύτερου πιστοποιημένου στελέχους ενισχύει τη θεσμική λογοδοσία, περιορίζει την πιθανότητα επιτυχούς χειραγώγησης και διασφαλίζει αντικειμενική αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Οι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί αποτελούν προνομιακούς στόχους εξειδικευμένων επιχειρήσεων κοινωνικής μηχανικής. Η περιοδική εκπαίδευση στις σύγχρονες τεχνικές ψυχολογικής επιρροής, στις γνωστικές προκαταλήψεις, στις τεχνικές εξαπάτησης και στις επιχειρήσεις πληροφοριακής επιρροής οφείλει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής στρατηγικής κυβερνοανθεκτικότητας.

Η παραγωγή πειστικών συνθετικών φωνών, εικόνων και βίντεο επιβάλλει την ανάπτυξη εξειδικευμένων πρωτοκόλλων ανίχνευσης και επαλήθευσης περιστατικών πλαστοπροσωπίας μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Η τεχνολογική πρόοδος δεν πρέπει να εξελιχθεί σε παράγοντα θεσμικής ευαλωτότητας. Κάθε επικοινωνία υψηλής ευαισθησίας απαιτεί προηγούμενη τεχνική αξιολόγηση των χρησιμοποιούμενων ψηφιακών υποδομών. Ο έλεγχος των ονομάτων τομέων, των ηλεκτρονικών πιστοποιητικών, της φήμης των διακομιστών, των μεταδεδομένων και των τεχνικών χαρακτηριστικών του καναλιού επικοινωνίας αποτελεί πλέον αναγκαία επιχειρησιακή πρακτική.

Οι επικοινωνίες στρατηγικής σημασίας απαιτούν ασφαλή καταγραφή, αδιάλειπτη διατήρηση και αυστηρή διαχείριση των ψηφιακών πειστηρίων. Η ύπαρξη πρωτογενούς αρχείου προστατεύει τόσο το κράτος όσο και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα από αποσπασματικές ή παραποιημένες παρουσιάσεις του περιεχομένου. Η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ασφαλείας δεν αποδεικνύεται θεωρητικά αλλά επιχειρησιακά. Τακτικές ασκήσεις προσομοίωσης επιθέσεων πλαστοπροσωπίας και κοινωνικής μηχανικής επιτρέπουν τον εντοπισμό οργανωτικών αδυναμιών πριν αυτές αξιοποιηθούν από πραγματικούς επιτιθέμενους.

Η συνεχής επιτήρηση περιστατικών ψηφιακής πλαστοπροσωπίας, κακόβουλης μίμησης θεσμικών προσώπων, επιχειρήσεων παραπληροφόρησης και πληροφοριακής επιρροής απαιτεί εξειδικευμένο επιχειρησιακό κέντρο με δυνατότητα συλλογής, ανάλυσης και διαμοίρασης πληροφοριών απειλών σε πραγματικό χρόνο. Κάθε επιτυχής επιχείρηση εξαπάτησης πρέπει να ενεργοποιεί αυτομάτως προκαθορισμένο σχέδιο διαχείρισης κρίσεων, περιλαμβάνοντας ψηφιακή πραγματογνωμοσύνη, διατήρηση πειστηρίων, τεχνική διερεύνηση, ενιαία κρατική επικοινωνία και συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

Η κρατική επικοινωνία υψηλής διαβάθμισης οφείλει να αντιμετωπίζεται ως δυνητικός στόχος επιχειρήσεων πληροφοριακής διείσδυσης. Η προστασία της εθνικής ασφάλειας στην ψηφιακή εποχή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αρτιότητα των πληροφοριακών συστημάτων αλλά από την ακεραιότητα της θεσμικής επικοινωνίας. Οι σύγχρονες επιχειρήσεις πληροφοριακής επιρροής επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν όχι τεχνικές ευπάθειες λογισμικού αλλά θεσμικές, οργανωτικές και ανθρώπινες αδυναμίες. Η ανάπτυξη πολυεπίπεδου συστήματος ψηφιακής εμπιστοσύνης, συνδυάζοντας τεχνολογικά, οργανωτικά, επιχειρησιακά και νομικά μέτρα, αποτελεί αδήριτη ανάγκη για τη διασφάλιση της κρατικής κυριαρχίας, της θεσμικής αξιοπιστίας και της εθνικής κυβερνοανθεκτικότητας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ