Η… πλάνη του 41% ως αφετηρία πολιτικής αυτοκτονίας

Η… πλάνη του 41% ως αφετηρία πολιτικής αυτοκτονίας

Η αφετηρία αποτελεσματικής αντιμετώπισης ενός προβλήματος, η αφετηρία ουσιαστικής και μόνιμης επίλυσης του προβλήματος αυτού βρίσκεται στη… γενναιότητα και στην ειλικρίνεια κάποιου να αντιλαμβάνεται και να αναγνωρίζει την ύπαρξη του προβλήματος.

Κάθε άλλη προσέγγιση είναι βαθιά… προβληματική και αναπόφευκτα επιτείνει το πρόβλημα, το επιδεινώνει, το καθιστά περισσότερο σύνθετο και, επομένως, περισσότερο δισεπίλυτο.

Η επταετής διακυβέρνηση Μητσοτάκη στηρίχτηκε στην ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας, στις εκλογές του 2019, να αφήσει πίσω της την περίοδο της εθνικής καταστροφής των Μνημονίων. Να τιμωρήσει τον Αλέξη Τσίπρα και τη δική του διακυβέρνηση της περιόδου 2015 – 2019, καθώς είχε προχωρημένο μερίδιο ευθύνης για ένα από τα Μνημόνια εκείνα, και κυρίως για την άγρια φορολόγηση της μεσαίας τάξης, που οδήγησε στην περαιτέρω φτωχοποίησή της και κατά συνέπεια στο ξεχαρβάλωμα της ραχοκοκαλιάς της ελληνικής οικονομίας.

Στις εκλογές του 2023, απέναντι σε έναν Αλέξη Τσίπρα που δεν αποτελούσε πλέον φόβητρο, πόσω μάλλον απειλή για τη μεσαία τάξη και τους μετριοπαθείς πολίτες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμετρήθηκε με τον εαυτό του. Αναμετρήθηκε με τα πεπραγμένα της πρώτης τετραετίας του, που μάλιστα είχε το… πλεονέκτημα του μηδενίσματος του κοντέρ για περίπου δύο χρόνια, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Ο σημερινός πρωθυπουργός αναμετρήθηκε με τον εαυτό του σε εκείνες τις κάλπες, αλλά… ηττήθηκε. Έχασε περίπου 200.000 από τους ψηφοφόρους που τον είχαν εμπιστευθεί και τον είχαν προτιμήσει στις εκλογές του 2019, στις εκλογές της… απαλλαγής από τον Αλέξη Τσίπρα.

Επειδή, ωστόσο, σε εκείνες τις κάλπες δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη μια διακριτική, αξιόπιστη και ελκυστική εναλλακτική λύση και πρόταση εξουσίας και διακυβέρνησης, η πλειοψηφία των πολιτών που είχαν ήδη απογοητευθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη επέλεξε την αποχή. Η αποστασιοποίηση από τις κάλπες οδήγησε, όπως παραδοσιακά και αναπόφευκτα συμβαίνει στις δυτικές δημοκρατίες, στην ενίσχυση του πρώτου κοινοβουλευτικού κόμματος. Και κάπως έτσι το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη αυξήθηκε από το περίπου 39% των βουλευτικών εκλογών του 2019 στο περίπου 41% των βουλευτικών εκλογών του 2023.

Από εκείνο το βράδυ, το 41% λειτουργεί ως η απόλυτη πολιτική αυταπάτη για την τρέχουσα πολιτική κυριαρχία. Ως μια διαρκής και ανατροφοδοτούμενη πλάνη, που υπηρετεί την ανάγκη… υπερασπιστικής γραμμής για τα πεπραγμένα της δεύτερης τετραετίας Μητσοτάκη, τα οποία αναπόφευκτα λειτουργούν σωρευτικά με τα πεπραγμένα της πρώτης τετραετίας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, λειτουργεί και ως… απειλή επανάληψης της κάλπης του 2023, όταν η απογοήτευση των πολιτών τους οδήγησε στην αποχή και όχι στη συμμετοχή στις εκλογές, με την επιλογή μιας ψήφου τιμωρητικής λογοδοσίας για τα αποτελέσματα των πολιτικών του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και στις δύο περιπτώσεις το 41% λειτουργεί στην ουσία υπονομευτικά για τον σημερινό ένοικο του Μεγάρου Μαξίμου, όσον αφορά τα περιθώρια ή τις αντικειμενικές δυνατότητες που έχει ή διατηρεί ακόμη, ώστε να προβεί σε διορθωτικές πρωτοβουλίες, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος του κοινωνικού προβλήματος. Το μέγεθος της κρίσης που έχει προκληθεί στις σχέσεις της δικής του αυτοδύναμης κυριαρχίας με την πλατιά πλειοψηφία της κοινωνίας αλλά και, πολύ πιο συγκεκριμένα, με κοινωνικές ομάδες που στο παρελθόν, το 2019 και το 2023, τη στήριξαν.

Δεν είναι τυχαίο ότι «ακροκεντρώοι» και… μεταφερόμενοι, περαστικοί που στεγάζονται και… σιτίζονται από την εκδοχή της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη την τελευταία δεκαετία –και πολύ περισσότερο κατά την επταετία της αυτοδύναμης διακυβέρνησής του– επικαλούνται διαρκώς το 41% και αναφέρονται στο παράδειγμα των εκλογών του 2023 ως… φόβητρο για τις εκλογές του 2027.

Η αυταπάτη αυτή, η πλάνη αυτή προσλαμβάνει, αναπόφευκτα, χαρακτηριστικά πολιτικής αυτοκτονίας, καθώς αποπροσανατολίζει και θολώνει την κρίση και την ψύχραιμη και αντικειμενική καταγραφή και ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας που διαμορφώνεται σήμερα στη χώρα, με φόντο και ορίζοντα τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.

Και δεν είναι τυχαίο, φυσικά, ότι κανένας… κανονικός πολιτικός της Νέας Δημοκρατίας, καμία από τις προσωπικότητες και τα στελέχη που προέρχονται από την πολιτική και ιδεολογική οικογένεια της Κεντροδεξιάς και έχουν δώσει πολυετείς πολιτικές και εκλογικές μάχες, γνωρίζοντας και κατανοώντας την ψυχολογία της συγκεκριμένης κοινωνικής βάσης, δεν χρησιμοποιούν τη ρητορική και την επιχειρηματολογία περί 41%. Και αυτό διότι καταλαβαίνουν ότι θα… επιβαρύνουν τη θέση τους.

Φωτό: Ψηφιακή απεικόνιση / paron.gr

ΤΟ ΠΑΡΟΝ