
Τουρκική παγίδα στήνεται στο Κυπριακό από την κολομβιανή μεσολαβήτρια Ολγκίν
–Η προβληματική στάση της Αθήνας
Σε μια πρωτοφανή προσπάθεια εξωραϊσμού της Τουρκίας και απαλλαγής της από τις ευθύνες για την έλλειψη προόδου στο Κυπριακό, καθώς επιμένει στη λύση των δύο κρατών, έχει επιδοθεί η απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ Μαρία-Άνχελα Ολγκίν, η οποία ουσιαστικά παγώνει τη διαδικασία μέχρι τον Ιούλιο, επικαλούμενη τις δυσκολίες της ελληνοκυπριακής πλευράς και την ανάγκη προσαρμογής του νέου κατοχικού ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν.
Η κ. Ολγκίν, σε άρθρο το οποίο δημοσίευσε, αποφάνθηκε ότι η προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών για το Κυπριακό πρέπει να παγώσει μέχρι τον Ιούνιο, καθώς –όπως είπε– υπάρχει η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ, που απορροφά όλη την ενέργεια της κυπριακής κυβέρνησης, αλλά και οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου, ενώ συγχρόνως υποστήριξε ότι έτσι θα δοθεί περισσότερος χρόνος στη νέα ηγεσία των Τουρκοκυπρίων.
Με τον τρόπο αυτό, βεβαίως, η κ. Ολγκίν επιδιώκει να μην αποκαλυφθεί η αιτία της έλλειψης προόδου στην προσπάθεια επανάληψης ουσιαστικών συνομιλιών για το Κυπριακό, που περιορίζονται πλέον σε πενταμερείς συναντήσεις, οι οποίες έχουν καταλήξει σε μια άγονη και άνευ περιεχομένου συζήτηση για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Η συζήτηση αυτή ουσιαστικά δίνει χείρα βοηθείας στην Τουρκία, ώστε από τη μία να λαμβάνει τα εύσημα ακόμη και από την ΕΕ για τη συμβολή της στις διαδικασίες για το Κυπριακό και από την άλλη να αποφεύγεται συστηματικά να τεθεί προ του κρίσιμου ερωτήματος για το αν η ίδια η Άγκυρα και ο υποτελής τουρκοκύπριος ηγέτης αποδέχονται το πλαίσιο που έχει τεθεί από τον ΟΗΕ για την επίλυση του Κυπριακού.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣΗ μεθόδευση αυτή της κ. Ολγκίν έχει προκαλέσει οργή στη Λευκωσία, καθώς, λίγο – πολύ, επιχειρεί να παρουσιάσει την κυπριακή κυβέρνηση σχεδόν υπεύθυνη για την έλλειψη προόδου, αθωώνοντας την Τουρκία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κ. Ολγκίν επικαλείται όλα αυτά, ενώ ο ίδιος ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης έχει σπεύσει να δηλώσει ότι είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή για την επανέναρξη συνομιλιών από εκεί που έχουν διακοπεί στο Κραν Μοντανά, ασχέτως των άλλων υποχρεώσεών του, καθώς οι συνομιλίες για το Κυπριακό αποτελούν την ύψιστη προτεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στο άρθρο που δημοσίευσε η κ. Ολγκίν εμφανίζει το Κυπριακό ως μια απλή δικοινοτική διαφορά που εξαρτάται από τη βούληση των ηγετών των δύο κοινοτήτων, επιδιώκοντας έτσι να απαλλάξει την Τουρκία από τις ευθύνες της, η οποία και αποτελεί το μεγάλο και μοναδικό εμπόδιο για την επίλυση του Κυπριακού, αφού παραμένει κατοχική δύναμη και επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή και τον έλεγχό της στο νησί, προβάλλοντας άλλοτε τη διχοτομική της πρόταση και άλλοτε ακραίες συνομοσπονδιακές προτάσεις. Η κ. Ολγκίν, όλο αυτό το διάστημα, λησμονεί ότι το Κυπριακό είναι πρωτίστως θέμα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής εδάφους μιας ανεξάρτητης χώρας και κατόπιν έπονται τα θέματα της εσωτερικής πτυχής.
Κυρίως, όμως, επιχειρεί να παρακάμψει τη συστηματική αμφισβήτηση, εκ μέρους της Τουρκίας και των υποτελών Τουρκοκυπρίων, του στόχου που έχει θέσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για επιδίωξη λύσης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αποφεύγει συστηματικά από την πρώτη στιγμή να αναφερθεί σε αυτήν τη λύση, παρά το γεγονός ότι αποτελεί σημαντικό τμήμα της εντολής που έχει λάβει από τον ΟΗΕ για την αποστολή της.
Ο κ. Ερχιουρμάν, ο οποίος πριν από την εκλογή του προέβαλε ένα μετριοπαθές προφίλ, που μάλιστα απέρριπτε τη λύση των δύο κρατών, έχει προσαρμοστεί πλήρως στις απαιτήσεις της Άγκυρας, καθώς αποφεύγει να αναφέρει ποια λύση επιθυμεί και επιμένει στη θέση για κυριαρχική ισότητα και ισότιμο διεθνές στάτους, που φωτογραφίζουν τη λύση των δύο κρατών ή πάντως μια ακραία συνομοσπονδιακή λύση, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα στην Τουρκία να επεκτείνει τον έλεγχό της και στο ελεύθερο τμήμα του νησιού. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, μάλιστα, ο κ. Ερχιουρμάν ομιλεί ως «νομάρχης» της Τουρκίας, δηλώνοντας ότι η Κύπρος δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει χωρίς την έγκριση των Τουρκοκυπρίων για κανένα σχέδιο και επίσης προβάλλει βέτο στη διασύνδεση της Κύπρου με την Ελλάδα, προκρίνοντας ότι αυτή πρέπει να γίνει με την Τουρκία.
Όμως, η κ. Ολγκίν επιχειρεί να διαστρεβλώσει και την εικόνα σε ό,τι αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία. Υποστηρίζει ότι πρέπει να ανασταλεί η προσπάθεια λόγω των βουλευτικών εκλογών στην Κύπρο τον Μάιο. Ωστόσο, το σύστημα στην Κύπρο είναι προεδρικό και οι βουλευτικές εκλογές ελάχιστα επηρεάζουν τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος συμμετέχει με τις δύο ιδιότητές του, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ως διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Και αυτή η αποστολή δεν επηρεάζεται από τις βουλευτικές εκλογές.
Επίσης, σε ό,τι αφορά την Κυπριακή Προεδρία στην ΕΕ, η κ. Ολγκίν θα έπρεπε να τη δει ως ευκαιρία για να ενισχυθεί η διαδικασία των συνομιλιών, με τα κίνητρα που προσφέρει στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, παρά να την αντιμετωπίζει ως εμπόδιο.
Η κολομβιανή διπλωμάτης έχει επιδείξει, όμως, και ιδιαίτερη ανοχή σε ιδέες τις οποίες, υπό μορφή προϋποθέσεων, επιχειρεί να επιβάλει στη διαδικασία, κατά παράβαση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο τουρκοκύπριος ηγέτης. Ο κ. Ερχιουρμάν έχει ζητήσει όχι μόνο να μην υπάρχει αναφορά σε διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, αλλά να δοθεί έμφαση στην κυριαρχική ισότητα, και μάλιστα να υπάρξει πρόβλεψη για το στάτους του ψευδοκράτους την επόμενη ημέρα, σε περίπτωση που αποτύχουν οι συνομιλίες, όταν και όποτε αυτές διεξαχθούν.
Πρακτικά, ο κ. Ερχιουρμάν ζητά να προβλεφθεί εκ των προτέρων ότι θα υπάρξει ικανοποίηση της απαίτησης για αναβάθμιση του διεθνούς στάτους του ψευδοκράτους και αναγνώριση της κυριαρχικής ισότητας, εάν αποτύχουν οι συνομιλίες, κάτι που, ουσιαστικά, εάν γινόταν αποδεκτό, θα ισοδυναμούσε με το να δοθεί από την αρχή το ισχυρότερο κίνητρο στην Τουρκία να τορπιλίσει τη διαδικασία, προκειμένου να αποκομίσει τα εκ των προτέρων εξασφαλισμένα κέρδη της.
Δυστυχώς, στο παιχνίδι αυτό της κ. Ολγκίν δεν έχει υπάρξει η αναγκαία αντίδραση από την Αθήνα. Οι δηλώσεις του Γιώργου Γεραπετρίτη, ο οποίος χαιρετίζει κάθε τόσο ως επίτευγμα της ελληνικής διπλωματίας την «επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό», αγνοούν κάτι βασικό: Το ότι αυτές οι συνομιλίες, στη διάρκεια των Πενταμερών, περιορίζονται μόνο στα ΜΟΕ και αλλοιώνουν την εικόνα για το Κυπριακό, που δεν είναι πρόβλημα εμπιστοσύνης αλλά θέμα επιστροφής στη διεθνή νομιμότητα και τερματισμού της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής.
Η Αθήνα οφείλει άμεσα να διαμηνύσει σε όλες τις πλευρές, και προς τον ΟΗΕ, ότι αυτό που προέχει είναι η ουσιαστική επανέναρξη των συνομιλιών, ώστε εκεί να διαπιστωθεί ποιος θέλει ή δεν θέλει τη λύση και να αναλάβει και τις ευθύνες για το αδιέξοδο.
Η πολιτική εξωραϊσμού της τουρκικής πολιτικής, όχι μόνο στα ελληνοτουρκικά αλλά και στο Κυπριακό, δεν οδηγεί πουθενά. Απλώς φέρνει σε όλο και πιο δύσκολη θέση την ελληνική πλευρά, η οποία, μετά και την επίσκεψη στην Άγκυρα, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να πείσει εταίρους και συμμάχους ότι αντιμετωπίζει ακόμη ζωτική απειλή από τα ανατολικά και ότι η Τουρκία, που επιδιώκει να συμμετάσχει στην ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, είναι μια κατοχική δύναμη που κατέχει παράνομα έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ.