Η Μέση Ανατολή υπό τη σκιά ενός περιφερειακού πολέμου

Η Μέση Ανατολή υπό τη σκιά ενός περιφερειακού πολέμου


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Είναι πολύ πιθανό η κλεψύδρα του χρόνου να έχει ήδη εξαντληθεί, μετά τις Αμερικανικο-Ιρανικές διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου, και να έχει ήδη ξεσπάσει το επαπειλούμενο πανδαιμόνιο στο Ιράν.

Ζητούμε την κατανόηση των αναγνωστών που ο έντυπος τύπος δεν μπορεί να παρακολουθήσει σε ζωντανό χρόνο τις εξελίξεις.

Διαβάστε επίσης:  Κάγια Κάλας: «Επικίνδυνη η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή» – Η στάση της ΕΕ μετά το έκτακτο Συμβούλιο

Τα δεδομένα, όμως, του προβλήματος είναι γνωστά και μπορούν να γίνουν γι’ αυτό εκτιμήσεις και σκέψεις, έστω και αν τα όσα γίνονται πράξη έχουν άλλη αξία και αμεσότητα. Το πρώτο που έχει να εξετάσει κανείς είναι η ελπίδα, που πολλές φορές ανατρέπει το αναμενόμενο. Η ελπίδα όμως συγκρούεται, δυστυχώς, πολύ συχνά με την Ανάγκη, που οι Αρχαίοι την είχαν για μεγάλη θεά, πάνω ακόμη και από τους θεούς του Ολύμπου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επικράτηση της Ανάγκης φαίνεται αναπότρεπτη. Η διαπραγματευτική τράπεζα φορτώθηκε με πολλά μεγάλα θέματα, που είναι δύσκολο να γίνουν αποδεκτά από το Ιράν. Το τελευταίο αποδέχεται να συζητήσει και να δεχθεί οδυνηρές υποχωρήσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Είναι δύσκολο όμως, αν όχι αδύνατον, να δεχθεί το ίδιο για τους βαλλιστικούς του πυραύλους. Προβάλλει το επιχείρημα ότι αυτοί είναι η σπονδυλική στήλη της εθνικής του άμυνας.

Ένα δεύτερο πολύ σημαντικό θέμα είναι οι σύμμαχοι του Ιράν και το τι είναι διατεθειμένοι και μπορούν να πράξουν. Οι σύμμαχοί του είναι γνωστοί, όπως και οι λόγοι, για τους οποίους αποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στο Ιράν. Η Ρωσία είναι στενός σύμμαχος του Ιράν. Δεν θα ήθελε μια άλλη γεωπολιτική ανατροπή στην περιοχή σε βάρος της. Έχει όμως τη μεγάλη πληγή της Ουκρανίας και τη διακριτή από τους Ευρωπαίους Αμερικανική πολιτική, την οποία δεν θέλει να διακινδυνεύσει. Θα προσπαθήσει επομένως να εξισορροπήσει τα δύο ζωτικά της συμφέροντα με μια προσεκτική πολιτική. Η Κίνα έχει επίσης τεράστια γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στο Ιράν. Βρίσκεται όμως στο μέσο των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ για τις διμερείς τους σχέσεις αλλά και για τη διαμόρφωση της αναδυόμενης νέας παγκόσμιας τάξεως.

Κίνα και Ρωσία είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστές και εταίροι των ΗΠΑ, σε μια περίοδο μάλιστα μεγάλη διεθνούς ρευστότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο αυτές δυνάμεις θα εκτεθούν διεθνώς και θα δείξουν αδυναμία στην υπεράσπιση ζωτικών στρατηγικών τους συμφερόντων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα προσφέρουν στρατιωτική βοήθεια στο Ιράν, η οποία όμως δεν θα υπερβαίνει ορισμένα καθορισμένα όρια. Θα είναι όμως αρκετή είτε για να κάμψει τη θέληση των ΗΠΑ να επέμβουν είτε για να αποκρούσει σε στρατηγικό επίπεδο την επίθεση;

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, η Ρωσία έχει ήδη προμηθεύσει το Ιράν με αντιαεροπορικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, τύπου S-300, αλλά και με πυραύλους εκτοξευόμενους από τον ώμο των στρατιωτών, τύπου Verba. Οι τελευταίοι θεωρούνται οι πιο σύγχρονοι στο είδος τους στο Ρωσικό οπλοστάσιο. Η Κίνα έχει ήδη προμηθεύσει το Ιράν με σύγχρονους αντι-αεροπορικούς πυραύλους και συζητά επίσης την παράδοση σύγχρονων αντιπλοϊκών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

Η Ρωσική και η Κινεζική βοήθεια, σε συνδυασμό με τα επιτόπια βαλλιστικά κυρίως συστήματα είναι ένας πονοκέφαλος για τις ΗΠΑ. Μπορεί όμως να υπερκερασθεί από τη μαζική τεχνολογική υπεροχή των Αμερικανικών όπλων. Θα ήταν πολύ ταπεινωτικό για την Αμερικανική πλευρά εάν τα Ιρανικά όπλα κατόρθωναν να πλήξουν έστω και ένα σύμβολο της Αμερικανικής ισχύος, όπως, π.χ. ένα αεροπλανοφόρο.

Προφανώς, ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι πολύ άνισος για το Ιράν. Το καθεστώς των μουλάδων θα θεωρούσε «νίκη» εάν μπορούσε να επιβιώσει και να αποτρέψει μια γρήγορη Αμερικανική νίκη. Ο στόχος του Ιρανικού καθεστώτος, όπως και των συμμάχων του, είναι να αντέξει τα πλήγματα, να τα ανταποδώσει, σ’ έναν βαθμό, και να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε μακροπρόθεσμο πόλεμο.

Στην τελευταία περίπτωση, θα εκτίθετο ως ανάγκη η εμπλοκή σημαντικών δυνάμεων στο έδαφος, ενδεχόμενο που δεν εναρμονίζεται με τη σύγχρονη Αμερικανική στρατηγική και τακτική. Η τελευταία επιδιώκει συστηματικά τη χρησιμοποίηση της τεχνολογικής υπεροχής για την επίτευξη γρήγορου αποτελέσματος, χωρίς μαζική εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων.

Το Ιράν έχει εξαγγείλει από καιρό και έχει προβεί προσφάτως και σε σχετικά γυμνάσια ότι, σε περίπτωση Αμερικανικής επεμβάσεως, θα κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται το 20% περίπου του πετρελαίου του κόσμου.

Το ενδεχόμενο αυτό δεν αναφέρεται μόνο στη στρατιωτική κατάσταση αλλά και στις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Συναφής είναι η προβλεπόμενη α­ντίδραση του Ιράν, με επιθέσεις κατά των Αμερικανικών βάσεων στην περιοχή, κατά του Ισραήλ και χωρών με Αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. Η ανάφλεξη θα έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός περιφερειακού πολέμου. Για να επιτευχθούν από τις ΗΠΑ οι επιδιωκόμενοι στόχοι, χρειάζεται να συνδυασθούν οι δικές τους επιθέσεις με εσωτερικές εξεγέρσεις, που δεν είναι καθόλου βέβαιο με ένα καθεστώς που υποστηρίζεται από ξεχωριστό σώμα φρουρών της Επαναστάσεως.

Με λίγα λόγια, η πολιτική Τραμπ για την αποφυγή μεγάλων και παρατεταμένων πολέμων μπορεί στην περίπτωση του Ιράν να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και να εγκλωβίσει τις ΗΠΑ σ’ έναν μακροχρόνιο πόλεμο. Η Αμερικανική πολιτική δεν θα διστάσει γι’ αυτό να χρησιμοποιήσει, εάν κριθεί απαραίτητο, όλη τη διαθέσιμη ισχύ της για να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, για το οποίο όμως δεν μπορεί να έχει καμιά βεβαιότητα.

Η διάσπαση του Ιράν, με την υποδαύλιση και υποστήριξη αυτονομιστικών τάσεων των εθνοτήτων που το αποτελούν, είναι ένα σενάριο, που έρχεται όμως σε αντίθεση με τον πατριωτικό φανατισμό της κυρίαρχης Περσικής εθνότητας, τον οποίο το καθεστώς ενεργοποιεί και χρησιμοποιεί ως δύναμη εθνικής αντιστάσεως. Η Άγκυρα, με το πρόσχημα της ανησυχίας για την εισβολή στην Τουρκία κυμάτων προσφύγων, κάνει σχέδια για επέμβαση στην περιοχή του Ιρανικού Κουρδιστάν, για να αποτρέψει εξελίξεις που θα δημιουργούσαν ένα άλλο Κουρδικό πρόβλημα στα σύνορά της. Η Άγκυρα θέλει, στην πραγματικότητα, να επωφεληθεί από μια ενδεχόμενη κατάρρευση του Ιράν, όχι μόνο αποτρέποντας τη δημιουργία μιας Κουρδικής οντότητας, ενισχύοντας γενικότερα τη στρατηγική της θέση στην περιοχή.

Η κατάσταση αυτή εξηγεί το στρατηγικό δίλημμα στο οποίο βρίσκονται οι ΗΠΑ και την έκπληξή τους για την άρνηση του Ιράν να υποχωρήσει, ενώπιον μιας ασύλληπτης στρατιωτικής ισχύ­ος που έχει συγκεντρωθεί στα σύνορά του. Εάν, όπως φαίνεται, η σύγκρουση γίνει αναπόφευκτη, οι ευρύτερες επιπτώσεις θα είναι καταλυτικές για την περιοχή αλλά και για τις σχέσεις μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων, ΗΠΑ, Ρωσίας, Κίνας.

Η Ευρώπη, απορροφημένη από το ενδιαφέρον της για την Ουκρανία και το αφήγημα ότι η κύρια απειλή γι’ αυτήν είναι η Ρωσία, θα μείνει στο περιθώριο των εξελίξεων σε ό,τι αφορά το Ιράν και τις εξελίξεις γενικότερα στη μεγάλη Μέση Ανατολή, παρ’ ότι ο νέος, προδιαγραφόμενος ρόλος της Ινδίας συνδέεται άμεσα με την Ευρώπη.

Η Ελλάδα έχει σήμερα μια αναβαθμισμένη θέση στους Αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς. Αυ­τό προκύπτει αφενός από την Ευρωπαϊκή πολιτική της διακοπής οποιουδήποτε ενεργειακού εφοδιασμού από τη Ρωσία, οπότε τίθεται το θέμα ενός εναλλακτικού ενεργειακού εφοδιασμού από τις ΗΠΑ. Η Ελλάδα επελέγη, για τον σκοπό αυτό, από τις ΗΠΑ ως ένας κύριος ενεργειακός άξονας, με τον λεγόμενο Κάθετο Διάδρομο. Προκύπτει αφετέρου από την Αμερικανική πολιτική για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το θέμα των σχέσεων μεταξύ Αραβικών Χωρών και Ισραήλ και η ασφάλεια του Ισραήλ.

Η γεωπολιτική συγκυρία είναι αναμφισβήτητα ευνοϊκή για την Ελληνική πλευρά, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει τον κίνδυνο ανατροπών και αναθεωρήσεων σε βάρος της Ελληνικής πλευράς. Προφανώς, το μόνιμο μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδος είναι οι Τουρκικές αναθεωρητικές διεκδικήσεις και επιβουλές. Η Άγκυρα προσπαθεί να προωθήσει τις αξιώσεις της με διάλογο εκτός του πλαισίου του διεθνούς θαλασσίου δικαίου και των διεθνών Συνθηκών, όπως, κατά πρώτο λόγο, η Συνθήκη της Λωζάννης. Προσπαθεί επίσης να το επιτύχει με συστηματική πολιτική παραβιάσεων του εθνικού χώρου, συνεχών αμφισβητήσεων και απόπειρες δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων επί του πεδίου.

Οι προσπάθειες αυτές πρέπει να βρίσκουν πάντοτε την απαραίτητη και επιβεβλημένη απάντηση. Ο καλόπιστος διάλογος για την αποτροπή κρίσεων και τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας σε θέματα χαμηλής πολιτικής παρουσιάζεται κάθε τόσο ως απαραίτητη διπλωματική ανάγκη, για την οποία ασκούνται και διακριτικές πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις ΗΠΑ.

Ο διάλογος αυτός καθ’ αυτός δεν αποτελεί πρόβλημα, υπό τον όρο ότι θα είναι σαφές το τι συζητείται και σε ποιο πλαίσιο. Δεν είναι, όμως, λογικό η Άγκυρα να εγείρει, π.χ., αξιώσεις τύπου «Γαλάζιας Πατρίδας» και η Ελλάδα, αντί να καταγγέλλει διεθνώς την Τουρκική επιθετικότητα, να προσέρχεται σε διάλογο για φιλική «στρατηγική συνεργασίας». Η Άγκυρα πρέπει να πληρώνει κόστος για τον αναθεωρητισμό της και όχι να εισπράττει από την Ελλάδα εύσημα φιλίας και συνεργασίας.

Το χειρότερο και πιο επικίνδυνο είναι η ανάπτυξη, δυστυχώς, μιας διπλωματικής σχολής στους κόλπους της Ελληνικής πλευράς, η οποία προβάλλει τον κατευνασμό ως στρατηγική. Οι αντιλήψεις αυτές φτάνουν στο σημείο να εκφράζονται δημοσίως ως υποστήριξη σχεδίων «συνεκμεταλλεύσεως» στο Αιγαίο, προς ικανοποίηση των Τουρκικών αξιώσεων για «μοιρασιά» στο Αιγαίο, εκτός κάθε πλαισίου διεθνούς δικαίου.

Δεν προκαλεί έκπληξη η πρόσφατη δημόσια διαμάχη για τη σύμβαση με την Αμερικανική εταιρεία Chevron νότια της Κρήτης. Η υπογραφή της συμβάσεως με αναφορά τον «νόμο Μανιάτη», του 2011, και τη μέση γραμμή και σε χώρο όπου προβάλλεται το λεγόμενο Τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί, προφανώς, επιτυχία και δικαίωση της Ελληνικής πλευράς.

Οι όροι, όμως, που έχουν προσαρτηθεί στη σύμβαση, παρά το γεγονός ότι συνηθίζονται στη διεθνή πρακτική, όταν τα όρια της παραχωρούμενης θαλάσσιας ζώνης δεν είναι, αυστηρώς, καθορισμένα με διμερή ή διεθνή συμφωνία, προκαλούν ερωτήματα και καχυποψία ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως Δούρειος Ίππος για εθνικές παραχωρήσεις.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι η εμμονή σε μια επικίνδυνη κατευναστική πολιτική, παρά το γεγονός ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η θέση της Ελλάδος τόσο από γεωπολιτική όσο και από στρατιωτική άποψη. Γιατί, π.χ., ο πρωθυπουργός έκανε δική του, τον περασμένο χρόνο, την ιδέα Ερντογάν για τη σύγκληση Πενταμερούς Περιφερειακής Διασκέψεως στη Μεσόγειο για τη συζήτηση των θαλασσίων ζωνών στην περιοχή μας; Δεν μας φτάνει το ασφαλές πλαίσιο του διεθνούς θαλασσίου δικαίου και προσφεύγουμε σε Πενταμερείς Περιφερειακές Διασκέψεις, από τις οποίες θα απουσιάζουν μάλιστα στρατηγικοί μας σύμμαχοι, όπως το Ισραήλ;

Η ασφαλής πορεία με την Τουρκία είναι η προσήλωσή μας, χωρίς ταλαντεύσεις, στο διεθνές θαλάσσιο δίκαιο και στην προάσπιση του εθνικού μας χώρου. Απαιτείται γι’ αυτό η αναγκαία στρατιωτική ι­σχύς και η σύμπλευση με στρατηγικούς συμμάχους. Από την ά­ποψη αυτή, η σύσφιξη των σχέσεών μας με την Ινδία έχει μεγάλο στρατηγικό νόημα.

Η στρατιωτική προετοιμασία και οι στρατηγικοί σύμμαχοι δεν αρκούν, εάν ο Ελληνικός λαός δεν κάνει δική του αυτονόητη υπόθεση την Τουρκική επιβουλή κατά του εθνικού μας χώρου. Διαμορφώνοντας τις αναγκαίες ισορροπίες, που δεν θα επιτρέπουν στην άλλη πλευρά να διανοηθεί δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων, η Ελλάδα μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη και να πορευθεί δυναμικά στο μέλλον, καταδικάζοντας σε εκφυλισμό τις Τουρκικές αξιώσεις και διεκδικήσεις.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτό: Freepik