Η επέκταση των χωρικών υδάτων μέχρι 12 μίλια και η ανακήρυξη ΑΟΖ, μονόδρομος για την Ελληνική πολιτική

Η επέκταση των χωρικών υδάτων μέχρι 12 μίλια και η ανακήρυξη ΑΟΖ, μονόδρομος για την Ελληνική πολιτική


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


H απραξία, η φοβική πολιτική και οι αυταπάτες του ενδοτισμού και του κατευνασμού επέτρεψαν στον Τουρκικό επεκτατισμό να κάνει συνεχή βήματα στην αμφισβήτηση του Αιγαίου και να φιλοδοξεί να εγκλωβίσει την Ελλάδα στα 6 μίλια των χωρικών υδάτων. Από το casus belli του 1995 έφτασε σταδιακά στο αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», την οποία προσπαθεί τώρα να επιβάλει ως νέο, διευρυμένο casus belli.

Μεσολάβησε μια δύσκολη περίοδος για την Ελλάδα με τη μεγάλη οικονομική κρίση του 2010 και τα μνημόνια. Υπήρξε μια ολόκληρη δεκαετία καταστροφικής λιτότητας και στους αμυντικούς εξοπλισμούς. Αυτό ενθάρρυνε την Άγκυρα να πιστεύει ότι μπορούσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο αμυντικό χάσμα με την Ελλάδα και μια τέτοια δική της υπεροχή ισχύος που θα της επέτρεπε να επιβάλει αμαχητί τις αξιώσεις της στην Ελλάδα από θέση ισχύος. Ανέμενε τότε και την παραλαβή των αεροσκαφών 5ης γενιάς F-35, που θα της εξασφάλιζαν το απόλυτο πλεονέκτημα στην Αεροπορία.

Η Τουρκική υπεροψία παγιδεύθηκε με το πυραυλικό σύστημα S-400, νόμισε ότι το γεωστρατηγικό πλεονέκτημα που έχει για το ΝΑΤΟ και τη Δύση και το οποίο εκμεταλλεύεται συστηματικά θα της επέτρεπε και αυτήν τη φορά να υπερβεί τις Αμερικανικές αντιθέσεις στην προμήθεια των S-400 και να επιδείξει ταυτόχρονα αυτονομία και ανεξαρτησία στις αποφάσεις της, όπως αρμόζει σε μια ανερχόμενη νέα μεγάλη δύναμη! Η συνέχεια είναι γνωστή. Ακόμη και προσφάτως ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, απαντώντας σε ερώτηση Ελληνοαμερικανίδος γερουσιαστού, είπε ότι η Τουρκία με την υπάρχουσα νομοθεσία, δεν μπορεί να πάρει τα F-35.

Η Ελλάδα κατόρθωσε επίσης, μέσα από πολλές θυσίες και απώλειες, να υπερβεί τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν για μία ολόκληρη δεκαετία και να διαθέσει, επιτέλους, σημαντικά ποσά για την άμυνα και τον εξοπλισμό της. Οι ανάγκες είναι ακόμη μεγάλες και αφορούν όχι μόνο τα οπλικά συστήματα αλλά και την πολεμική βιομηχανία, τον εκσυγχρονισμό των δογμάτων, την έρευνα και ανάπτυξη, την καινοτομία, το προσωπικό, την Εθνοφυλακή κ.ά.

Στη σημερινή συγκυρία, η σπουδή της Ευρώπης να αναπτύξει μια κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα ευνοεί τις Ελληνικές αμυντικές προσπάθειες, παρά το γεγονός ότι η ιδεολογία που σήμερα την κινεί, η υποτιθέμενη δηλαδή Ρωσική απειλή, την εξωθεί σε αναζήτηση εξωτερικών συμμάχων, κοντά στα σύνορα της Ρωσίας, όπως είναι η Τουρκία. Η κατεύθυνση αυτή της Ευρώπης φαίνεται από τον μεγάλο αριθμό χωρών-μελών που υποστηρίζουν τη συνεργασία, αν όχι τη συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή κοινή άμυνα.

Η αντι-Ρωσική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής κοινής άμυνας φαίνεται επίσης από τα πολύ μεγάλα κονδύλια που δόθηκαν ως δάνεια από το πρόγραμμα SAFE σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που συνορεύουν με τη Ρωσία: 37 δισ. ευρώ στην Πολωνία, 13 δισ. ευρώ στη Ρουμανία. Η Ελλάδα, λόγω και κακής διαπραγματεύσεως, πήρε από το πρόγραμμα SAFE μόνο 780 εκατ. ευρώ. Η Κύπρος πήρε 11,8 δισ.

Συνοψίζοντας, στο κεφάλαιο αυτό Ελλάδα και Κύπρος έχουν πολιτικά και σ’ έναν βαθμό στρατιωτικά πλεονεκτήματα από τη κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα. Στην περίπτωση της Κύπρου αυτό ανεδείχθη θεαματικά με αφορμή τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων κατά της Κύπρου.

Ένας άλλος όμως παράγων, που έχει καθοριστική σημασία στη σημερινή συγκυρία των Ελληνοτουρκικών σχέσεων και του συσχετισμού δυνάμεων, είναι η σημερινή διαμόρφωση της γεωπολιτικής και στρατηγικής πραγματικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα δεν κρύβει τις φιλοδοξίες της να επιβάλει τη δική της ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο και να καταστεί ο αναγκαίος ενδιάμεσος στις επικοινωνίες της Ευρώπης με την Ασία και τους μεγάλους εμπορικούς και ενεργειακούς δρόμους. Οι φιλοδοξίες αυτές είναι συνυφασμένες με το όραμα Ερντογάν για μια μεγάλη Τουρκία και αναβίωση με νέους όρους μιας Νέο-Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οι φιλοδοξίες αυτές της Άγκυρας, όσο και αν προσπαθεί η ίδια να κρύβει το παιχνίδι της, δεν χωρούν στον παραδοσιακό ρόλο που διεκπεραίωνε ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ για λογαριασμό της Δύσεως. Η σημερινή Τουρκία του Ερντογάν διεκδικεί ανεξάρτητο και αυτόνομο ρόλο και προβάλλει ως κινητήρια ιδεολογία του οράματός της τις αξίες του Ισλάμ, που παραπέμπουν σε επιδίωξη προνομιακών σχέσεων με τις Μουσουλμανικές χώρες.

Το όραμα αυτό του Ερντογάν περιλαμβάνει, προφανώς, κατά πρώτο λόγο, τον επεκτατισμό σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου. Περιλαμβάνει όμως και τη Συρία, που παίζει ρόλο κλειδί στον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Με αφορμή την Ουκρανία και τη σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, η Τουρκία κατόρθωσε να υφαρπάξει τον έλεγχο της Συρίας, σε βάρος της Ρωσίας, του Ιράν και των Κούρδων της Συρίας.

Η Άγκυρα σχεδιάζει, με άξονα τη Συρία, να επεκτείνει την επιρροή και τον έλεγχό της στον Λίβανο και να καταστήσει την ανατολική ακτή της Μεσογείου, από την Αλεξανδρέττα έως την Αίγυπτο, Τουρκική ζώνη, με πολιορκημένες τις ακτές του Ισραήλ και απωθημένη την ΑΟΖ της Κύπρου στα 12 μίλια χωρικών υδάτων, σύμφωνα με το Τουρκικό αφήγημα ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Οι σχεδιασμοί της Άγκυρας δεν γίνονται, βεβαίως, στο κενό. Το Ισραήλ έστειλε ήδη μηνύματα ότι δεν θα δεχθεί Τουρκική παρουσία στη Νότια Συρία, κοντά στα Ισραηλινά σύνορα. Προσφάτως, η Άγκυρα έκανε ένα βήμα στρατηγικής ενισχύσεως της παρουσίας της, αναλαμβάνοντας τον έ­λεγχο αεροπορικής βάσεως κοντά στην αρχαία Παλμύρα. Η βάση αυτή θα μπορούσε θεωρητικά να ελέγχει τον λεγόμενο διάδρομο του Δαυίδ, που θεωρείται ως ζωτικής σημασίας από το Ισραήλ, γιατί εξασφαλίζει την επικοινωνία με τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ. Είναι βέβαιο ότι το Ισραήλ θα παρακολουθήσει την εξέλιξη της βάσεως και δεν θα διστάσει να επέμβει δυναμικά, εάν εγκατασταθούν σ’ αυτή ραντάρ και πυραυλικά συστήματα που θα αποτελούν απειλή για το Ισραήλ.

Οι ηγεμονικές φιλοδοξίες της Άγκυρας δεν τη φέρνουν σε αντιπαράθεση με το Ισραήλ μόνο για τη Συρία. Το Ισραήλ δεν μπορεί να ανεχθεί παρεμβολή της Τουρκίας στις επικοινωνίες του με την Ευρώπη και τη Δύση. Πολύ περισσότερο όταν το Ισραήλ, μαζί με τις ΗΠΑ, στηρίζει τον εμπορικό διάδρομο IMEC, που μέσω Κύπρου και Ελλάδος θα φτάνει στην Ευρώπη, έχοντας ως αφετηρία τη νέα ανερχόμενη οικονομική δύναμη των Ινδιών. Πολύ περισσότερο επίσης όταν προσδένονται στον IMEC και Αραβικά κράτη του Κόλπου, τα οποία πιέζονται από τις ΗΠΑ να προσχωρήσουν στις λεγόμενες Συμφωνίες Αβραάμ και να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ.

Οι γεωπολιτικές αυτές εξελίξεις έχουν τεράστια σημασία και επηρεάζουν, προφανώς, και τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η αντίληψη από το Ισραήλ ως κοινής απειλής των φιλοδοξιών της Άγκυρας είναι η βάση συνεννοήσεως και στρατηγικής συγκλίσεως με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η αλλαγή πολιτικής είναι ορατή και στην Αμερικανική πολιτική στο Κυπριακό. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σήμερα ως στρατηγικό τους έρεισμα την ελεύθερη Κύπρο και συμφώνησαν να διαθέσουν μέχρι 200 εκατ. δολάρια για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση της αεροπορικής βάσεως «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο.

Η Κύπρος εξελίσσεται σε φυλάκιο αφενός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στη Μέση Ανατολή και ταυτόχρονα σε στρατηγικό έρεισμα των ΗΠΑ στην ίδια περιοχή.

Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται απλώς σε αλλαγή πολιτικής της σημερινής Κυπριακής κυβερνήσεως αλλά και σε αλλαγή των γεωπολιτικών συνθηκών που καθιστούν επιβεβλημένη την προσαρμογή αυτή.

Η Κύπρος, στο πλαίσιο της ενισχύσεως της διεθνούς θέσεως και της άμυνάς της, υπέγραψε επίσης στρατηγική συμφωνία με τη Γαλλία και έθεσε στη διάθεσή της τη ναυτική βάση «Φλωράκης» στο Μαρί. Ενίσχυσε επίσης τις στρατηγικές της σχέσεις με την Ινδία και συζητά την προμήθεια Ινδικών πυραυλικών συστημάτων για την άμυνά της.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα μια ιταμή και αφόρητη πρόκληση. Απειλεί ο Τούρκος ηγέτης ότι θα καταστήσει νόμο του κράτους το Τουρκικό αφήγημα για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και ότι θα περιλάβει σ’ αυτόν και τις Τουρκικές αξιώσεις για δήθεν «γκρίζες ζώνες» και νησιά και νησίδια απροσδιόριστης δήθεν κυριαρχίας, που είναι διάσπαρτα σ’ όλο το Αιγαίο.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, εάν η Τουρκική πλευρά προχωρήσει στην πράξη προς μια τέτοια κατεύθυνση, θα πρόκειται για απροκάλυπτη απόπειρα αρπαγής εθνικού χώρου και θα πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα και αποφασιστικά. Δεν υπάρχει πλέον κανένα πρόσχημα και κανένα άλλοθι για αδράνεια και απραξία στην άσκηση από την Ελλάδα των νομίμων δικαιωμάτων της, όπως απορρέουν από τις πρόνοιες του διεθνούς θαλάσσιου δικαίου: την επέκταση δηλαδή των χωρικών της υδάτων μέχρι 12 μίλια και την ανακήρυξη ΑΟΖ.

Η Σύμβαση Διεθνούς Θαλάσσιου Δικαίου του Montego Bay αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Η Ελλάδα έχει επομένως ένα πλεονέκτημα που μπορεί να μεταφρασθεί σε Ευρωπαϊκή υποστήριξη και αλληλεγγύη. Έχει επίσης τις ειδικότερες στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ και τη Γαλλία, που έχουν κάθε λόγο να μην ευνοούν και να μη στηρίζουν τον Τουρκικό υπερθεματισμό και ηγεμονισμό στην περιοχή.

Καθοριστικής σημασίας είναι προφανώς η Αμερικανική στάση. Ο Ερ­ντογάν υπολογίζει πολύ στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον προσεχή Ιούλιο. Θα ήθελε πολύ να εμπλέξει τον Αμερικανό Πρόεδρο σε ρόλο διαμεσολαβητή, με στόχο να προωθήσει ρυθμίσεις συγκυριαρχίας, συνεκμεταλλεύσεως και όπως το λέει ο Ερντογάν, Καζάν – Καζάν.

Με δεδομένες τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, παρά τις συχνές αναταράξεις, την agenda Ερντογάν και το επίπεδο των Ελληνο-Αμερικανικών σχέσεων, δεν φαίνεται πολύ πιθανό ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος θα δελεασθεί από τις πανουργίες και τους ελιγμούς του Ερντογάν.

Η Ελληνική πλευρά δεν έχει άλλη επιλογή από τη σταθερή και αποφασιστική στάση. Αυτήν που υπαγορεύουν η Ελληνική ιστορία και τα ύψιστα εθνικά συμφέροντα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ