
Τι κρύβει η ξαφνική συζήτηση για τη μονιμότητα στο Δημόσιο;
Επειδή πολλά ακούγονται τελευταία για το θέμα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, μετά την κυβερνητική απόφαση για αξιολόγηση του προσωπικού του δημόσιου τομέα, είναι επιβεβλημένο να θέσουμε μία παράμετρο που διαφεύγει από πολύ κόσμο, ο οποίος τάσσεται εναντίον της μονιμότητας επειδή διαμορφώνει σε πολλές περιπτώσεις αδιάφορους και αντικοινωνικούς υπαλλήλους.
Όλες οι απόψεις είναι σεβαστές, αλλά πρέπει να επισημανθούν μερικές βασικές αρχές, για να μη βγαίνουν λάθος συμπεράσματα.
Κατ’ αρχάς, η μονιμότητα είναι κατάκτηση του λαού, η οποία μπορεί να έχασε την ουσία της λόγω κάποιων επίορκων υπαλλήλων –οι οποίοι, όμως, είχαν πάντα τις πλάτες πολιτικών–, αλλά δεν παύει να είναι μια κατάκτηση, και ως τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Αν οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, αν είναι αδιάφοροι ή κοπανατζήδες, αυτό οφείλεται στους κακούς προϊσταμένους, οι οποίοι συνήθως επιλέγονται από τις πολιτικές ηγεσίες. Άλλωστε, όταν ένας τομέας δουλεύει άψογα και ο πολιτικός προϊστάμενος αλλάζει τον επικεφαλής για να βάλει έναν άχρηστο δικό του, δεν θα φταίνε οι υπάλληλοι αν βουλιάξει το… μαγαζί. Απλά πράγματα, που τα βλέπουμε καθημερινά και τα στηλιτεύουμε, χωρίς αποτέλεσμα, συνήθως.
Δεν θέλουμε να πάρουμε τα μπόσικα κανενός, ίσα ίσα, όμως αυτή η ξαφνική πρεμούρα της κυβέρνησης να τα αλλάξει όλα στο Δημόσιο με τη μέθοδο της αξιολόγησης, που επαναφέρει το θέμα της μονιμότητας στο προσκήνιο χωρίς λόγο, μας φαίνεται εξαιρετικά ύποπτη. Τόσα χρόνια δεν τους πείραζε, δεν τους ενοχλούσε, τώρα τους… έκατσε στο στομάχι. Γιατί όμως;
Αν ανατρέξουμε στην ειδησεογραφία των ημερών, θα δούμε ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύφθηκε από την πρώην προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου του Οργανισμού Παρασκευή Τυχεροπούλου, η οποία είχε συντάξει έκθεση ελέγχου για τα βοσκοτόπια από το εθνικό απόθεμα της περιόδου 2019 – 2020, η οποία δεν διαβιβάστηκε στη Δικαιοσύνη από τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά. Η έκθεση αυτή, που δεν ακολούθησε τη νόμιμη οδό, αλλά επιχειρήθηκε να κουκουλωθεί, οδήγησε στην έρευνα από τις εισαγγελικές αρχές της ΕΕ.
Η Τυχεροπούλου πιέστηκε για να αλλάξει σημεία της έκθεσης, για να κάνει συμπληρωματικές παρατηρήσεις που να αναιρούν όσα υποστήριξε αρχικά κ.λπ., αλλά αρνήθηκε. Φυσικά, κυνηγήθηκε, υποβαθμίστηκε, διώχθηκε πειθαρχικά επειδή… δεν συνεμορφώθη, αλλά δεν απολύθηκε. Αν δεν ήταν μόνιμη, εδώ και πέντε χρόνια θα ήταν στην ανεργία. Και, φυσικά, δεν θα τολμούσε να κάνει καμία έκθεση, να αποκαλύψει κανένα σκάνδαλο.
Επειδή το κράτος είναι βουτηγμένο στη διαφθορά και όλοι οι ιθύνοντες είναι εθισμένοι στην… αρπαχτή, αν οι υπάλληλοι φοβούνται για τη θέση τους, δεν θα λένε σε τίποτα όχι, δεν θα αποκαλύπτουν καμία παρανομία, δεν θα στυλώνουν τα πόδια σε τίποτα. Επειδή, όμως, έχουν εξασφαλισμένη τη θέση τους, ξέρουν ότι δεν θα πεινάσει η οικογένειά τους, μπορούν και στέκονται απέναντι στην εξουσία, σηκώνουν ανάστημα, καταγγέλλουν με θάρρος τις παρανομίες.
Αν γνωρίζουν οι κάθε λογής αρμόδιοι ότι, αν το παρακάνουν, θα υπάρξουν συνέπειες, γιατί κάποιοι υπάλληλοι σέβονται τον εαυτό τους και τον όρκο τους και δεν είναι διατεθειμένοι να κουκουλώσουν τίποτα, θα το σκεφτούν πολύ πριν κάνουν τη λοβιτούρα. Γι’ αυτό και μόνο η μονιμότητα στον δημόσιο τομέα είναι απαραίτητη.
Μήπως, λοιπόν, το θέμα της μονιμότητας επανέρχεται γιατί υπάρχουν κι άλλα σκάνδαλα, τα οποία η κυβέρνηση φοβάται μήπως αποκαλυφθούν, και επιδιώκει να τρομοκρατήσει τους υπαλλήλους του κράτους, ώστε να μη… μιλήσουν, προκειμένου να μην μπλέξουν σε περίπτωση που μελλοντικά αλλάξει το καθεστώς;
Αν στο Δημόσιο παρατηρούνται δυσλειτουργίες –που παρατηρούνται, και μάλιστα πολλές και εξόφθαλμες–, οι ευθύνες θα πρέπει να αναζητηθούν στους επικεφαλής. Γιατί, ως γνωστόν, το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ
