Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, χωρίς απρόοπτα, αλλά με στρατηγική ουσία για την Άγκυρα

Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, χωρίς απρόοπτα, αλλά με στρατηγική ουσία για την Άγκυρα


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν τελείωσε χωρίς απρόοπτα, που θα προκαλούσαν περαιτέρω έ­νταση και θα εξέπεμπαν διεθνώς μια εικόνα έντονης διαμάχης και αντιπαραθέσεως.

Στο στάδιο αυτό, δεν είναι η εικόνα που θέλει η Τουρκική πλευρά. Αυτό έγινε φανερό από την παρέμβαση Ερντογάν στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Τούρκος Πρόεδρος παρουσίασε την Τουρκία ως χώρα «ειρήνης» στην οποία προστρέχουν τώρα ακόμη και οι χώρες που δεν λογίζονταν φιλικές προς αυτήν. Πρώτη στον κατάλογο, βεβαίως, η Ελλάδα, αλλά και η Σερβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αιθιοπία. Όλοι, είπε, αναγνωρίζουν τώρα τον ρόλο της Τουρκίας. Φυσά για τη χώρα μας ούριος άνεμος. Δεν είναι ασφαλώς μόνο η εικόνα και η συναφής προπαγάνδα που καθοδηγεί την πολιτική και τη σκέψη του Τούρκου Προέδρου. Αντιλαμβάνεται ότι η Τουρκία πρέπει να ενεργεί με μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ διαλόγου και σκόπιμης ε­ντάσεως, που αποβλέπει στην προβολή και στην κλιμάκωση των γνωστών Τουρκικών διεκδικήσεων.

Η Τουρκία, κατά την άποψη αυτή, δεν πρέπει να απωθήσει και να φέρει σε δύσκολη θέση τις δυνάμεις στην Ελλάδα που τάσσονται υπέρ του διαλόγου και του κατευνασμού. Το πόσο το υπολογίζει φάνηκε από τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Φιντάν, ο οποίος δεν δίστασε να εκθέσει τους συνομιλητές του, λέγοντας ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών είναι υπέρ της επιλύσεως των προβλημάτων με την Τουρκία, αντίθετα με τον «κακό» υπουργό Αμύνης, που δεν θέλει την επίλυσή τους.

Για την Τουρκία, τα θέματα που θέτει κατά της Ελλάδος είναι στρατηγικού χαρακτήρα και εντάσσο­νται σε μια μακρόπνοη στρατηγική. Το σημαντικό είναι να αποτρέπεται η Ελλάδα από την ά­σκηση των δικαιωμάτων της, με τα οποία θα ενίσχυε τη θέση της και δεν θα άφηνε περιθώριο στην Ά­γκυρα για διεκδικήσεις τύπου «Γαλάζιας Πατρίδας» και NAVTEX αορίστου χρόνου για το μισό Αιγαίο, με το πρόσχημα ότι η Τουρκία α­σκεί «δικαιώματα» σε διεθνή ύ­δατα.

Για να εμποδίσει ακριβώς την Ελλάδα να εφαρμόσει επί του πεδίου τις πρόνοιες του διεθνούς θαλάσσιου δικαίου, που την ευνοούν, η Τουρκία εισήγαγε στην Εθνοσυνέλευσή της το ψήφισμα για το γνωστό casus belli το 1995. Το 1993, η Ελληνική Βουλή είχε επικυρώσει τη Σύμβαση για το Θαλάσσιο Δίκαιο του Μοντέγκο Μπέι. Η Άγκυρα φοβόταν ότι η επάνοδος στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου θα οδηγούσε σε ανακήρυξη ΑΟΖ και σε επέκταση των χωρικών υδάτων σε 12 μίλια. Η ασθένεια Παπανδρέου και η διαδοχή του από τον Κώστα Σημίτη οδήγησαν στη γνωστή κρίση των Ιμίων και στην ενδοτική πολιτική Σημίτη στα Ελληνοτουρκικά, με το γνωστό Αμερικανικής εμπνεύσεως θεώρημα ότι συμφέρει την Ελλάδα η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι πρέπει γι’ αυτό η Ελλάδα να πρωτοστατήσει, συνδέοντας τα Ελληνοτουρκικά με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, χωρίς όμως να τα θέτει ως προϋπόθεση. Οι θετικές επιπτώσεις στα Ελληνοτουρκικά θέματα θα ε­πέρχονταν ως αποτέλεσμα της εφαρμογής από την Άγκυρα των ενταξιακών κριτηρίων και του υποτιθεμένου εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας.

Η πολιτική αυτή, όσο και αν διαψεύσθηκε στις υποθέσεις και εκτιμήσεις της, είναι ακόμα ζωντανή σε ορισμένους κύκλους, με επικαιροποιημένες προσαρμογές. Οι διαχρονικοί εκφραστές της, όπως γνωστός καθηγητής του διεθνούς δικαίου, φίλος του Κώστα Σημίτη, αναδύονται κάθε τόσο στον Ελληνικό τύπο και στην Ελληνική τηλεόραση με άρθρα και απόψεις περί του λεγομένου «πνεύματος του Ελσίνκι», που πρέπει, κατ’ αυτούς, να επανέλθει στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό επίσης το γεγονός ότι όλοι αυτοί έχουν συσπειρωθεί πίσω από τον σημερινό πρωθυπουργό, στον οποίο βλέπουν μεγάλη εκλεκτική συγγένεια με τον παλαιό μέντορά τους Κώστα Σημίτη.

Συνεπής στην πολιτική αυτή της διπλής παράλληλης πορείας των στρατηγικών δηλαδή διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδος και των θεμάτων χαμηλής πολιτικής και συνεργασίας, η Άγκυρα έσπευσε πριν την επίσκεψη Μητσοτάκη να ανανεώσει προκλητικά όλες τις διεκδικήσεις της και να κάνει ακόμη ένα βήμα παραπέρα, με την επ’ αόριστον NAVTEX στο κέντρο του Αιγαίου, με την προβολή του 25ου Μεσημβρινού ως διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στο Αιγαίο.

Η Ελλάδα θα έπρεπε λογικά να αντιδράσει με αναβολή επ’ αόριστον της επισκέψεως του Έλληνα πρωθυπουργού στην Άγκυρα. Δεν είναι δυνατόν μια χώρα να παρουσιάζεται διεθνώς ότι ακολουθεί μια πολιτική φιλίας και «στρατηγικής συνεργασίας» με μια χώρα που εγείρει σε βάρος της επεκτατικές αξιώσεις και αμφισβητεί τα δικαιώματά της, που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και από διεθνείς συνθήκες, με κορυφαία τη Συνθήκη της Λωζάννης. Η τελευταία καθιστά απολύτως σαφές ότι η Τουρκία δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα σε νησιά ή νησίδες που βρίσκονται πέρα από 3 ναυτικά μίλια από τις ακτές της.

Η Ελλάδα, όμως, της σημερινής κυβερνήσεως κατάπιε την πρόκληση, με το θεώρημα ότι πρέπει, με κάθε τρόπο, να διατηρηθούν οι δίαυλοι επικοινωνίας και με φύλλο συκής την πρόσκληση προς την Άγκυρα να ανακαλέσει το casus belli. Προφανώς, η Άγκυρα δεν θα το ανακαλέσει, εκτός και αν πάρει, παρασκηνιακά, διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις ότι η Ελλάδα δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων σε 12 μίλια στο Αιγαίο.

Η άσκηση του δικαιώματος της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων είναι μονομερές δικαίωμα και η Ελλάδα δεν μπορεί να υποχωρεί σε εκβιαστική απειλή της Τουρκίας ότι θα αντιμετωπίσει με πόλεμο, εάν η Ελλάδα το ασκήσει.

Η διαπίστωση αυτή παραπέμπει στον συσχετισμό των δυνάμεων, που είναι, υπό τις συνθήκες αυτές, το καταλυτικό στοιχείο για την προάσπιση των δικαιωμάτων της χώρας. Η Άγκυρα εκτιμά ότι με μια επίμονη και πολιορκητική πολιτική, σε μακρά προοπτική, θα κάμψει τις Ελληνικές αντιστάσεις και θα υποχρεώσει την Ελλάδα να δεχθεί το μοίρασμα ή τη συνδιαχείριση του Αιγαίου και την παραίτησή της από τα 12 μίλια. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τον ακρωτηριασμό και τη συρρίκνωση του Ελληνικού εθνικού χώρου αλλά και τη δραματική γεωπολιτική του υποβάθμιση προς όφελος της Άγκυρας. Η τελευταία πιστεύει ότι σε λίγα χρόνια η στρατιωτική και οικονομική της υπεροχή απέναντι στην Ελλάδα θα καταστεί αναμφισβήτητη και ότι η Ελλάδα δεν θα έχει τότε πολλά περιθώρια ανεξάρτητης και αντιστασιακής πολιτικής.

Επιδιώκει, παραλλήλως, να διεισδύσει οικονομικά στην Ελλάδα και να χρησιμοποιήσει για τους πολιτικούς της σκοπούς τις επιρροές και τα συμφέροντα που δημιουργούνται.

Η ύφεση στην Ελληνοτουρκική διαμάχη συμφέρει συγκυριακά την Άγκυρα σήμερα και για λόγους εξωτερικής πολιτικής που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, ενδιαφέρεται ειδικότερα για την αναβάθμιση της τελωνειακής Ενώσεως. Οι απρόσκοπτες εξαγωγές στην Ευρώπη, περιλαμβανομένης της Ελλάδος, συνιστούν υψηλή προτεραιότητα της Τουρκικής πολιτικής. Η θετική στάση της Ελλάδος είναι πολύ σημαντική, παρά το γεγονός ότι η Τελωνειακή αυτή Ένωση δημιουργεί συνθήκες άνισου και αθέμιτου ανταγωνισμού. Αντί όμως η Ελλάδα να προτείνει ρήτρες και εξαιρέσεις για να κατοχυρώσει τα δικά της συμφέροντα, προσανατολίζεται να δώσει, χωρίς καμία επιφύλαξη, τη συναίνεσή της. Στο κοινό ανακοινωθέν γίνεται γενική αναφορά στις σχέσεις με την Ευρώπη σε μία μόνο αράδα, χωρίς οποιαδήποτε διευκρίνηση.

Σε σχέση με την Ευρώπη, η Τουρκία ενδιαφέρεται σφόδρα και για την Ευρωπαϊκή Άμυνα, περιλαμβανομένου του Προγράμματος SAFE. Για το τελευταίο, Ελλάδα και Κύπρος προέβαλαν βέτο. Η Τουρκία όμως προωθεί, ως υποκατάστατο, τη διμερή συνεργασία με Ευρωπαϊκές χώρες-μέλη και με αγορά Ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Η πλειοψηφία, δυστυχώς, των χωρών-μελών, με πρωταγωνιστές την Πολωνία, τα Βαλτικά κράτη, την Ισπανία και εκτός Ευρώπης τη Μ. Βρετανία, στηρίζουν πολιτικά την έ­νταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή άμυνα, επιδιώκοντας τη συμμετοχή της στον αντι-Ρωσικό συνασπισμό, που αποθεώνεται σήμερα στην Ευρώπη λόγω Ουκρανίας.

Συμπερασματικά, η Άγκυρα κατέστησε αποδεκτή στην Ελληνική πλευρά τη διπλή πολιτική που ακολουθεί: Μια μακροπρόθεσμη, στρατηγικού χαρακτήρα, που αποβλέπει στην αναθεώρηση των Συνθηκών, όπως αυτήν της Λωζάννης, και του διεθνούς θαλάσσιου δικαίου, με βάση τη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι, και μια πιο συγκυριακή, τακτικού χαρακτήρα, που αποβλέπει στη προβολή μιας εικόνας της Τουρκίας ως δήθεν «ειρηνικής» χώρας που έχει φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα. Η εικόνα αυτή εξαργυρώνεται στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ.
Προϋπόθεση για την άσκηση από την Άγκυρα της διπλής αυτής πολιτικής είναι αφενός η Ελλάδα να παραμείνει αδρανής και να μην κάνει τίποτε για την άσκηση των δικαιωμάτων της στο θαλάσσιο πεδίο και αφετέρου να μη διαταραχθεί η παρούσα γεωπολιτική και στρατηγική ισορροπία που θα ενίσχυε την Ελλάδα και την Κύπρο.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, η Ελλάδα, εδώ και δεκαετίες, ακολουθεί, δυστυχώς, πολιτική αναμονής, που είναι εκ των πραγμάτων συμπληρωματική της Τουρκικής στρατηγικής, ενώ επείγει το αντίθετο. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, η Άγκυρα έχει λόγους να ανησυχεί αλλά και να θέλει να ενισχύσει τις τάσεις του κατευνασμού και του ενδοτισμού στην Ελλάδα. Είναι η στρατηγική σχέση Ελλάδος, Κύπρου και Ισραήλ και η αναδυόμενη συμμαχία μεταξύ τους.

Είναι ένας νέος παράγων, που ανησυχεί την Άγκυρα, που υπολογίζει και την επιρροή που έχει το Ισραήλ στην Αμερικανική πολιτική. Προσπαθεί γι’ αυτό να την υπονομεύσει με κάθε τρόπο και να την παρουσιάσει ως επικίνδυνη για την Ελλάδα.

Η τελευταία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι αντιμετωπίζει με την Τουρκία ένα μεγάλο στρατηγικό πρόβλημα, που δεν θεραπεύεται, δυστυχώς, χωρίς την επιβεβλημένη ισχύ και αποφασιστικότητα. Η ισχύς είναι το εθνικό δυναμικό και οι συμμαχίες της χώρας. Είναι και το άκαμπτο εθνικό φρόνημα και η πίστη στο εθνικό μέλλον. Είναι, τέλος, η μεγάλη ευθύνη της κυβερνήσεως και των πολιτικών ηγεσιών και η αγρυπνία και η μαχητικότητα του Ελληνικού λαού.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ