
Πώς επηρεάζουν την υγεία μας το εισόδημα, η μόρφωση και ο τόπος κατοικίας
Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Αυτή η διαπίστωση αποτελεί το κεντρικό σημείο της τελευταίας μελέτης του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».
Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ
Η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο, πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ανισότητα ως ιδιαίτερα έντονη και να δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η ολοένα αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Η μελέτη εξετάζει την εξέλιξη των ανισοτήτων στην Ελλάδα την περίοδο 2015 – 2025 μέσα από έξι αλληλένδετες διαστάσεις –εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση–, αναδεικνύοντας τόσο τις περιοχές όπου έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος όσο και τις δομικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις ευκαιρίες για σημαντικό μέρος του πληθυσμού.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα μικρότερες ανισότητες σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να έχει ακόμη γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των θετικών μακροοικονομικών και στατιστικών εξελίξεων και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών.
Τα βασικά ευρήματα της μελέτης για την υγεία
Σύμφωνα με τη μελέτη, παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, στη διάγνωση και στη θεραπεία.
Βασικά ευρήματα:
• Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.
• Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
• Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
• Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Ειδικότερα, στην Ελλάδα, οι ανισότητες στην υγεία αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα διασταυρούμενων ανισοτήτων. Το επίπεδο υγείας και η πρόσβαση σε υπηρεσίες δεν επηρεάζονται μόνο από το εισόδημα αλλά και από παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, η εκπαίδευση, η γεωγραφική περιοχή κατοικίας, η αναπηρία, η προέλευση και η οικογενειακή κατάσταση. Οι παράγοντες αυτοί συχνά αλληλεπιδρούν, δημιουργώντας σωρευτικά μειονεκτήματα για ορισμένες ομάδες του πληθυσμού.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι ανισότητες που αφορούν τα άτομα με αναπηρία, τους ηλικιωμένους αλλά και τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο, ομάδες που συχνά αντιμετωπίζουν πολλαπλά και αλληλοενισχυόμενα εμπόδια στην κατάσταση υγείας, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας αλλά και στο επίπεδο πληρωμών για αυτές.
Παρότι το συνολικό προσδόκιμο ζωής παραμένει σχετικά υψηλό, η Ελλάδα πλέον υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου ως προς τα υγιή έτη ζωής μετά την ηλικία των 65 ετών, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα σημαντικό μέρος της επιπλέον επιβίωσης συνοδεύεται από προβλήματα υγείας, λειτουργικούς περιορισμούς ή ανάγκες φροντίδας. Το εύρημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της ταχείας γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού και της αναμενόμενης αύξησης των αναγκών για μακροχρόνια φροντίδα κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Οι ανισότητες στην υγεία εμφανίζουν έντονη κοινωνικοοικονομική διάσταση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν συστηματικά χειρότερη αυτοαξιολογούμενη υγεία και μεγαλύτερη συχνότητα χρόνιων νοσημάτων.
Οι ανισότητες αυτές παρουσιάζουν και σημαντική γεωγραφική διάσταση. Οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών εμφανίζουν κατά μέσο όρο δυσμενέστερους δείκτες υγείας και υψηλότερα ποσοστά χρόνιων νοσημάτων σε σύγκριση με τους κατοίκους αστικών και ημιαστικών περιοχών. Οι διαφορές αυτές πιθανόν συνδέονται με τη χαμηλότερη διαθεσιμότητα υπηρεσιών υγείας και τις μεγαλύτερες αποστάσεις από παρόχους φροντίδας, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες.
Τέλος, ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει η ψυχική υγεία, η οποία αποτελεί ολοένα σημαντικότερη διάσταση των κοινωνικών ανισοτήτων στην υγεία. Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες που παρατηρούνται στη σωματική υγεία αναπαράγονται σε σημαντικό βαθμό και στα καταθλιπτικά συμπτώματα, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά και μορφωτικά στρώματα να εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερα επίπεδα ψυχικής επιβάρυνσης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον βαθμό αστικοποίησης. Σε αντίθεση με αρκετούς δείκτες σωματικής υγείας, οι αγροτικές περιοχές εμφανίζουν σε ορισμένες περιπτώσεις χαμηλότερα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε σχέση με τις αστικές περιοχές. Η διαφορά αυτή πιθανόν συνδέεται με παράγοντες όπως τα υψηλότερα επίπεδα άγχους, κοινωνικής πίεσης και ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης, που συχνά χαρακτηρίζουν το αστικό περιβάλλον.
Οι έμφυλες διαστάσεις της ψυχικής υγείας είναι εξίσου σημαντικές. Οι γυναίκες εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερα ποσοστά δήλωσης καταθλιπτικών και αγχωδών συμπτωμάτων, ενώ, αντίθετα, οι άνδρες εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, παρότι συχνά δηλώνουν χαμηλότερα επίπεδα ψυχικής δυσφορίας στις έρευνες.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι ανισότητες που συνδέονται με την αναπηρία και τις λειτουργικές δυσκολίες. Η παρουσία χρόνιων προβλημάτων υγείας ή περιορισμών στην καθημερινή ζωή συνδέεται όχι μόνο με χειρότερα αποτελέσματα υγείας αλλά και με χαμηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Παρότι η Ελλάδα διαθέτει σύστημα καθολικής κάλυψης, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας δεν αποδεικνύεται ισότιμη για όλες τις κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Μεταξύ άλλων, οι διαφορές στο εισόδημα, στην εκπαίδευση, στον τόπο κατοικίας, στην ηλικία και σε άλλα κοινωνικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν σημαντικά τη δυνατότητα των ατόμων να λαμβάνουν έγκαιρη και κατάλληλη φροντίδα όταν τη χρειάζονται.
Παράλληλα, οι γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πρόκληση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων αναγκών σε σχέση με τους κατοίκους ημιαστικών περιοχών, ενώ οι αστικές περιοχές καταλαμβάνουν ενδιάμεση θέση. Οι διαφορές αυτές δεν αντανακλούν μόνο τη φυσική απόσταση από τις υπηρεσίες υγείας αλλά και τη χρόνια άνιση κατανομή προσωπικού, υποδομών και εξειδικευμένων υπηρεσιών μεταξύ των διαφορετικών περιοχών της χώρας. Οι νησιωτικές και ορεινές περιοχές και η συγκέντρωση εξειδικευμένων υπηρεσιών στα μεγάλα αστικά κέντρα εξακολουθούν να δημιουργούν σημαντικά εμπόδια πρόσβασης σε υγειονομικές υπηρεσίες για σημαντικό μέρος του πληθυσμού.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας λειτουργούν ως ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες μετατρέπονται σε ανισότητες στην κατάσταση της υγείας. Όταν συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση ή στη θεραπεία, οι διαφορές στα αποτελέσματα υγείας τείνουν να διευρύνονται διαχρονικά. Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων αναγκών και η διασφάλιση ουσιαστικά καθολικής πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας αποτελούν, συνεπώς, βασική προϋπόθεση για τον περιορισμό των ευρύτερων κοινωνικών ανισοτήτων.