
Οικόπεδα στην περιφέρεια: Ευκαιρίες επένδυσης, υπεραξίες και τα σημεία που απαιτούν προσοχή
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Η αγορά οικοπέδων στην ελληνική περιφέρεια επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς ολοένα και περισσότεροι επενδυτές αναζητούν ευκαιρίες σε περιοχές με χαμηλότερο κόστος εισόδου και σημαντικές προοπτικές υπεραξίας. Η αυξανόμενη τουριστική ανάπτυξη, η βελτίωση των υποδομών και η ενίσχυση της ζήτησης για εξοχικές κατοικίες έχουν στρέψει το ενδιαφέρον σε παραθαλάσσιες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, όπου οι τιμές παραμένουν αισθητά χαμηλότερες σε σύγκριση με τις ήδη ώριμες αγορές των Κυκλάδων ή των νοτίων προαστίων της Αττικής.
Περιοχές όπως η Εύβοια, η Φθιώτιδα, η Χαλκιδική, η Θεσπρωτία, η Λευκάδα και η Πελοπόννησος εξακολουθούν να προσφέρουν επιλογές για επενδυτές που αναζητούν γη με αναπτυξιακές προοπτικές. Σε πολλές από αυτές τις περιοχές, η αύξηση των επισκεπτών, η ανάπτυξη τουριστικών υποδομών και η ενίσχυση της βραχυχρόνιας μίσθωσης δημιουργούν προϋποθέσεις για μελλοντικές υπεραξίες.
Ωστόσο, η επιτυχία μιας επένδυσης σε οικόπεδο δεν εξαρτάται μόνο από την τιμή αγοράς. Η πραγματική αξία βρίσκεται στη δυνατότητα αξιοποίησης του ακινήτου, στη θέση του και στη σαφή γνώση των πολεοδομικών δεδομένων που το συνοδεύουν.
Εκτός σχεδίου: Ευκαιρίες αλλά και αυξημένες απαιτήσεις ελέγχου
Τα εκτός σχεδίου αγροτεμάχια εξακολουθούν να προσελκύουν επενδυτές λόγω του χαμηλότερου κόστους κτήσης και των μεγαλύτερων διαθέσιμων εκτάσεων. Παράλληλα, όμως, απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οι πρόσφατες πολεοδομικές εξελίξεις έχουν καταστήσει πιο σύνθετο το πλαίσιο δόμησης. Πριν από οποιαδήποτε αγορά, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητα του ακινήτου, η ύπαρξη νόμιμης πρόσβασης σε κοινόχρηστο δρόμο, καθώς και τυχόν περιορισμοί που προκύπτουν από δασικούς χάρτες, περιοχές Natura ή αρχαιολογικές δεσμεύσεις. Ένα αγροτεμάχιο μπορεί να φαίνεται ιδιαίτερα ελκυστικό λόγω τιμής ή θέας, αλλά η πραγματική του αξία καθορίζεται από το τι μπορεί να κατασκευαστεί σε αυτό.
Εντός οικισμού: Όχι χωρίς έλεγχο
Αντίστοιχα, ούτε τα οικόπεδα εντός οικισμού μπορούν πλέον να θεωρούνται αυτομάτως ασφαλείς επενδύσεις. Οι συζητήσεις και οι αλλαγές που αφορούν τα όρια οικισμών και τους όρους δόμησης σε πολλές περιοχές της χώρας καθιστούν αναγκαίο τον πλήρη τεχνικό έλεγχο πριν από κάθε συναλλαγή.
Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να επιβεβαιώνουν με ακρίβεια τη θέση του οικοπέδου, τους ισχύοντες όρους δόμησης, τα επιτρεπόμενα μεγέθη κατασκευής και τυχόν περιορισμούς που ενδέχεται να επηρεάσουν τη μελλοντική αξιοποίησή του. Η ύπαρξη οικοδομησιμότητας σήμερα δεν αρκεί χωρίς πλήρη τεκμηρίωση και τεχνική διερεύνηση.
Η θέση είναι αυτή που δημιουργεί την υπεραξία
Πέρα από τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η θέση του ακινήτου. Οικόπεδα με θέα στη θάλασσα, εύκολη πρόσβαση, εγγύτητα σε οργανωμένες παραλίες, μαρίνες, τουριστικά κέντρα ή νέες υποδομές διαθέτουν σημαντικά μεγαλύτερες πιθανότητες ανόδου της αξίας τους τα επόμενα χρόνια.
Η επιλογή μιας προνομιακής θέσης μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη ακόμη και από το μέγεθος του οικοπέδου ή το χαμηλό τίμημα αγοράς. Η εμπειρία της αγοράς δείχνει ότι τα ακίνητα που συνδυάζουν καλή τοποθεσία με ξεκάθαρα πολεοδομικά χαρακτηριστικά είναι εκείνα που διατηρούν τη ζήτησή τους και καταγράφουν τις μεγαλύτερες υπεραξίες.
Το τρίπτυχο της επιτυχημένης επένδυσης
Στο σημερινό περιβάλλον, η αγορά γης απαιτεί περισσότερο επαγγελματική προσέγγιση από ποτέ. Ο επενδυτής πρέπει να διαθέτει πλήρες και πρόσφατο τοπογραφικό διάγραμμα, αναλυτικό έλεγχο τίτλων και κυρίως επίσημη βεβαίωση όρων δόμησης από αρμόδιο μηχανικό πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε δέσμευση κεφαλαίων.
Η επιτυχία μιας επένδυσης σε οικόπεδο βασίζεται τελικά σε τρεις παράγοντες: Σωστή θέση, πλήρη τεχνικό έλεγχο και ξεκάθαρους όρους δόμησης. Όταν αυτά τα στοιχεία συνυπάρχουν, η ελληνική περιφέρεια συνεχίζει να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για όσους αναζητούν μακροπρόθεσμες αποδόσεις και υπεραξίες σε μια αγορά που εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης.