Η Τουρκία αναβαθμίζεται, η Αθήνα χάνει «συμμάχους», ενώ η ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο απαιτεί δύσκολες επιλογές

Η Τουρκία αναβαθμίζεται, η Αθήνα χάνει «συμμάχους», ενώ η ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο απαιτεί δύσκολες επιλογές

Η ελληνική εξωτερική πολιτική πάει διακοπές, ενώ την ίδια ώρα συμβαίνουν κοσμογονικές αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή, που επηρεάζουν άμεσα και τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Συνοπτικά
  • Τριμερής συμμαχία Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας – Πακιστάν: Δημιουργείται ένας ισχυρός άξονας που ανατρέπει τις ισορροπίες, εκθέτοντας τη διπλωματική τακτική της Αθήνας στη Μέση Ανατολή.
  • Πυρηνικές και αμυντικές φιλοδοξίες: Η Άγκυρα αποκτά πρόσβαση σε σαουδαραβικά κεφάλαια για την αμυντική της βιομηχανία και θέτει τις βάσεις για περιφερειακή υπεροχή.
  • Πιέσεις στο Κάιρο και διπλωματικά ερωτήματα: Οι συνεχείς επαφές του ελληνικού ΥΠΕΞ με την Αίγυπτο αποτυπώνουν την ανησυχία για τη στάση του Καΐρου απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
  • Ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Κύπρου (GSI): Η είσοδος της γαλλικής Meridiam και τα ερωτήματα για την έκδοση NAVTEX ανατολικά της Κάσου εν μέσω τουρκικών προκλήσεων.

Διαβάστε την αναλυτικά το ρεπορτάζ…

Έτσι, η κυβέρνηση βρέθηκε να παρακολουθεί ως αμήχανος θεατής τη μεγάλης σημασίας συμφωνία της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, με προοπτική σύντομα να ενταχθεί στο σχήμα αυτό και η Αίγυπτος, μια εξέλιξη που φυσικά αφήνει εκτεθειμένη την Αθήνα σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της «στρατηγικής σχέσης» με το Ριάντ και αμφισβητεί ευθέως την επίσης «στρατηγική σχέση» με το Κάιρο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ επιχείρησαν να υποβαθμίσουν την εξέλιξη αυτή, η οποία αλλάζει τις ισορροπίες δυνάμεων στην περιοχή και ενισχύει σημαντικά τον ρόλο της Τουρκίας. Αποδεικνύει, επίσης, πόσο ανεπαρκής ήταν ο χειρισμός της κυβέρνησης όλους τους τελευταίους μήνες, καθώς δεν κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει διπλωματικά τη στήριξη που παρείχε στη Σαουδική Αραβία, με την παραχώρηση των ελληνικών Patriots, αλλά και στο ΣΑ του ΟΗΕ, σε πρωτοβουλίες που αφορούσαν την ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας.

Η τριμερής συμμαχία, η οποία προβλέπει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, έχει προβληθεί ως πρόπλασμα ενός ισλαμικού ΝΑΤΟ, με βασικό πυρήνα τις τρεις αυτές χώρες: Τη Σαουδική Αραβία, που διαθέτει την τεράστια ρευστότητα, το Πακιστάν, μια μεγάλη χώρα με πυρηνικό οπλοστάσιο, και την Τουρκία, με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και μια ανερχόμενη αμυντική βιομηχανία.

Τις χώρες αυτές μπορεί να τις ενώνει η εχθρότητα προς το Ισραήλ, αλλά η κίνησή τους εκφράζει κάτι διαφορετικό. Το αίτημα ο ισλαμικός κόσμος να εκπροσωπηθεί με πιο αποτελεσματικό και αποφασιστικό τρόπο στο διεθνές σύστημα, το οποίο είναι υπό αναδιαμόρφωση, με τις παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις να υποχρεώνονται σταδιακά σε αναδίπλωση προς όφελος περιφερειακών δυνάμεων.

Η τριμερής αυτή συμμαχία πολύ σύντομα θα γίνει το όχημα για την ικανοποίηση των πυρηνικών φιλοδοξιών της Τουρκίας, τις οποίες δεν έχει κρύψει ο Ταγίπ Ερντογάν, και αυτό θα είναι κάτι που θα οδηγήσει σε μια δύσκολη και επικίνδυνη κούρσα ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία γνωρίζει ότι ο μεγάλος αντίπαλός της στην περιοχή είναι το Ισραήλ και επίσης γνωρίζει ότι, όσο δεν έχει την πυρηνική αποτροπή, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί ευθέως στον ανταγωνισμό περιφερειακής ισχύος.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η Τουρκία εξασφαλίζει δύο ισχυρούς συμμάχους στον μουσουλμανικό κόσμο και, κυρίως, η αμυντική της βιομηχανία αποκτά πρόσβαση στη σαουδαραβική χρηματοδότηση.

Σε διπλωματικό επίπεδο, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι η τριμερής συμμαχία έρχεται τη στιγμή που οι Αμερικανοί πίεζαν τη Σαουδική Αραβία να αναγνωρίσει το Ισραήλ και να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες είναι κρίσιμες προκειμένου να υπάρξει γενικευμένη ειρήνευση στη Μέση Ανατολή και να ανοίξει ο δρόμος και για τον μεγάλο διάδρομο IMEC.

Ο διάδρομος αυτός θα συνδέει τον μεγάλο αντίπαλο του Πακιστάν, την Ινδία, με τη Σαουδική Αραβία και, μέσω Ιορδανίας και Ισραήλ, με τη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας ε­ντελώς την Τουρκία. Πλέον, με την υπογραφή της τριμερούς συμμαχίας, πιθανότατα ανατρέπονται και οι σχεδιασμοί για τον αγωγό αυτό, τη στιγμή που η Τουρκία διεκδικεί να στραφούν στο έδαφός της οι εναλλακτικοί αγωγοί που σχεδιάζονται για τη μεταφορά του πετρελαίου και του φυσικού αερίου των χωρών του Κόλπου στην αγορά της Δύσης, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ.

Ως μοναδική αντίδραση σε όλα όσα συμβαίνουν, η Αθήνα επέλεξε μία ακόμα τηλεφωνική επικοινωνία του ΥΠΕΞ Γιώργου Γεραπετρίτη με τον αιγύπτιο ομόλογό του, κάτι που γεννά πολλά ερωτήματα, καθώς η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία γίνεται πλέον σε εβδομαδιαία βάση.

Και δίνει την εντύπωση ότι η Αθήνα επιδιώκει να αποσπάσει κάτι από τους Αιγυπτίους: Είτε αυτό είναι η διαβεβαίωση ότι η βελτίωση των σχέσεων του Καΐρου με την Άγκυρα δεν θα οδηγήσει σε διάλυση της «στρατηγικής σχέσης» μεταξύ των δύο χωρών και, πολύ περισσότερο, δεν θα υπάρξει ικανοποίηση της τουρκικής διεκδίκησης για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Ή, ακόμα χειρότερα, εάν οι συνεχείς επικοινωνίες του έλληνα ΥΠΕΞ με τον αιγύπτιο ομόλογό του περιορίζονται απλώς στην αναζήτηση μιας λύσης στο θέμα της Μονής του Σινά, τότε πολλά δείχνουν ότι η Αίγυπτος δεν κάνει πίσω και η κόκκινη γραμμή της είναι η απόκτηση της κυριότητας σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ακόμη και στους ιερούς ναούς της Μονής.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε να εμφανίσει ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία την είσοδο της γαλλικής εταιρείας Meridiam στο σχήμα του GSI της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης. Ανέθεσε, μάλιστα, στα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ να υποστηρίξουν (αυτό που δεν έκανε η ίδια, για να μην εκτεθεί) ότι με τη συμφωνία μπαίνει «γαλλική ασπίδα» στο έργο, υπονοώντας ότι η Τουρκία θα βρει απέναντί της τον Γαλλικό Στόλο, εάν επιχειρήσει να εμποδίσει και πάλι το έργο…

Όμως, η κίνηση με τη Meridiam αφορά κυρίως την άσκηση πίεσης στην Κύπρο, η οποία πολιτικά μεν στηρίζει το έργο, στην πράξη, όμως, μάλλον οδηγεί στην υπονόμευσή του. Με πρόσχημα την οικονομοτεχνική μελέτη, ώστε να αποδεικνύεται η βιωσιμότητά του, η Λευκωσία δεν αποδεσμεύει τα κεφάλαια που είναι υποχρεωμένη, βάσει της αρχικής συμφωνίας, να καταβάλει.

Η πραγματικότητα, φυσικά, είναι ότι αυτό δεν βολεύει τα συμφέροντα των κυπρίων επιχειρηματιών που παράγουν το ηλεκτρικό ρεύμα στο νησί, καθώς το έργο θα σπάσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και θα προσφέρει φθηνότερες τιμές ενέργειας στους κύπριους καταναλωτές.

Όμως το μπαλάκι βρίσκεται και πάλι στην κυβέρνηση, η οποία, εφόσον μάλιστα θριαμβολογεί για την είσοδο της γαλλικής εταιρείας στο επιχειρηματικό σχήμα, θα πρέπει σύντομα να εκδώσει τις σχετικές NAVTEX για την επανέναρξη των εργασιών εκεί που τις διέκοψε η παρέμβαση του Τουρκικού Στόλου, ανατολικά της Κάσου, το 2024.

Τώρα η κυβέρνηση δεν θα έχει άλλοθι για νέες καθυστερήσεις και εκεί θα φανεί εάν θα επιδιώξει, με ελιγμούς, να ξεπεράσει την αντίθεση της Τουρκίας, ικανοποιώντας εκ του πλαγίου τις απαιτήσεις της, ή θα έρθει και πάλι σε τροχιά αντιπαράθεσης με την Άγκυρα.

Είναι, όμως, έτοιμη η κυβέρνηση για κάτι τέτοιο;

Μια κρίση με την Τουρκία θα μπορούσε κατ’ αρχάς –και εφόσον ήταν προσχεδιασμένη– να τονώσει το προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη, και μάλιστα σε προεκλογική χρονιά. Όμως, τέτοιου είδους παιχνίδια δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι εξελίσσονται όπως τα σχεδιάζεις.

Η Τουρκία δείχνει αποφασισμένη, ειδικά τώρα που βλέπει ανεβασμένες τις μετοχές της διεθνώς, να προστατεύσει αυτό που θεωρεί «Γαλάζια Πατρίδα» και προφανώς δεν πρόκειται να υποχωρήσει επειδή μια γαλλική εταιρεία μπήκε στο παιχνίδι.

Από την άλλη, μια αντιπαράθεση για την έκδοση NAVTEX και για τις έρευνες ανατολικά της Κάσου δεν θα θεωρηθεί «επίθεση», ώστε να ενεργοποιηθεί η ελληνογαλλική ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.

Ακόμα και αν ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρήσει να παρέμβει προς την Τουρκία, είναι εμφανές ότι αυτό θα εξαντληθεί σε διπλωματικό επίπεδο, με τον γάλλο Πρόεδρο να βαδίζει προς αποχώρηση μετά τις προεδρικές εκλογές, χωρίς να διαθέτει ούτε την πειθώ ούτε, πολύ περισσότερο, την ισχύ ώστε να διατάξει δυναμική παρέμβαση της Γαλλίας για συνέχιση των ερευνών.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Γαλλία δεν πρόκειται να εμπλακεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση επειδή η Τουρκία απαιτεί να εκδώσει και η ίδια NAVTEX για τις έρευνες.

Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση θα έχει να διαχειριστεί ένα δυσμενές περιβάλλον λόγω της ενίσχυσης και της αναβάθμισης της Τουρκίας, καθώς και να λάβει αποφάσεις για τον GSI, όπου κάθε επιλογή είναι δύσκολη.

Φωτό: https://www.facebook.com/RTErdogan

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Διαβάστε ακόμη στο «ΤΟ ΠΑΡΟΝ»