Οι Ψηφιακές Πολεοδομίες και οι αναλογικές παθογένειες του κράτους

Οι Ψηφιακές Πολεοδομίες και οι αναλογικές παθογένειες του κράτους


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Οι πρόσφατες αποκαλύψεις σχετικά με την ύπαρξη οργανωμένων κυκλωμάτων διαφθοράς σε πολεοδομικές υπηρεσίες της χώρας επανέφεραν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για την ουσία και την αποτελεσματικότητα του ελληνικού ψηφιακού μετασχηματισμού. Παρά τις σημαντικές επενδύσεις σε ηλεκτρονικές άδειες, πληροφοριακά συστήματα, ψηφιακά μητρώα και μηχανισμούς διαλειτουργικότητας, η δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες στην έγκαιρη ανίχνευση και στην πρόληψη φαινομένων διαφθοράς που αναπτύσσονται εντός των ίδιων των υπηρεσιών της. Η αναντιστοιχία μεταξύ τεχνολογικής προόδου και θεσμικής αποτελεσματικότητας αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η πρόκληση δεν αφορά την έλλειψη ψηφιακών εργαλείων ή διαθέσιμων δεδομένων αλλά την περιορισμένη αξιοποίησή τους για σκοπούς εσωτερικού ελέγχου, αξιολόγησης κινδύνου, λογοδοσίας και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.

Η αποκάλυψη ενός εκτεταμένου κυκλώματος σε υπηρεσίες που λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά μέσω ψηφιακών διαδικασιών δεν εγείρει μόνο ερωτήματα ατομικής ευθύνης. Εγείρει πρωτίστως ερωτήματα θεσμικής επάρκειας. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας οφείλουν να εξηγήσουν γιατί τα ψηφιακά ίχνη που παράγονταν καθημερινά δεν ενεργοποίησαν έγκαιρα μηχανισμούς ανίχνευσης κινδύνου. Η ύπαρξη ηλεκτρονικών συστημάτων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ψηφιακής ωριμότητας. Πραγματικό ψηφιακό κράτος είναι εκείνο που χρησιμοποιεί τα δεδομένα όχι μόνο για να ελέγχει τον πολίτη αλλά και για να ελέγχει αποτελεσματικά τον εαυτό του.

Οι πολεοδομίες αποτελούν κρίσιμους μηχανισμούς αδειοδότησης και ελέγχου της χώρας. Κάθε οικοδομική άδεια, τροποποίηση σχεδίου, αυτοψία, έγκριση ή απόρριψη παράγει διοικητικά ίχνη. Η μετάβαση στο σύστημα ηλεκτρονικής έκδοσης αδειών δημιούργησε έναν τεράστιο όγκο ψηφιακής πληροφορίας που αποτελεί πολύτιμο εργαλείο εσωτερικού ελέγχου.

Το ελληνικό κράτος έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους στην παρακολούθηση των συναλλαγών των πολιτών και των επιχειρήσεων. Η ΑΑΔΕ διαθέτει εξελιγμένους μηχανισμούς ανάλυσης φορολογικών δεδομένων. Το myDATA παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι τραπεζικές συναλλαγές υπόκεινται σε διασταυρώσεις και ελέγχους. Οι πολίτες καλούνται καθημερινά να αποδεικνύουν τη σύννομη συμμόρφωσή τους απέναντι στο κράτος.

Η ίδια ένταση ελέγχου δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στο εσωτερικό της δημόσιας διοίκησης. Ένα σύγχρονο ψηφιακό κράτος δεν περιορίζεται στην ηλεκτρονική διεκπεραίωση διαδικασιών. Η πραγματική του αξία βρίσκεται στην ικανότητα αξιοποίησης των δεδομένων για την πρόληψη παραβατικών συμπεριφορών και την ενίσχυση της θεσμικής λογοδοσίας. Η τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό φορολογικών αποκλίσεων θα μπορούσε να χρησιμοποιείται και για την ανίχνευση διοικητικών αποκλίσεων υψηλού κινδύνου.

Η ανάλυση δεδομένων εντοπίζει ασυνήθιστα πρότυπα εγκρίσεων, υπερβολικά γρήγορες αδειοδοτήσεις, επαναλαμβανόμενες παρεκκλίσεις από τον μέσο χρόνο διεκπεραίωσης, υπερσυγκέντρωση συγκεκριμένων τύπων υποθέσεων σε συγκεκριμένους υπαλλήλους ή υπηρεσίες, καθώς και επαναλαμβανόμενες αποφάσεις που αποκλίνουν στατιστικά από την υπόλοιπη διοικητική πρακτική. Οι δυνατότητες δεν ανήκουν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας και αποτελούν καθιερωμένες πρακτικές συστημάτων διακυβέρνησης, εσωτερικού ελέγχου και ανίχνευσης απάτης σε πολλές χώρες και μεγάλους οργανισμούς. Η τεχνολογία υπάρχει, τα δεδομένα υπάρχουν και το ερώτημα αφορά τη βούληση για την ορθή αξιοποίησής τους.

Η αντίφαση καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής υπό το πρίσμα της θεσμικής εμπιστοσύνης. Η διαρκώς διευρυμένη ψηφιοποίηση των συναλλαγών μεταξύ κράτους και πολιτών προϋποθέτει την εκχώρηση ολοένα και περισσότερων δεδομένων, την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πλατφορμών και την αποδοχή αυτοματοποιημένων διαδικασιών ελέγχου και λήψης αποφάσεων. Η κοινωνική και δημοκρατική νομιμοποίηση του ψηφιακού μετασχηματισμού δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά στην ταχύτητα ή στην αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Καθοριστική προϋπόθεση αποτελεί η πεποίθηση ότι οι τεχνολογικές δυνατότητες αξιοποιούνται με αντίστοιχη ένταση για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, την ενίσχυση της λογοδοσίας και τον έλεγχο των εσωτερικών λειτουργιών της διοίκησης.

Η διαφθορά δεν εξαλείφεται με την εγκατάσταση νέων πληροφοριακών συστημάτων. Η ιστορία της δημόσιας διοίκησης αποδεικνύει ότι κάθε τεχνολογική αλλαγή δημιουργεί νέες δυνατότητες αλλά και νέες μορφές κατάχρησης. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην ύπαρξη μηχανισμών συνεχούς επιτήρησης, ανάλυσης κινδύνου και λογοδοσίας.

Η συζήτηση γύρω από τις πολεοδομικές υποθέσεις δεν εξαντλείται στην απόδοση ατομικών ποινικών ευθυνών ούτε περιορίζεται στη διερεύνηση συγκεκριμένων περιστατικών παραβατικής συμπεριφοράς. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η διερεύνηση των λόγων για τους οποίους οι ψηφιακές υποδομές της δημόσιας διοίκησης δεν λειτούργησαν ως μηχανισμός έγκαιρης ανίχνευσης και πρόληψης φαινομένων διαφθοράς. Η ύπαρξη ηλεκτρονικών αδειών, ψηφιακών αρχείων και πληροφοριακών συστημάτων παράγει καθημερινά τεράστιο όγκο διοικητικών δεδομένων. Η θεσμική τους αξία, όμως, παραμένει περιορισμένη όταν οι πληροφορίες αυτές δεν αξιοποιούνται για σκοπούς εσωτερικού ελέγχου, αξιολόγησης κινδύνου και ενίσχυσης της λογοδοσίας της ίδιας της διοίκησης.

Η μεγαλύτερη πρόκληση του ελληνικού ψηφιακού κράτους δεν είναι η δημιουργία νέων πλατφορμών αλλά η μετατροπή της ψηφιακής πληροφορίας σε εργαλείο θεσμικής ακεραιότητας. Ένα κράτος που μπορεί να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τις οικονομικές δραστηριότητες εκατομμυρίων πολιτών οφείλει να διαθέτει αντίστοιχες δυνατότητες ανίχνευσης ανωμαλιών και στο εσωτερικό των ίδιων των υπηρεσιών του.

Η τεχνολογία δεν μπορεί να περιορίζεται στον ρόλο του μηχανισμού επιτήρησης και συμμόρφωσης του πολίτη. Η θεσμική της αποστολή οφείλει να επεκτείνεται και στο εσωτερικό της δημόσιας διοίκησης, ως εργαλείο πρόληψης της αυθαιρεσίας, ενίσχυσης της διαφάνειας και καταπολέμησης των φαινομένων διαφθοράς. Υπό αυτήν την προϋπόθεση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός παύει να αποτελεί μια απλή διαδικασία διοικητικής αυτοματοποίησης και αναδεικνύεται σε θεμελιώδη πυλώνα λογοδοσίας, θεσμικής ακεραιότητας και δημοκρατικού ελέγχου της δημόσιας εξουσίας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ