
Οι διεθνείς εξελίξεις και οι ανεύθυνοι διαλαλητές του πολέμου στην Ευρώπη

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη Γάζα είναι μια θετική εξέλιξη μέσα στο αδιέξοδο που είχε αρχίσει να δημιουργείται από τις μεγάλες δυσκολίες που παρουσιάζει η εφαρμογή της Συμφωνίας Τραμπ. Η τελευταία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τον αφοπλισμό της Χαμάς και την εγκαθίδρυση στη Γάζα, για μια μεταβατική περίοδο, Διεθνούς Ειρηνευτικής Δυνάμεως.
Το ψήφισμα δίνει μια νέα δυναμική στην υπάρχουσα εκεχειρία και παρέχει το πλαίσιο για νέες προσπάθειες επιτεύξεως προόδου. Θετικό είναι και το γεγονός ότι οι δύο άλλες μεγάλες δυνάμεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας, η Ρωσία και η Κίνα, δεν κατεψήφισαν το ψήφισμα αλλά τήρησαν μόνο αποχή.
Η Χαμάς απορρίπτει το ψήφισμα, αρνούμενη τον προβλεπόμενο αφοπλισμό της και την υπαγωγή της Γάζας έστω για μια μεταβατική περίοδο σε διεθνή έλεγχο. Η άρνησή της δεν λαμβάνεται επισήμως υπ’ όψιν, εφόσον ο αφοπλισμός και η ουσιαστική διάλυσή της ως στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως που ασκεί εξουσία στη Γάζα θεωρείται μέρος της Συμφωνίας Τραμπ. Το ερώτημα είναι εάν έχει επαρκείς δυνάμεις για να εμποδίσει ή να δημιουργήσει προβλήματα στην εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου;
Στο θέμα αυτό είναι κρίσιμος ο ρόλος των «φίλων» της Χαμάς, που είναι το Κατάρ και η Τουρκία. Η Σαουδική Αραβία έχει συσφίξει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και εξασφάλισε την αναγνώρισή της ως στρατηγικού συμμάχου των ΗΠΑ, ανταμοιβόμενη γι’ αυτό και με την πώληση των F-35, που δεν δίνονται στην ΝΑΤΟϊκή Τουρκία. Οι ΗΠΑ πιέζουν τη Σαουδική Αραβία να ενταχθεί στις Συμφωνίες Αβραάμ και να προχωρήσει στην αναγνώριση του Ισραήλ και στην εξομάλυνση των σχέσεων μαζί του. Η τελευταία όμως επιφυλάσσεται να αναγνωρίσει το Ισραήλ, όταν θα καταστεί σαφέστερη η προοπτική δημιουργίας Παλαιστινιακού κράτους.
Η άλλη μεγάλη διεθνής κρίση, η Ουκρανία, παραμένει ακόμα ενεργό ηφαίστειο, με παρόντα πάντα τον κίνδυνο κλιμακώσεως και διευρύνσεως του πολέμου. Η Ευρώπη συνεχίζει την ίδια και χειρότερη άφρονα πολιτική, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά και καλλιεργώντας κλίμα επικείμενου πολέμου Ευρώπης – Ρωσίας, λόγω Ουκρανίας.
Η προσκόλληση στο αφήγημα για Ρωσική επιθετικότητα και απρόκλητη, υποτίθεται, επίθεση κατά της Ουκρανίας τροφοδοτεί τον μύθο ότι η Ρωσία ετοιμάζεται να επιτεθεί και κατά άλλων Ευρωπαϊκών χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την προαγωγή μιας αντι-Ρωσικής υστερίας, που υπερβαίνει κάθε προηγούμενο και σε ρητορική επερχομένου πολέμου, για τον οποίο η Ευρώπη πρέπει κατεπειγόντως να προετοιμάζεται.
Πρωτοστάτες στο ιδεολόγημα αυτό είναι η Πολωνία, τα Βαλτικά κράτη και εσχάτως, μετά την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, και οι Σκανδιναβικές χώρες. Κοντά όμως σ’ αυτές προεξάρχει επίσης η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φον ντερ Λάιεν, συνεπικουρούμενη από τις ηγεσίες του Γαλλο-Γερμανικού άξονα και της Μεγάλης Βρετανίας. Προκάλεσε αίσθηση προσφάτως η δήλωση του Γερμανού υπουργού Αμύνης Πιστόριους, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, είπε ότι η Ευρώπη πέρασε ίσως φέτος το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην ίδια γραμμή και ο Γερμανός Καγκελάριος Μερτς, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία για να κάνει εμπρηστικές δηλώσεις για την Ουκρανία, την πολεμική προετοιμασία της Ευρώπης και της Γερμανίας και εναντίον της Ρωσίας.
Πέρασαν μόλις 35 χρόνια από τη συναίνεση της πρώην ΕΣΣΔ στην επανένωση της Γερμανίας. Η Γερμανία, με τη βοήθεια κυρίως των Αμερικανών, έλυσε το εθνικό της πρόβλημα με τη Ρωσία. Η προοπτική ευρύτατης συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και επανενωμένης Γερμανίας φαινόταν απεριόριστη και ανέφελη. Εκφράσθηκε αργότερα με τους ενεργειακούς αγωγούς στη Βαλτική. Η Ενωμένη Ευρώπη ανησύχησε μήπως και η Γερμανία ακολουθήσει, υπό τις συνθήκες αυτές, νέα ουδέτερη πολιτική και απομακρυνθεί από το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, στηριζόμενη στο ισχυρό μάρκο. Εκτιμήθηκε ότι έπρεπε γι’ αυτό να επιταχυνθεί η Ευρωπαϊκή ενοποίηση και να εισαχθεί το ευρώ ως κοινό νόμισμα. Το τι έγινε μετά είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
Πώς έφτασε η Γερμανία να ακολουθεί σήμερα μια εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική, αν και δεν τη συμμερίζεται το AfD, που είναι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις πρώτο κόμμα στις προτιμήσεις των εκλογέων; Η ευθύνη επιρρίπτεται στον Πούτιν και στη Ρωσική επιθετικότητα, που θέτει άμεση απειλή για ολόκληρη την Ευρώπη. Η θέση αυτή έγινε επίσημο ιδεολόγημα, που προβάλλεται συστηματικά από τα ελεγχόμενα ΜΜΕ. Το γεγονός ότι, αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις προς τη Ρωσική ηγεσίαν το ΝΑΤΟ προήλασε μέχρι την Ουκρανία, θέτοντας στρατηγικό πρόβλημα ασφαλείας στη Ρωσία, αποσιωπάται.
Το νέο ιδεολόγημα αξιοποιείται από την ηγεσία των Βρυξελλών για μια νέα επιτάχυνση στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση, με άξονα την υποτιθέμενη ύπαρξη κοινής απειλής κατά της Ευρώπης. Η κοινή Ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική ήταν επιβεβλημένη για μια πραγματικά ενωμένη και ανεξάρτητη Ευρώπη. Η υστερική προβολή όμως μιας υποτιθέμενης κοινής Ρωσικής απειλής αποπροσανατολίζει την Ευρώπη και την καθιστά παραδόξως πιο εξαρτημένη ακόμα από τις ΗΠΑ, και ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας, ενώ την περιθωριοποιεί και στο γεωπολιτικό επίπεδο.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, η ταύτιση της Ευρωπαϊκής άμυνας με την αντι-Ρωσική υστερία προσκαλεί και την Ελλάδα να ενστερνισθεί αυτό το ιδεολόγημα και να συμμετάσχει σ’ αυτήν την πολιτική, την ίδια ώρα που η πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών χωρών βλέπει στην Τουρκία έναν αναγκαίο και πολύ σημαντικό σύμμαχο και εταίρο στον αντι-Ρωσικό συνασπισμό και που η Άγκυρα επιδίδεται στο δικό της διπλό, επιτήδειο παιχνίδι.
Στο πνεύμα αυτό, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες προσπαθούν απεγνωσμένα να ρυμουλκήσουν στην πολιτική τους και τις ΗΠΑ, πιστεύοντας ότι η ενωμένη ισχύς ΗΠΑ και Ευρώπης μπορεί να υπερισχύσει της Ρωσίας και να φέρει νικηφόρο αποτέλεσμα στον πόλεμο της Ουκρανίας. Αυτή ήταν η κοινή υπόθεση και προσδοκία που οδήγησε στον πόλεμο της Ουκρανίας, με πρωτοστάτη τον Μπάιντεν των ΗΠΑ. Ο τελευταίος ευθυγραμμιζόταν με τους Ευρωπαίους, προτάσσοντας ως κοινό πολιτικό και ιδεολογικό στόχο την παγκοσμιοποίηση και την μονοπολική Αμερικανική ηγεμονία.
Ο σημερινός Αμερικανός Πρόεδρος απορρίπτει την παγκοσμιοποίηση και επιδιώκει την Αμερικανική ηγεμονία μέσα κυρίως από την αποκατάσταση της Αμερικανικής οικονομικής ισχύος. Επιδίδεται, για τον λόγο αυτό, σ’ έναν πόλεμο δασμών, που αντιμάχεται την παγκοσμιοποίηση και δίνει το πλεονέκτημα στις ΗΠΑ, λόγω της μεγάλης αγοράς τους και παραλλήλως της πολιτικής και στρατιωτικής τους ισχύος.
Στη βάση της πολιτικής αυτής, ο Τραμπ απορρίπτει ως τυχοδιωκτική και ανεύθυνη την πολιτική των Ευρωπαίων ηγετών στην Ουκρανία και προσπαθεί να επιτύχει μια ειρηνική διευθέτηση. Αναγκάζεται όμως να κάνει πολιτική ένα βήμα μπρος – δύο βήματα πίσω για να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευση και την κριτική στις ΗΠΑ, που είναι φορτισμένη από την προπαγάνδα μιας ολόκληρης ψυχροπολεμικής εποχής, όπως επίσης την κριτική και την αντιπολίτευση των Ευρωπαίων.
Τελευταίο επεισόδιο της πολιτικής αυτής είναι οι πληροφορίες για ένα νέο Αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο. Για το Κρεμλίνο, οποιαδήποτε ειρηνευτικό σχέδιο πρέπει να δίνει απαντήσεις στις κύριες ανησυχίες που προβάλλει: έλεγχος του Ντονμπάς, μη ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, δημοκρατικά δικαιώματα των Ρωσόφωνων και Ρώσων Ορθοδόξων σε όλη την Ουκρανία.
Πού βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος σ’ αυτό το σκηνικό; Το κύριο θέμα των ημερών είναι η Αμερικανική επιλογή της Ελλάδας για τη μεταφορά και διοχέτευση στη Ευρώπη του Αμερικανικού σχιστολιθικού αερίου, μέσω του κάθετου άξονα Αλεξανδρουπόλεως. Η επιλογή αυτή εντάσσει την Ελλάδα στον ευρύτερο ενεργειακό χάρτη και την καθιστά ενεργειακό κόμβο.
Ο ρόλος αυτός διανοίγει για την Ελλάδα και άλλες προοπτικές στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης, στην αξιοποίηση των εθνικών ενεργειακών πόρων και στη συμμετοχή της Ελλάδος και της Κύπρου στον εμπορικό άξονα Ινδία – Ευρώπη (IMEC).
Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένες τις μεγάλες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, αναδύεται με σαφέστατο τρόπο η σημασία των στρατηγικών σχέσεων της Ελλάδος και της Κύπρου με το Ισραήλ, χωρίς παραλλήλως να παραμελούνται οι σχέσεις με την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και άλλες Αραβικές χώρες.
Η νέα αυτή συγκυρία ενισχύει την Ελληνική θέση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα υπονομευθεί από αντιφατικές και αλλοπρόσαλλες πολιτικές προς την κατεύθυνση του κατευνασμού της Άγκυρας ή μιας απαράδεκτης δήθεν «λύσεως» του Κυπριακού.
Διανοίγονται σήμερα προοπτικές ντε φάκτο ακυρώσεως της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας» και ουσιαστικής απελευθερωτικής πολιτικής στην Κύπρο, με στόχο τον τερματισμό της Τουρκικής κατοχής. Επιβάλλεται επομένως η διαμόρφωση, στο πνεύμα αυτό, μιας νέας κοινής στρατηγικής Ελλάδος και Κύπρου.