
Δισεκατομμύρια για τη στέγη, αλλά χωρίς ορατή λύση στο στεγαστικό
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Η κυβέρνηση παρουσιάζει σήμερα ένα πλέγμα στεγαστικών δράσεων, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 6,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται ασφαλώς για ένα σημαντικό ποσό, το οποίο, ενώ έχει ωφελήσει συγκεκριμένες ομάδες πολιτών, δεν έχει επιφέρει μια ορατή λύση στο στεγαστικό. Οι τιμές πώλησης και τα ενοίκια κατοικιών εξακολουθούν να παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, η προσφορά παραμένει περιορισμένη και η Ελλάδα διατηρεί την υψηλότερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο συνολικός προϋπολογισμός των 6,5 δισ. ευρώ, βέβαια, δεν αποτελεί ισόποση κρατική δαπάνη. Αφορά το κόστος των μέτρων και περιλαμβάνει τραπεζικά δάνεια που αποπληρώνονται από τους πολίτες, πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, φοροαπαλλαγές, επιδόματα πολλών ετών και δράσεις που ακόμη σχεδιάζονται. Κυρίως, όμως, αποκαλύπτει μια λανθασμένη ιεράρχηση, αφού το μεγαλύτερο μέρος των πόρων κατευθύνεται στην ενίσχυση της ζήτησης και όχι στη δημιουργία νέας προσφοράς κατοικιών.
Τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», συνολικού χρηματοδοτικού μεγέθους περίπου 3 δισ. ευρώ, βοήθησαν συγκεκριμένους δικαιούχους να αγοράσουν κατοικία με ευνοϊκότερους όρους. Όμως αυτοί αγόρασαν πανάκριβα υπερτιμημένα ακίνητα και δεν δημιούργησαν ούτε μία νέα κατοικία. Αντίθετα, έστρεψαν χιλιάδες υποψήφιους αγοραστές σε ένα περιορισμένο απόθεμα παλαιών ακινήτων, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό και συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών των επιλέξιμων κατοικιών και στις τιμές των ακινήτων παλαιότητας σε όλη την αγορά! Όσοι δεν πληρούσαν τα κριτήρια ή δεν διέθεταν επαρκή ίδια συμμετοχή βρέθηκαν απέναντι σε μια ακόμα ακριβότερη αγορά.
Εναλλακτικά, οι ίδιοι πόροι, ή έστω σημαντικό μέρος τους, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση ενός μόνιμου προγράμματος κοινωνικής και οικονομικά προσιτής κατοικίας. Με αξιοποίηση δημόσιων οικοπέδων και κτιρίων ή/και συμπράξεις με ιδιώτες, μαζικές ανακαινίσεις κενών ακινήτων και μακροχρόνιες μισθώσεις με ελεγχόμενο τίμημα, το Δημόσιο θα αποκτούσε πραγματικό στεγαστικό απόθεμα, λύνοντας το στεγαστικό. Οι κατοικίες αυτές θα παρέμεναν διαθέσιμες και για τις επόμενες γενιές, αντί η χρηματοδότηση να απορροφάται εφάπαξ από την αγορά.
Ανάλογη αδυναμία εμφανίζουν τα επιδόματα και η επιστροφή ενός ενοικίου. Προσφέρουν μια πρόσκαιρη ανάσα, χωρίς να μειώνουν το κόστος ή να αυξάνουν την προσφορά. Χωρίς πρόσθετες κατοικίες, μέρος της επιδότησης κινδυνεύει να ενσωματωθεί σταδιακά στα μισθώματα.
Προγράμματα επιδότησης, όπως το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» και τώρα το «Ανακαίνιση Κατοικίας», που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει χιλιάδες κλειστά ακίνητα, έχουν πολύ μικρό προϋπολογισμό, αργές, σύνθετες διαδικασίες και αυστηρούς, υπερβολικούς περιορισμούς. Η κοινωνική αντιπαροχή, από την άλλη, παρέμεινε επί χρόνια σε επίπεδο εξαγγελιών και πιλοτικών σχεδίων. Έτσι, ενώ υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες κενές κατοικίες και σημαντική δημόσια ακίνητη περιουσία, δεν αναπτύχθηκε ένας αποτελεσματικός μηχανισμός καταγραφής, ανακαίνισης και διάθεσής τους με κοινωνικά κριτήρια και προσιτά μισθώματα, κυρίως σε νέους, οικογένειες και εργαζομένους χαμηλού εισοδήματος.
Το αποτέλεσμα είναι αποκαλυπτικό. Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 9,1% το 2024 και περίπου 8,1% το 2025, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα κατοίκους των πόλεων διαθέτουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.
Η στεγαστική πολιτική δεν αξιολογείται από το άθροισμα των εξαγγελιών, αλλά από τις κατοικίες που προσθέτει, τη μείωση των τιμών και των μισθωμάτων των κατοικιών και από τη συνολική μείωση της στεγαστικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών. Με αυτό το κριτήριο, η σημερινή πολιτική δεν έχει αποτύχει επειδή δαπανήθηκαν λίγα, αλλά επειδή οι σημαντικοί διαθέσιμοι πόροι κατευθύνθηκαν χωρίς να δημιουργήσουν τη μόνιμη στεγαστική υποδομή και το αποδοτικό πλαίσιο που χρειάζεται η χώρα. Άρα απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές.
Ψηφιακή απεικόνιση / paron.gr