
Οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη στην Ουκρανία και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Η νέα συνάντηση Τραμπ – Ζελένσκι στις ΗΠΑ δημιούργησε την εντύπωση ότι ήταν κοντά μια συμφωνία μαζί του για τα πιο ακανθώδη θέματα. Αυτό θα σήμαινε και συμφωνία με τους Ευρωπαίους, οι οποίοι παραμένουν άκαμπτοι στις βασικές γραμμές, αλλά επιδιώκουν κοινή γραμμή με τον Αμερικανό Πρόεδρο.
Ο τελευταίος, όμως, έχει καταστήσει σαφές από την αρχή ότι δεν θεωρεί τον πόλεμο στην Ουκρανία ως δικό του πόλεμο, αλλά ως πόλεμο του προκατόχου του Μπάιντεν και επιθυμεί, το γρηγορότερο δυνατό, να τεθεί τέρμα σ’ αυτόν, με εδαφικές παραχωρήσεις της Ουκρανίας, εγκατάλειψη απ’ αυτήν κάθε ιδέας για ένταξη στο ΝΑΤΟ και εγγυήσεις για τη μεταπολεμική Ουκρανία.
Τη γραμμή αυτή δεν τη συμμερίζονται οι Ευρωπαίοι εταίροι. Οι τελευταίοι, με επικεφαλής τους ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Μεγάλης Βρετανίας και με πρωτοστάτες σε αντι-Ρωσική πολιτική την Πολωνία, τα Βαλτικά κράτη και εσχάτως και τα Σκανδιναβικά κράτη υπερθεματίζουν σε αδιάλλακτη πολιτική. Δέχονται το ενδεχόμενο η Ουκρανία να μην ενταχθεί τελικά στο ΝΑΤΟ, αλλά προτείνουν εγγυήσεις που να αντισταθμίζουν το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, απορρίπτουν το ουδέτερο καθεστώς που προτείνει η Μόσχα για τη μεταπολεμική Ουκρανία, προβάλλοντας τη δική της ασφάλεια έναντι του ΝΑΤΟ και γενικά της Δύσεως, και υποστηρίζουν ένα καθεστώς για την Ουκρανία που θα τη διατηρούσε ως Δυτικό, αντι-Ρωσικό οχυρό και προπύργιο.
Σε ό,τι αφορά το εδαφικό, μεταθέτουν προσχηματικά την ευθύνη στο Κίεβο, εφόσον πρόκειται για θέμα εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας.
Προφανώς, οι θέσεις αυτές δεν γίνονται αποδεκτές από τη Μόσχα. Η τελευταία έχει καταστήσει σαφείς τις εδαφικές αξιώσεις της. Ζητά την αναγνώριση από το Κίεβο ως Ρωσικών εδαφών ολόκληρου του Ντονμπάς, περιλαμβανομένων των εδαφών σε δύο επαρχίες που δεν έχουν ακόμη καταληφθεί από τον Ρωσικό στρατό. Δηλώνει, δε, επισήμως ότι τα εδάφη αυτά, εάν δεν παραδοθούν ειρηνικά, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας, θα καταληφθούν στρατιωτικά. Αφήνει, επιπλέον, ανοικτό το υπονοούμενο για περαιτέρω προέλαση, με στόχους την Οδησσό και το Χάρκοβο, στην περίπτωση που συνεχισθεί ο πόλεμος.
Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει ακόμη μεγάλο. Κοντά σ’ αυτό, ήρθε να προστεθεί η προκλητική επίθεση με 91 μη επανδρωμένα οχήματα (drones) κατά της κατοικίας του Πούτιν στο Νόβγκοροντ, που καταγγέλθηκε από τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Ο ίδιος ο Ρώσος ηγέτης ενημέρωσε γι’ αυτό τον Αμερικανό Πρόεδρο Τραμπ.
Παρά τις εντυπώσεις, λοιπόν, ότι η ειρήνη στην Ουκρανία είναι ήδη επικρεμάμενη, ο πόλεμος, δυστυχώς, θα συνεχισθεί, αν και δεν διαφαίνεται με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να αλλάξουν τα αποτελέσματά του. Ευσεβής πόθος των Ευρωπαίων είναι η επιστροφή των ΗΠΑ σε μια ενιαία γραμμή, όπως επί Προεδρίας Μπάιντεν. Σε μια τέτοια περίπτωση, πιστεύουν ότι η συνασπισμένη ισχύς ΗΠΑ και Ευρώπης θα μπορούσε να λυγίσει τη Μόσχα και να την οδηγήσει σε στρατηγική ήττα στην Ουκρανία.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος Τραμπ δεν συμμερίζεται όμως αυτήν την πολιτική, την οποία θεωρεί παράλογη και επικίνδυνη. Θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μη αποκλειομένης της πυρηνικής συγκρούσεως. Επιπλέον, ο Αμερικανός Πρόεδρος κάνει μια πολύ διαφορετική αναγνώριση της γεωπολιτικής καταστάσεως στην Ευρασία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία εξωθεί τη Ρωσία σε μια ολοένα πιο στενή στρατηγική συμμαχία με την Κίνα, που είναι για τον Αμερικανό Πρόεδρο ο κυριότερος αντίπαλος των ΗΠΑ. Με το πνεύμα αυτό, ο Πρόεδρος δεν θέλει μόνο τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία αλλά και στρατηγικές οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία, ιδιαίτερα στον χώρο του Αρκτικού Κύκλου, που εξελίσσεται σε ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων.
Αγόμενη από μια παράλογη αντι-Ρωσική υστερία, η Ευρώπη πελαγοδρομεί γεωπολιτικά και απομονώνεται από τις εξελίξεις. Ασφαλώς, πρέπει να επιδιώξει να αναπτύξει τη συλλογική της άμυνα και τη γεωπολιτική της αυτονομία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να πρωταγωνιστήσει σ’ έναν νέο ψυχρό Πόλεμο και σε αλόγιστες αμυντικές δαπάνες, στρεφόμενες εναντίον ενός φανταστικού εχθρού. Το αφήγημα ότι η Ευρώπη απειλείται με εισβολή και επίθεση από τη Ρωσία είναι παλιό. Υπήρχε τότε μια κατάσταση πραγμάτων, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έτρεφε τους χειρότερους φόβους για τις προθέσεις του υπάρχοντος ανταγωνιστικού μπλοκ, υπό την ηγεσία της Σοβιετικής Ενώσεως. Ευτυχώς, τα χειρότερα απεφεύχθησαν και επικράτησε τελικά η σύνεση, η ύφεση και η συνεργασία, μέχρι την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως. Η κατάρρευση της τελευταίας οφειλόταν σε εσωτερικές κυρίως αδυναμίες και αντιφάσεις παρά σε εξωτερική πίεση ή ήττα από τον άλλο συνασπισμό.
Η αναβίωση, επομένως, σήμερα του υποτιθέμενου Ρωσικού κινδύνου από τους Ευρωπαίους ηγέτες, με αφορμή την Ουκρανία, είναι παράλογη και παραπλανητική και φέρνει στον νου τα όσα είπε ο πρώην Γάλλος Πρόεδρος Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, λίγο πριν πεθάνει: «Περιμέναμε να εισβάλουν οι Ρώσοι στην Ευρώπη, με άρματα και κανόνια, και τελικά δεχθήκαμε εισβολή των φτωχών του Νότου».
Η εισβολή αυτή, με τη μορφή της λαθρομεταναστεύσεως, έφτασε στο σημείο να σημειώνεται σήμερα από την Αμερικανική ηγεσία στο επίσημο έγγραφο της εθνικής της στρατηγικής, ως κίνδυνος η Ευρώπη, σε χρόνο λιγότερο από δύο δεκαετίες, να χάσει την πολιτιστική της ταυτότητα.
Η πολιτική της Ευρώπης στο Ουκρανικό είναι ένα σύμπτωμα του γενικότερου προβλήματος προσανατολισμού και της εσωτερικής δημοκρατικής ενότητας που αντιμετωπίζει, δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ηγεσία της αποδεικνύεται πολύ κατώτερη των περιστάσεων και των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, περιλαμβανομένης της ίδιας της πολιτιστικής της ταυτότητας.
Ενώ, όμως, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, σημειώνονται θεαματικές εξελίξεις στη μακρινή περιφέρεια της άλλης εστίας διεθνούς εντάσεως, που είναι η Γάζα στη Μέση Ανατολή. Σε ό,τι αφορά την ίδια τη Γάζα, η προσοχή επικεντρώνεται στην πρόσφατη συνάντηση του Αμερικανού Προέδρου με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου. Συζητήθηκε, κατά τη συνάντηση, η μετάβαση στη δεύτερη φάση της Συμφωνίας για τη Γάζα, που περιλαμβάνει τον αφοπλισμό της Χαμάς. Συζητήθηκε επίσης το θέμα του Ιράν, και στο κοινό ανακοινωθέν αφέθηκε ανοικτό το ενδεχόμενο και νέας επιθέσεως κατά του Ιράν, εάν αυτό συνεχίσει το πρόγραμμα κατασκευής βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Είναι βέβαιο ότι κατά την ίδια συνάντηση συζητήθηκε η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και η τριμερής συνεργασία Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ. Δεν έχουμε, όμως, ακόμη πληροφορίες για το τι ακριβώς συζητήθηκε. Δεν έγινε, επίσης, κανένας λόγος στο ανακοινωθέν για μια άλλη, πολύ σημαντική εξέλιξη, την οποίαν ανέλαβε μονομερώς το Ισραήλ στη μακρινή περιφέρεια της Ερυθράς Θάλασσας και της Σομαλίας.
Το Ισραήλ ανεγνώρισε τη Σομαλιλάνδη, πρώην επαρχία της Σομαλίας, που βρίσκεται κοντά στα στενά του Άντεν, στην Ερυθρά Θάλασσα, απέναντι από την Υεμένη. Η κίνηση αυτή του Ισραήλ έχει τεράστια γεωπολιτική σημασία. Σε σχέση, πρώτ’ απ’ όλα, με τους Χούθι της Υεμένης, που συνεργάζονται στενά με το Ιράν. Σε σχέση, κατά δεύτερο λόγο, με την Τουρκία, που έχει μετατρέψει τη Σομαλία σε υποτελές κράτος και επενδύει σ’ αυτήν μεγάλες φιλοδοξίες, τόσο για την παρουσία της στον Ινδικό Ωκεανό και την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της Σομαλίας όσο και για το διαστημικό της πρόγραμμα και για τη δοκιμή των βαλλιστικών της πυραύλων. Σε σχέση, κατά τρίτο λόγο, με την κατάσταση στην περιοχή, τον πόλεμο στο Σουδάν, την Αιθιοπία και τη διαμάχη για τα νερά του Νείλου, που αφορούν και την Αίγυπτο.
Η Ανατολική Αφρική έχει αποικιακό παρελθόν. Είχαν παρουσία σ’ αυτήν οι Γερμανοί, μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Άγγλοι, οι Ιταλοί και οι Γάλλοι. Οι τελευταίοι διατηρούν ακόμη στα στενά του Άντεν στην Ερυθρά Θάλασσα, δίπλα στη Σομαλιλάνδη, το Τζιμπουτί, το οποίο χρησιμοποιούν ως στρατηγικό σημείο παρουσίας στην περιοχή και επιρροής.
Η Σομαλία, που συγκροτήθηκε ως κράτος μετά την αποαποικιοποίηση, αντιμετώπισε γρήγορα μεγάλα εσωτερικά προβλήματα και διαμάχες. Ο εμφύλιος πόλεμος έχει καταντήσει ενδημική κατάσταση εδώ και τρεις δεκαετίες. Ακόμα και σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη ένας λίγο γνωστός εμφύλιος πόλεμος, που συγχέεται και με τρομοκρατικά Ισλαμικά κινήματα. Αποτέλεσμα αυτών των εμφυλίων διαμαχών ήταν και η απόσχιση της Σομαλιλάνδης, που έχει πληθυσμό 3,5 εκατ. περίπου, πριν από 35 χρόνια. Το αποσχισθέν κράτος δεν έτυχε αναγνωρίσεως ούτε από τ’ άλλα Αφρικανικά κράτη ούτε από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες.
Η Ένωση Αφρικανικών Κρατών όπως και ο Σύνδεσμος Αραβικών Κρατών αντιτίθενται σφόδρα στην αναγνώρισή της για γενικότερους λόγους αρχών. Τα Αφρικανικά κράτη, σχεδόν στο σύνολό τους, περιλαμβάνουν στους κόλπους τους πολλές διαφορετικές φυλές και εθνότητες. Η απόσχιση, επομένως, με βάση τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, αντιμετωπίζεται από όλους ως απειλή.
Ο φιλόδοξος Ερντογάν είδε στη διαλυμένη Σομαλία μια ευκαιρία. Να αποκτήσει η Τουρκία, μέσω αυτής, παρουσία και δικαιώματα στον Ινδικό Ωκεανό και στην άκρως στρατηγική περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. Εποφθαλμιά τα πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων, που βρίσκονται στην τεράστια ΑΟΖ της Σομαλίας. Σημειώνεται ότι, όταν δεν παρεμβάλλεται άλλη χώρα ή νήσος, η ΑΟΖ επεκτείνεται ακόμα και πέραν των 200 ναυτικών μιλίων. Βλέπει τη Σομαλία ως στρατηγική εξέδρα για την άσκηση επιρροής στην Αφρικανική αυτή περιοχή και για αξιοποίηση του ανθρώπινού της δυναμικού για το πολεμικό δυναμικό της Άγκυρας. Η τελευταία ανέλαβε την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό του στρατού της Σομαλίας. Βλέπει ακόμα τη Σομαλία ως ιδανική βάση για την υποστήριξη και την ανάπτυξη, όπως αναφέρθηκε, του διαστημικού και βαλλιστικού της προγράμματος.
Η κίνηση, επομένως, του Ισραήλ στρέφεται ευθέως κατά της Τουρκίας και των επιδιώξεών της στη Σομαλία και κατά του Ιράν, που υποστηρίζει τους Χούθι της Υεμένης. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, μετά την Τριμερή Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ, πολύ υψηλόβαθμος Τούρκος αξιωματικός επισκέφθηκε το Ιράν για διαβούλευση και συνεργασία.
Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ καταδικάσθηκε από όλους, γιατί δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Η παρουσία, όμως, του Ισραήλ στον στρατηγικό αυτό χώρο αλλάζει ριζικά τα δεδομένα στην περιοχή. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία δεν επικροτούν επισήμως την κίνηση του Ισραήλ, αλλά, σιωπηρά, βλέπουν θετικά την παρέμβασή του, γιατί έχουν, όπως και άλλες Αραβικές χώρες, ζωτικό συμφέρον στην ασφάλεια των μεταφορών στην Ερυθρά Θάλασσα.
Το Ισραήλ έχει και έναν παραπάνω λόγο για την παρουσία του στην Ερυθρά Θάλασσα. Θέλει να διασφαλίσει τον εμπορικό άξονα ΙΜΕC (Ινδία, Μέση Ανατολή, Ευρώπη), τον οποίο προωθεί ως το μεγάλο σχέδιο που συνδέεται με την ειρήνη και τη συνεργασία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, που περιλαμβάνει και τις χώρες του Κόλπου και συνδέεται με τις λεγόμενες Συμφωνίες Αβραάμ (μεταξύ Ισραήλ και Αραβικών χωρών).
Η κίνηση του Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Σομαλία έχει άμεσο αντίκτυπο στα μεγαλεπήβολα σχέδια Ερντογάν στην περιοχή. Το Ισραήλ δείχνει αποφασισμένο να αντιταχθεί τόσο στο Ιράν όσο και στην Τουρκία, την οποίαν ολοένα και περισσότερο συνταυτίζει με το Ιράν. Δείχνει επίσης αποφασισμένο να προωθήσει το όραμα του IMEC, το οποίο θεωρεί κεντρικό για την οικοδόμηση μιας νέας γεωπολιτικής καταστάσεως.
Η πολιτική αυτή δείχνει σαφώς ότι οι σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας δεν βαίνουν προς εξομάλυνση αλλά προς μεγαλύτερη ακόμη επιδείνωση. Αυτό είναι ένα γεγονός που επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα και τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις.