
Ν. Κογιουμτσής: Η αγορά ασφυκτιά
–Ώρα για γενναίες αποφάσεις υπέρ των μικρομεσαίων
Του
ΝΙΚΟΥ ΚΟΓΙΟΥΜΤΣΗ
Αντιπροέδρου Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών,
Αντιπροέδρου Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών
Διανύουμε ήδη την εκπτωτική περίοδο, η οποία ολοκληρώνεται στο τέλος Αυγούστου, όμως οι προσλαμβάνουσες που έχουμε από εμπόρους και επιχειρηματίες σε ολόκληρη τη χώρα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Η κατανάλωση παραμένει υποτονική, παρά τις γενναίες εκπτώσεις που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στην ένδυση και στην υπόδηση, προκειμένου να περιορίσουν τα αποθέματά τους και να προετοιμαστούν για τη νέα φθινοπωρινή και χειμερινή περίοδο.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη προσφορών. Είναι η αδυναμία των νοικοκυριών να ανταποκριθούν. Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ των 27 μαζί με τη Βουλγαρία. Οι έρευνες, μάλιστα, καταγράφουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα: Σε μεγάλο ποσοστό των νοικοκυριών τα διαθέσιμα χρήματα επαρκούν μόλις μέχρι περίπου τη 17η ημέρα του μήνα.
Επομένως, η ενίσχυση της κατανάλωσης δεν μπορεί να γίνει μόνο με εκπτώσεις. Απαιτείται η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Η μείωση των έμμεσων φόρων πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα. Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη ανάγκης αλλά και της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα μπορεί να δώσει ανάσα στα νοικοκυριά, να ενισχύσει την αγοραστική τους δύναμη και τελικά να διοχετεύσει περισσότερα χρήματα στην πραγματική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα συνεχώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις έχει αυξηθεί έως και 40%. Ενέργεια, ενοίκια, μεταφορικά, πρώτες ύλες και μισθολογικό κόστος πιέζουν ασφυκτικά τη βιωσιμότητά τους. Το ενεργειακό κόστος έχει γονατίσει ιδιαίτερα τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, ενώ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι χιλιάδες φούρνοι σε ολόκληρη τη χώρα έχουν οδηγηθεί σε λουκέτο τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, οι επαγγελματικές μισθώσεις έχουν εκτοξευθεί. Η προστασία της επαγγελματικής στέγης για μόλις τρία χρόνια δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες μιας επιχείρησης. Καμία σοβαρή επένδυση δεν μπορεί να αποσβεστεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να ανοίξει άμεσα η συζήτηση για τουλάχιστον διπλασιασμό της περιόδου προστασίας της επαγγελματικής στέγης.
Χρειάζονται, επίσης, ουσιαστικές φορολογικές παρεμβάσεις: Μείωση του μη μισθολογικού κόστους, κατάργηση της προκαταβολής φόρου και του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, καθώς και επανεξέταση της τεκμαρτής φορολόγησης, ιδιαίτερα τώρα που τα ψηφιοποιημένα εργαλεία της ΑΑΔΕ έχουν τεθεί σε πλήρη λειτουργία. Στο εμπόριο, άλλωστε, πάνω από οκτώ στις δέκα συναλλαγές πραγματοποιούνται πλέον με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
Την ίδια ώρα, πολλές επιχειρήσεις συσσωρεύουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Οι 72 δόσεις, με τις υφιστάμενες αγκυλώσεις, δεν επαρκούν. Απαιτείται μια ουσιαστική ρύθμιση τουλάχιστον 120 δόσεων για το σύνολο των οφειλών, με πρόβλεψη για σταδιακή απαλοιφή μέρους των προσαυξήσεων για όσους παραμένουν συνεπείς. Αναγκαία είναι και η δημιουργία ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, προσαρμοσμένου στο οικονομικό προφίλ κάθε επιχείρησης.
Κρίσιμο ζήτημα παραμένει και η χρηματοδότηση. Οι τράπεζες εξακολουθούν να θέτουν αυστηρά κριτήρια στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ την ίδια στιγμή επιβαρύνουν την επιχειρηματικότητα με υψηλές χρεώσεις. Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα χρειάζεται πρόσβαση σε χρηματοδότηση, όχι αποκλεισμό.
Στη ΔΕΘ περιμένουμε από τον πρωθυπουργό γενναίες και ουσιαστικές αποφάσεις. Γιατί, αν δεν υπάρξουν άμεσα μέτρα, ο δύσκολος χειμώνας που έρχεται κινδυνεύει να φέρει νέο κύμα λουκέτων. Και τα μηνύματα από την τουριστική αγορά δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού: Οι αφίξεις μπορεί να αυξάνονται, αλλά η κατά κεφαλήν δαπάνη μειώνεται, με αποτέλεσμα εστίαση και τουριστικό εμπόριο να μην αποκομίζουν τα αναμενόμενα οφέλη.
Η αγορά χρειάζεται οξυγόνο. Και το οξυγόνο αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο ένα προσωρινό μέτρο. Χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Γιατί χωρίς δυνατά νοικοκυριά δεν υπάρχει κατανάλωση και χωρίς βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη.ατική ανάπτυξη.