Αν δεν αλλάξουμε μυαλά, δεν θα αλλάξει τίποτα

Αν δεν αλλάξουμε μυαλά, δεν θα αλλάξει τίποτα

Φωτιά και λάβρα έχει γίνει εκείνο που κάποτε ήταν το πιο απλό: Ένα μπάνιο σε κάποια παραλία της Αττικής. Είτε στο Παλαιό Φάληρο, είτε στη Βούλα, είτε στη Γλυφάδα, είτε οπουδήποτε αλλού. Μια βουτιά, μια ανάσα δροσιάς, η φυσική διέξοδος των κατοίκων του Λεκανοπεδίου τα καλοκαίρια. Ο μόνιμος προορισμός, η συνηθισμένη βόλτα, το αυγουστιάτικο ξεσάλωμα.

Ήταν η απλή, η ανέξοδη απόλαυση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που έβρισκαν την ευκαιρία να δροσιστούν, να χαλαρώσουν πάνω στο κύμα τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, εύκολα και φθηνά. Χωρίς βαβούρα και έξοδα.

Αυτά γίνονταν κάποτε, όταν ο κόσμος ήταν στριμωγμένος, όταν οι απαιτήσεις της ζωής ήταν συγκεκριμένες, όταν δεν υπήρχαν οι τεχνολογικές διευκολύνσεις που έχουμε σήμερα.

Τότε, λοιπόν, ο κόσμος είχε μια διέξοδο δροσιάς στη θάλασσα. Είχε μια παραλία να ξαπλώσει, να κολυμπήσει, χωρίς να πληρώσει, χωρίς να του στοιχίσει τίποτα.

Σήμερα, που όλοι είμαστε πιο στριμωγμένοι, πιο πιεσμένοι, πιο φτωχοί, αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει. Το μπάνιο σε μια μικρή, ασήμαντη παραλία είτε της Αττικής είτε οποιασδήποτε άλλης περιοχής είναι περίπου… απαγορευμένο. Για να πάνε δύο άτομα ένα Σαββατοκύριακο σε μια παραλία, να πάρουν δύο ξαπλώστρες, δύο καφέδες, δύο αναψυκτικά, δύο σνακ, δεν τους φτάνει το… βδομαδιάτικο. Δουλεύουν, δηλαδή, μία εβδομάδα για να κάνουν δύο μπάνια τον Αύγουστο το Σαββατοκύριακο. Εκεί φτάσαμε. Τιμολογούμε τα πάντα. Αφήνουμε να μας παίρνουν τα κεκτημένα μας, τις ακτές μας, τις παραλίες μας και να τις παραδίδουν σε επιχειρηματίες, για να μας… γδέρνουν.

Εκεί που σήμερα υπάρχει… ομπρελοπλημμύρα, που δεν υπάρχει σπιθαμή χωρίς ξαπλώστρα, πριν από μερικά χρόνια δεν υπήρχε τίποτα. Ήμασταν μονάχα εμείς και οι γλάροι.

Οι ακτές υπήρχαν μόνο για μας, οι παραλίες ανήκαν στον λαό, δεν υπήρχε διατίμηση, δεν υπήρχε κόστος. Τώρα, όλα αυτά μας τα πήραν, μας στέρησαν τις παραλίες, τις αμμουδιές στις οποίες μεγαλώσαμε, και εκεί που μέχρι πριν από λίγα χρόνια κολυμπούσαμε αμέριμνοι, χωρίς κόστος, χωρίς ξαπλώστρες, σήμερα πληρώνουμε μία… περιουσία για να πάμε. Πληρώνουμε ακριβά, πανάκριβα, τις ξαπλώστρες, πληρώνουμε στην τιμή αγοράς τους τις ομπρέλες, πληρώνουμε υποχρεωτικά καφέδες κ.λπ. για να κάνουμε ένα μπάνιο.

Δεν ακρίβυνε η ζωή. Εμείς επιτρέψαμε να ακριβύνει. Όταν οι δήμοι παρέδιδαν στους επιχειρηματίες τις ακτές όπου κολυμπούσαμε για χρόνια, πού ήμασταν; Πότε αντιδράσαμε; Σε ποια συνεδρίαση δημοτικού συμβουλίου που συζητείτο παρόμοιο θέμα πήγαμε να φωνάξουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να αποτρέψουμε την ψήφισή του;

Ποιον δήμαρχο που ξεπούλησε τις ακτές μας σε επιχειρηματίες τον στείλαμε σπίτι του στις εκλογές; Σε ποια προεκλογική περίοδο απαιτήσαμε από τους υποψηφίους να δεσμευθούν να ξαναγυρίσουν οι παραλίες σε μας, στον κόσμο;

Δεν κάναμε τίποτα και χάσαμε τις ακτές. Τις δικές μας ακτές, τις γεμάτες αναμνήσεις και όνειρα. Και τώρα, που δεν έχουμε ακτές, που δεν μπορούμε πια να κάνουμε μπάνιο, δυσανασχετούμε, δεν μας αρέσει, μας κακοφαίνεται.

Και κάτι ακόμα. Όταν ο επιχειρηματίας χρεώνει την ξαπλώστρα 30 και 50 ευρώ και βάζουν κάποιοι… μέσο για να τους τη νοικιάσει, γιατί τις έχει νοικιάσει 15 μέρες πριν, ποιος φταίει; Εκείνος ή εμείς;

Όταν πριν από δέκα χρόνια πηγαίναμε στις ίδιες παραλίες, χωρίς ξαπλώστρες, τι παθαίναμε; Γιατί σήμερα ψάχνουμε να βρούμε ξαπλώστρες και τις ακριβοπληρώνουμε; Γιατί καταπίνουμε αμάσητο το οποιοδήποτε ξενόφερτο κόλπο που μας λανσάρουν ως μόδα οι επιτήδειοι επιχειρηματίες και κάποιοι αυτοδιοικητικοί, που έχουν γίνει τσιράκια τους, και εμείς το αποδεχόμαστε, το υιοθετούμε και το χρυσοπληρώνουμε από αυτά που δεν μας περισσεύουν, που μας λείπουν;

Μήπως τελικά γινόμαστε, από αφέλεια ή ξενομανία, μέρος του βρώμικου παιχνιδιού που παίζουν σε βάρος μας και τους σιγοντάρουμε χωρίς να το παίρνουμε χαμπάρι;

Ας ψαχτούμε λίγο και ας αναζητήσουμε και τις δικές μας ευθύνες για όσα τραβάμε. Γιατί, όσες κυβερνήσεις κι αν αλλάξουν, αν δεν αλλάξουμε εμείς μυαλά, δεν πρόκειται να πετύχουμε ποτέ τίποτα.

Φωτογραφίες: Ψηφιακή απεικόνιση / paron.gr

ΤΟ ΠΑΡΟΝ