
Σ. Αρναούτογλου: Όταν ο νεότερος ψαράς είναι 42 ετών, το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο ο λαγοκέφαλος
Του
ΣΑΚΗ ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ
Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ
Στην Ιεράπετρα υπάρχουν περίπου 150 επαγγελματίες ψαράδες. Ο νεότερος είναι 42 ετών. Ίσως αυτή η μία πληροφορία να λέει περισσότερα για το μέλλον της ελληνικής αλιείας από πολλούς αριθμούς και εκθέσεις μαζί.
Στις 12 Αυγούστου 2026, η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» πήγε στην Κρήτη για να καταγράψει την εξάπλωση του λαγοκέφαλου και τις συνέπειές της στους επαγγελματίες αλιείς. Βρήκε, όμως, μπροστά της μια ακόμα μεγαλύτερη ιστορία.
Ψαράδες που χάνουν χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο από κατεστραμμένα δίχτυα και παραγάδια. Αλιεύματα που καταστρέφονται πριν φτάσουν στο σκάφος. Λιγότερες ημέρες στη θάλασσα και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το αν η επόμενη έξοδος θα αφήσει εισόδημα ή νέα ζημία.
Ο λαγοκέφαλος δεν είναι πια ένα παράξενο ψάρι που εμφανίστηκε κάποτε στη Μεσόγειο. Για πολλούς ανθρώπους έχει γίνει καθημερινό οικονομικό πρόβλημα.
Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι μεγαλύτερο. Ποιος θα συνεχίσει να βγαίνει αύριο στη θάλασσα;
Η συζήτηση αυτή με έχει απασχολήσει εδώ και καιρό στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στις 15 Απριλίου 2026 έθεσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ζήτημα του αυξανόμενου κόστους για τους επαγγελματίες αλιείς και του κινδύνου που δημιουργείται για τη βιωσιμότητα της μικρής παράκτιας αλιείας.
Το θέμα δεν ήταν μόνο αν μπορεί να αντέξει οικονομικά εκείνος που ψαρεύει σήμερα. Ήταν και αν ένας νέος άνθρωπος, βλέποντας αυτήν την πραγματικότητα, θα θελήσει αύριο να ακολουθήσει το ίδιο επάγγελμα.
Στις 9 Ιουνίου 2026 επανήλθα, μαζί με συναδέλφους, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ειδικά για την εξάπλωση του λαγοκέφαλου, τις ζημιές στην αλιεία και τους κινδύνους για τις παράκτιες περιοχές και τη δημόσια ασφάλεια.
Και στις 10 Ιουλίου 2026 έγινε δεκτή η πρωτοβουλία μου να συζητηθεί το ζήτημα επίσημα στην Επιτροπή Αλιείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Ζήτησα καλύτερη παρακολούθηση της εξάπλωσης του είδους, συντονισμό ανάμεσα στις χώρες της Μεσογείου, στήριξη για τις ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία και μεγαλύτερη αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης.
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν δείχνουν ότι το ζήτημα δεν ήταν θεωρητικό. Το πρόβλημα βρίσκεται ήδη πάνω στα καΐκια.
Θα ήταν, όμως, λάθος να πούμε ότι για όλες τις δυσκολίες της μικρής ελληνικής αλιείας ευθύνεται ο λαγοκέφαλος. Το κόστος των καυσίμων, η μείωση των αλιευμάτων σε ορισμένες περιοχές, η γραφειοκρατία, οι μεταβολές στο θαλάσσιο περιβάλλον και η δυσκολία ανανέωσης του επαγγέλματος δημιουργούν μαζί μια πολύ μεγαλύτερη πίεση.
Ο λαγοκέφαλος είναι ένας ακόμα κρίκος σε αυτήν την αλυσίδα. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό μας αναγκάζει να δούμε κάτι βαθύτερο.
Η μικρή παράκτια αλιεία δεν είναι απλώς ένας οικονομικός κλάδος. Είναι άνθρωποι που γνωρίζουν τη θάλασσα όσο λίγοι. Είναι οικογενειακές επιχειρήσεις, μικρά λιμάνια, νησιά και παράκτιες κοινότητες. Είναι γνώσεις και εμπειρίες που περνούν από γενιά σε γενιά.
Αν χαθεί αυτή η συνέχεια, δεν αποκαθίσταται εύκολα.
Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να υποσχεθούμε στους ψαράδες ότι θα εξαφανίσουμε τον λαγοκέφαλο από τη Μεσόγειο. Αυτό δεν θα ήταν σοβαρό.
Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε ότι εκείνος που υφίσταται καθημερινά τις συνέπειες αυτής της αλλαγής στο θαλάσσιο περιβάλλον δεν θα μείνει μόνος του να πληρώνει τον λογαριασμό.
Και, κυρίως, μπορούμε να δούμε το πρόβλημα πριν φτάσουμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε γιατί δεν υπάρχουν πια νέοι άνθρωποι στα καΐκια.
Γιατί όταν ένας νέος κοιτάζει ένα επάγγελμα και βλέπει μεγαλύτερο κόστος, περισσότερους κινδύνους και μικρότερη ασφάλεια εισοδήματος, η απόφαση να μην το ακολουθήσει δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί.
Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσοι λαγοκέφαλοι θα υπάρχουν στις ελληνικές θάλασσες σε δέκα χρόνια, αλλά πόσοι ψαράδες θα υπάρχουν.
Ένα επάγγελμα δεν εξαφανίζεται την ημέρα που φεύγει ο τελευταίος ψαράς. Αρχίζει να εξαφανίζεται την ημέρα που κανένας νέος δεν θέλει πια να γίνει ψαράς.