
Μυστικά και ψέματα για το δημόσιο χρέος – Του Ν. Στραβελάκη
–Ποια είναι τα κόστη και ποιες οι συνέπειες των πρόωρων εξοφλήσεων

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Μια μεγάλη συζήτηση έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μέρες για τη σκοπιμότητα, την ορθότητα και την αποτελεσματικότητα των πρόωρων εξοφλήσεων δημοσίου χρέους. Αφορμή ήταν οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης για την απόφαση πρόωρης εξόφλησης 12,8 δισ. ευρώ από τα δάνεια του πρώτου Μνημονίου εντός του 2026. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις πρόωρες αποπληρωμές ως επιτυχία της πολιτικής της, διότι… απελευθερώνει τη χώρα (αν είμαστε υπόδουλοι, να μας το πούνε), ενώ θεωρεί ότι είναι και οικονομικά επωφελείς. Είναι πράγματι έτσι;
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Εδώ και αρκετό καιρό, η ελληνική κυβέρνηση προχωρά σε τμηματικές πρόωρες αποπληρωμές των δανείων του πρώτου Μνημονίου. Πρόκειται για διμερή δάνεια από τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης συνολικού ποσού 52,9 δισ. ευρώ. Το σημερινό υπόλοιπο των δανείων αυτών είναι για κάποιους 19,3 δισ. ευρώ, λόγω προεξοφλήσεων. Η κανονική αποπληρωμή αυτών των δανείων φτάνει το 2041 και το επιτόκιο είναι Euribor τριμήνου συν 0,5% – σε σημερινά επιτόκια 2,95%.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να εμφανίσει τις πρόωρες αποπληρωμές ως δική της επιλογή, όμως στην πραγματικότητα είναι απαίτηση των εταίρων. Ο λόγος είναι ότι τα δάνεια αυτά βαρύνουν απευθείας τις χώρες της Ευρωζώνης, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τα δάνεια του EFSF και του ESM, που χρηματοδότησαν το δεύτερο και το τρίτο Μνημόνιο. Τα τελευταία αντλήθηκαν από τις διεθνείς αγορές, βρίσκονται στα βιβλία τους και αντιστοιχίζονται σε ομολογίες των οργανισμών αυτών που διαπραγματεύονται δευτερογενώς στις διεθνείς αγορές.
Για να ελαφρύνουν το δικό τους δημόσιο χρέος, λοιπόν, οι αγαπημένοι μας εταίροι μας έχουν βάλει να τους εξοφλήσουμε πρόωρα. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τόσο ο EFSF όσο και ο ESM, που ελέγχονται από τις χώρες της Ευρωζώνης, παραιτήθηκαν από το δικαίωμα αναλογικής πρόωρης εξόφλησης και των δικών τους δανείων. Δικαίωμα που τους δίνουν οι δικές τους δανειακές συμβάσεις με την Ελλάδα.
Εδώ ανακύπτει ένα βασικό ερωτήματα με δύο σκέλη: Γιατί η κυβέρνηση ενέδωσε σε αυτήν τη ρύθμιση; Αυτή η επιλογή έχει κόστος ή όφελος για την ελληνική κοινωνία; Η απάντηση είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση μπορεί έτσι να αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα από απευθείας ή βραχυπρόθεσμα δάνεια και με αυτόν τον τρόπο να εμφανίζει χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Ο λόγος είναι ότι τα δάνεια που συνάπτει το Ελληνικό Δημόσιο απευθείας εξαιρούνται από το δημόσιο χρέος.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (19 Αυγούστου 2026), το χρέος της γενικής κυβέρνησης (που μετράει στον υπολογισμό του λόγου χρέους προς ΑΕΠ) στο τέλος Ιουλίου 2026 ανέρχεται σε 357,7 δισ. ευρώ, ενώ το χρέος της κεντρικής διοίκησης (που συμπεριλαμβάνει το βραχυπρόθεσμο χρέος) ανέρχεται 402,6 δισ. ευρώ. Το αστείο είναι ότι στις 31/12/2025 το χρέος γενικής κυβέρνησης ήταν 362,9 δισ. (5,2 δισ. περισσότερο) και το χρέος κεντρικής διοίκησης 400,5 δισ. ευρώ (δηλαδή 2,1 δισ. λιγότερο). Ακόμα πιο αστείο είναι το ότι στο ίδιο διάστημα (Ιανουάριος – Ιούλιος 2026) έγιναν πρόωρες αποπληρωμές δημοσίου χρέους ύψους 6,9 δισ. ευρώ. Από αυτά, 1,7 δισ. (6,9 μείον 5,2) αντικαταστάθηκαν από ομόλογα υψηλότερου επιτοκίου, ενώ τα υπόλοιπα με δάνεια που πήρε το Δημόσιο από τον ΕΦΚΑ, τους δήμους και λοιπούς φορείς. Κοντολογίς, ξοφλήσαμε δάνεια, και μάλιστα πρόωρα, αλλά το συνολικό χρέος ανέβηκε. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση μπορεί να πηγαίνει στις Βρυξέλλες και να λέει ότι έπιασε τον στόχο της απομείωσης του χρέους, παρόλο που το συνολικό χρέος αυξήθηκε.
Το χειρότερο, όμως, είναι ότι η επιλογή της προεξόφλησης έχει κινδύνους και πολλαπλό κόστος. Είναι προφανές ότι ενέχει κίνδυνους να προεξοφλείς χαμηλότοκα δάνεια πρόωρα σε ένα καθεστώς αυξανόμενων επιτοκίων και στενότητας στις διεθνείς χρηματαγορές. Χαρακτηριστικά, το επιτόκιο του ελληνικού δεκαετούς ομολόγους είναι σήμερα κοντά το 4%, ενώ τα δάνεια που προεξοφλούνται έχουν επιτόκιο 3%. Ακόμα χειρότερο είναι ότι, αντί να δώσουν 13η σύνταξη, βάζουν στο χέρι τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων, για να ικανοποιήσουν τους δανειστές.
Πρέπει να μπει, επιτέλους, ένα όριο στα μυστικά και στα ψέματα, γιατί δεν μπορούμε να σηκώσουμε άλλα.