
Μια πρώτη αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής της ΝΔ – Του Ν. Στραβελάκη
–Πολλά λεφτά σε λίγους, με πενιχρά αποτελέσματα για την οικονομία και επιδείνωση της ζωής των πολλών

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ανεξάρτητα από το πότε θα έχουμε εκλογές στην Ελλάδα, είναι σαφές ότι στη χώρα κλείνει ένας πολιτικός κύκλος. Πρόκειται για ένα διάστημα επτά χρόνων, κατά το οποίο κυβέρνησε η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη. Δεδομένης και της προεκλογικής περιόδου, αξίζει ένας πρώτος απολογισμός. Σήμερα θα κάνουμε μια πρώτη αναφορά στην οικονομία.
Η Νέα Δημοκρατία ανήλθε στην κυβερνητική εξουσία τον Ιούλιο του 2019 ως ένα ρετρό νεοφιλελεύθερο κόμμα, ευαγγελιζόμενο την παραδοσιακή νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Τη μείωση των φόρων, την απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας και, μέσω αυτής, την έξοδο της χώρας από την κρίση. Κρίση που απέδιδε στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (2015 – 2019) και όχι στην προηγούμενη 20ετία των κυβερνήσεων του δικομματισμού.
Στο πεδίο της οικονομίας επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου πολιτική κρατικού παρεμβατισμού. Με πρόχειρους υπολογισμούς, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έλαβαν απευθείας ενισχύσεις συνολικού ύψους 51 δισ. Συγκεκριμένα, 14 δισ. την περίοδο της πανδημίας, 36 δισ. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και κάπου 1 δισ. επιπλέον μέσω των αναπτυξιακών νόμων. Όμως οι ενισχύσεις δεν σταματούν εδώ. Το ίδιο διάστημα είχαμε κάπου 30 δισ. επιπλέον σε δημόσιες επενδύσεις κάθε μορφής – 12,2 δισ. εκτελεσμένα έργα και κάπου 17 δισ. ανατεθέντα προς υλοποίηση το 2026 και το 2027.
Μιλάμε, λοιπόν, για συνολική δαπάνη και διάθεση ποσών που φτάνουν στο 35% του ΑΕΠ του 2025 (204,4 δισ. ευρώ σε πραγματικές τιμές). Σωρευτικά, η μεγέθυνση του ΑΕΠ από το 2019 και μετά ήταν 16,5%. Αν υπολογίσουμε έναν πρόχειρο πολλαπλασιαστή επιχορηγήσεων και πραγματοποιημένων δημόσιων επενδύσεων (κοντά 64 δισ. ευρώ), αυτός είναι περίπου 0,5 κατά μέσο όρο. Δηλαδή, για κάθε ευρώ επιχορήγησης περίπου 0,5 ευρώ αποτυπώθηκε στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Αφαιρώντας την περίοδο του COVID και τις αντίστοιχες επιχορηγήσεις της περιόδου, ο πολλαπλασιαστής επιχορηγήσεων βελτιώνεται, αλλά όχι δραματικά. Συγκεκριμένα, έχουμε 20,4% σωρευτική μεγέθυνση με 50 δισ. καταβληθείσες επιχορηγήσεις και κρατικές δαπάνες και ο μέσος πολλαπλασιαστής είναι περίπου 0,74. Πρόκειται για μια τραγική επίδοση, αν σκεφτούμε ότι το ελληνικό ΑΕΠ βρίσκεται ακόμη κάτω από τα επίπεδα του 2007 –μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη– και το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα είναι το δεύτερο χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αιτία είναι προφανής: Οι επενδύσεις του «Ελλάδα 2.0» αφορούσαν πάγιο εξοπλισμό, στη συντριπτική του πλειοψηφία εισαγόμενο. Βέβαια, αρκετοί πολιτικοί φίλοι της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού έγιναν πλουσιότεροι αυτό το διάστημα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη χειρότερη, αν δούμε τα στοιχεία της διανομής το ίδιο διάστημα. Το μερίδιο των μισθών παρέμεινε σταθερό, γύρω στο 33% του ΑΕΠ. Δεδομένης της ακρίβειας, αυτό σημαίνει ότι οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κι άλλο στη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Κάτι που το καταλαβαίνει ο κόσμος στην καθημερινότητά του.
Όσο για τους φόρους, την προμετωπίδα της πολιτικής της κυβέρνησης, οι άμεσοι έμειναν χαμηλά, στο 10% – 12% του ΑΕΠ, όμως η συνολική φορολογική δαπάνη αυξήθηκε στο 41% του ΑΕΠ, λόγω των τεράστιων εμμέσων φόρων που καταβάλλει ο πολίτης.
Συνολικά, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ είχε πολύ πενιχρά αποτελέσματα στο πεδίο της οικονομικής μεγέθυνσης, συνοδευόμενα από μια σκληρή ταξική πολιτική σε όλα τα επίπεδα. Τεράστια ποσά ξοδεύθηκαν στην ενίσχυση ιδιωτικών επιχειρήσεων, όμως, η συνακόλουθη οικονομική μεγέθυνση ήταν πενιχρή, με τις τιμές του πολλαπλασιαστή επιδοτήσεων να είναι χαμηλότεροι της μονάδας. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι αυτό συνοδεύθηκε από μειούμενους μισθούς, ακρίβεια και χειρότερη διαβίωση για την πλειοψηφία της κοινωνίας.