Με κατάθλιψη επτά στους δέκα ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα στην Ελλάδα

Με κατάθλιψη επτά στους δέκα ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα στην Ελλάδα

–ΤΟ 68,3% ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ

Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ


Ο ψυχολογικός αντίκτυπος του καρκίνου του πνεύμονα επηρεάζει σημαντικά τόσο τους ασθενείς όσο και τους φροντιστές τους, ενώ πολλοί δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υ­γείας. Για τον λόγο αυτό, τα συστήματα υγείας και οι φορείς χάραξης πολιτικής οφείλουν να εντάξουν τη στήριξη της ψυχικής υγείας ως βασικό μέρος της φροντίδας για τον καρκίνο του πνεύμονα, με ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις σε όλα τα στάδια της νόσου. Παράλληλα, η σαφής ενημέρωση και η ουσιαστική επικοινωνία από τους επαγγελματίες υγείας μπορούν να ενδυναμώσουν α­σθενείς και φροντιστές, ώστε να διαχειρίζονται καλύτερα τη νόσο και την ψυχική τους ευεξία.

Τα παραπάνω επισημαίνει η 10η Πανευρωπαϊκή Έρευνα του οργανισμού Lung Cancer Europe (LuCE) με τίτλο «Καρκίνος του Πνεύμονα και Ψυχική Υγεία: Πώς βιώνουν τη νόσο οι ασθενείς και οι φροντιστές». Η Ελλάδα συμμετείχε στην έρευνα αυτή έχοντας ως πλήρες και ενεργό μέλος του LuCE τον Σύλλογο Ασθενών «Fairlife Φροντίδα και Πρόληψη για τον Καρκίνο του Πνεύμονα», συμβάλλοντας με 146 απαντήσεις από έλληνες συμμετέχοντες. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 6,6% του συνολικού δείγματος της έρευνας και αποτέλεσε τη βάση για την ανάλυση των αποτελεσμάτων που αφορούν ειδικά τη χώρα μας.

Αναφορικά με το προφίλ των συμμετεχόντων από την Ελλάδα, το 41,1% ήταν ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, ενώ το 58,9% ήταν φροντιστές. Η πλειονότητα του δείγματος ήταν γυναίκες (86,2%), ενώ το 41,4% των ασθενών ανέφερε ότι η διάγνωση έγινε σε Στάδιο IV. Επιπλέον, το 52,1% των περιπτώσεων αφορούσε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (αδενοκαρκίνωμα). Τα στοιχεία που παρουσιάζονται για την Ελλάδα συγκρίνονται με τον μέσο όρο των συμμετεχόντων από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που έλαβαν μέρος στην έρευνα.

Συνολικά αποτελέσματα έρευνας
• Το 71,7% των ελλήνων συμμετεχόντων δήλωσε ότι ο καρκίνος του πνεύμονα είχε αρνητική επίπτωση στην ψυχική του υγεία, ένα ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (61,2%), ενώ το 91,7% ανέφερε ότι βίωσε συναισθηματικές δυσκολίες μετά τη διάγνωση.
• Περίπου έξι στους δέκα συμμετέχοντες ανέφεραν έντονη θλίψη (58,8%), αίσθηση εγκλωβισμού (36%) και συναισθήματα απελπισίας ή αναξιότητας (35,1%), ενώ το 47,8% βιώνει συχνά έντονη νευρικότητα ή άγχος και το 43% συχνά μελαγχολία ή κατάθλιψη.
• Ο φόβος για αποτυχία της θεραπείας ή την εξέλιξη της νόσου εκφράζεται από το 69,2%, ενώ το 61% δηλώνει φόβο θανάτου, το 60,3% φόβο παρενεργειών ή επιπλοκών και το 56,2% φόβο πόνου και ταλαιπωρίας.
• Η ψυχική επιβάρυνση επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα, με το 74,1% να αναφέρει επίπτωση στην κοινωνική ζωή και στον τρόπο ζωής –ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (48%)–, περίπου έξι στους δέκα αναφέρουν σημαντική επίπτωση στην οικογένεια, στα οικονομικά ή στην εργασία, ενώ το 50% δεν ένιωθε επαρκώς προετοιμασμένο να διαχειριστεί τις συναισθηματικές επιπτώσεις της νόσου, ποσοστό παρόμοιο με τον ευρύτερο ευρωπαϊκό μέσο όρο (44,5%).
• Το 68,3% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία προσφορά υποστήριξης για θέματα ψυχικής υγείας –το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό είναι 50,5%–, ενώ μόλις το 10,3% έλαβε υποστήριξη τη στιγμή της διάγνωσης και το 52,1% δεν ένιωθε ότι η ομάδα υγειονομικής περίθαλψης του προσέφερε επαρκή συναισθηματική υποστήριξη. Αξίζει να αναφέρουμε το παρακάτω σχόλιο ασθενούς που συμμετείχε στην έρευνα: «Δεν έχω τη δυνατότητα να καλύψω το κόστος ιδιωτικής ψυχολογικής στήριξης, και στα δημόσια νοσοκομεία είναι δύσκολο να βρει κανείς σαφείς απαντήσεις ή την κατάλληλη ιατρική υποστήριξη».

Προτάσεις για δράση
Η έρευνα αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για ολοκληρωμένη φροντίδα, που περιλαμβάνει τόσο την ιατρική όσο και την ψυχική υποστήριξη.

• Τα συστήματα υγείας και οι φορείς πολιτικής πρέπει να εντάξουν τη στήριξη της ψυχικής υγείας ως βασικό στοιχείο της φροντίδας για τον καρκίνο του πνεύμονα, καθώς οι ασθενείς και οι φροντιστές βιώνουν σημα­ντικές ψυχολογικές δυσκολίες.
• Οι επαγγελματίες υγείας οφείλουν να παρέχουν σαφείς, κατανοητές και ολοκληρωμένες πληροφορίες για τη νόσο, τις θεραπείες και τις επιλογές φροντίδας, ώστε οι ασθενείς να μπορούν να διαχειρίζονται ενεργά τη νόσο και την ψυχική τους ευεξία.
• Η σύνδεση των ασθενών με οργανώσεις και υποστηρικτικούς φορείς στην Ελλάδα είναι σημαντικά περιορισμένη, γεγονός που μπορεί να επιδεινώνει την ψυχολογική επιβάρυνση και την αίσθηση μοναξιάς ή έλλειψης καθοδήγησης. Υπογραμμίζεται η ανάγκη ενίσχυσης της παραπομπής σε οργανώσεις ασθενών ως μέρος της ολοκληρωμένης φροντίδας, ώστε να βελτιωθεί η ενημέρωση, η ψυχολογική υποστήριξη και η ενεργή συμμετοχή των ασθενών στη διαχείριση της νόσου.
• Η επικοινωνία με την ιατρική ομάδα πρέπει να ενισχύεται, προάγοντας τη συμμετοχή των ασθενών στη λήψη αποφάσεων και διευκολύνοντας την κατανόηση των θεραπευτικών επιλογών.
• Παράλληλα, είναι απαραίτητη η τακτική παροχή ψυχολογικής υποστήριξης, η καθοδήγηση για τη διαχείριση παρενεργειών και η βελτίωση της επικοινωνίας με τους επαγγελματίες υγείας, ώστε να ενδυναμώνο­νται οι ασθενείς και οι φροντιστές σε όλη τη διάρκεια της φροντίδας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ